Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για το βιβλίο: «Ν. ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ – Ν. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ. Στο σπίτι των ηρώων. Η συγκλονιστική μαρτυρία του Κούλη Ζαμπαθά»

Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //  

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ατέχνως» το βιβλίο: «Ν. ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ – Ν. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ. Στο σπίτι των ηρώων. Η συγκλονιστική μαρτυρία του Κούλη Ζαμπαθά».

Να σημειώσουμε ότι το βιβλίο γράφτηκε στα 1954- όταν ήταν νωπά ακόμη τα γεγονότα και οι μνήμες- και πρωτοτυπώθηκε  στα 1976 από τις εκδόσεις «ΔΩΡΙΚΟΣ» με τίτλο: «ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ – ΝΙΚΟΣ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ κουβέντες και σκέψεις που κάναμε μαζί στα στερνά της ζωής τους».

Στη νέα αυτή καλαίσθητη και φροντισμένη έκδοση, προλογίζει ο Νίκος Μόττας (που έχει και την επιμέλεια της έκδοσης), περιέχονται φωτογραφικά ντοκουμέντα (γράμματα του Νίκου Πλουμπίδη) καθώς και χρήσιμες υποσημειώσεις για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται «μονορούφι». Ένα βιβλίο που αναφέρεται σε μία σημαντική στιγμή της σύγχρονης ιστορίας μας, χωρίς όμως να είναι ένα κλασσικό βιβλίο ιστορίας. Πολύ περισσότερο όμως δεν είναι και ένα απλό βιβλίο με αναμνήσεις.

Περιγράφει στιγμές από τη ζωή δύο πραγματικών ηρώων του λαϊκού μας κινήματος. Δύο ηρώων που η ζωή τους και το τραγικό τέλος, απασχολεί, προβληματίζει αλλά διαπαιδαγωγεί ακόμη και σήμερα.

Ο συγγραφέας του βιβλίου «δέθηκε» με τους δύο ήρωες σε μία εξαιρετικά δύσκολη χρονικά περίοδο, φιλοξενώντας τους- μέσα σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας-στο σπίτι του. «Σκιαγραφεί» επομένως την προσωπικότητά τους, με βάση αυτό το χαρακτηριστικό και άρα είναι «ελλιπής» και φυσικά με έντονο το συναισθηματικό-προσωπικό στοιχείο.

Όμως αυτό δεν μειώνει την αξία των αναμνήσεων αυτών.

Δίνει χρήσιμες πτυχές, «λεπτομέρειες» του τρόπου σκέψης και δράσης τους, ανθρώπινες στιγμές που δεν μπορούν φυσικά να περιέχονται σε «καθαρά» βιβλία ιστορίας.

Δίνει από πρώτο χέρι τα συναισθήματα όσων εκείνων την περίοδο «έκαναν δήλωση» (όπως ο συγγραφέας) χωρίς όμως να κόψουν τους δεσμού με το λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Είχα χαμένα και την ανθρωπιά μου και τους συντρόφους μου. Για όλους τους, έπρεπε να ‘μουνα ένας δειλός και τιποτένιος. Για τον ίδιο τον εαυτό μου ήμουνα ένα χαμένο κορμί… Είχα λιώσει. Ημουνα σκιά του εαυτού μου»,

Δίνει πλευρές της λογοτεχνικής ζωής της περιόδου εκείνη με τις καλλιτεχνικές συναναστροφές στο «Σαν Σουσί» με αξιολογικές αναφορές για Μενέλαο Λουντέμη, Τάσο Βουρνά, Νικηφόρο Βρεττάκο κ.α αλλά και στιγμιότυπα της ζωής και λογοτεχνικής τους πορείας.

Δίνει πλευρές της δράσης των παράνομων κομμουνιστών, που έβαζαν κυριολεκτικά «το κεφάλι τους στον ντορβά», που κάθε έλλειψη επαγρύπνησης μπορούσε να τους οδηγήσει στα εκτελεστικά αποσπάσματα: «…Ητανε λοιπόν αστοχία μας η παραγγελιά των ρούχων και οι πρόβες στο μαγαζί (σ.σ εννοεί τον Ν. Μπελογιάννη). Μπορούσε να γίνει μεγάλο κακό αν ο ράφτης μιλούσε. Θυμάμαι πως ο Μπάρμπας έμεινε ακούρευτος. Εγώ τον κούρευα σαν έρχονταν σπίτι. Τον έκανα σαν τραγί μπορεί να πει ο λόγος. Κι όμως. Ποτέ του δεν είχε πατήσει σε μαγαζί. Ότι ήθελε του τα’ αγόραζαν οι άλλοι..».

Δίνει χρήσιμες λεπτομέρειες σχετικά με τις δίκες και των δύο από τα Στρατοδικεία της εποχής. «…Για τους δικαστές και τους μάρτυρες κατηγορίας, όλοι οι κατηγορούμενοι (σ.σ πρόκειται για τη 2η δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του) ήταν μέλη κατασκοπευτικής οργάνωσης, μ’ έννοια όχι μονάχα απλώς στρατιωτικής κατασκοπείας μα και στρατηγικής…»

Δίνει στη δημοσιότητα γράμματα που του παρέδωσε ο Νίκος Πλουμπίδης: «…Εγώ, οτιδήποτε και αν γίνει θα σταθώ ως την τελευταία μου πνοή αυτός που ήμουν πάντα. Τη σημαία του Κόμματος θα τη κρατήσω ψηλά, Είμαι έτοιμος να δώσω τη μάχη στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, τη μάχη στο δικαστήριο )αν και αμφιβάλω αν φτάσω ως εκεί) και τη μάχη στο εκτελεστικό απόσπασμα και θα νικήσω….»

Δίνει τις δικές του εκτιμήσεις για πρόσωπα και γεγονότα- όχι πάντα σωστές- αλλά ακόμη και ο «υποκειμενισμός» είναι χρήσιμος γιατί είναι δείγμα της πολυπλοκότητας της εποχής. Γράφει χαρακτηριστικά για τον Νίκο Πλουμπίδη: «…Αγαπούσε το λαό μέχρι τρέλας. Ήταν καλός σαν άγιος, μα και αυστηρός όσο και αδέκαστος. Αλίμονο σου αν σ’ έπιανε σκάρτο όχι σε πράξη μονάχα, μα και στη σκέψη σου ακόμα…». Γράφει και για τους δύο: «…Ήταν αλλιώτικοι ο Κώστας από τον Μπάρμπα. Ο Μπάρμπας γίνονταν φίλος τους (σ.σ εννοεί τα μέλη της οικογένειας του) «Ο Μπάρμπας γίνονταν φίλος τους, Τους άνοιγε την καρδιά τους με χίλιες ερωτήσεις και μάθαινε της ψυχής του τα’ απόκρυφα. Πόσες φορές δεν της κρατούσε συντροφιά στην κουζίνα όταν εκείνη είχε τη λάτρα της. Ο Κώστας όμως ήταν αλλιώτικος. Τους μίλαγε, τους έλεγε για χίλια δυο πράματα, μα δεν έμπαινε ποτές στης ψυχής τους τα βάθη σαν ανατόμος. Ούτε κι έδινε πολύ θάρρος…»

Πρόκειται τελικά για ένα βιβλίο  που όπως γράφει στον πρόλογο ο Νίκος Μόττας «… ο Ζαμπαθάς καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη στο σπίτι του, να καθίσει στο ίδιο δωμάτιο με τον «Μπάρμπα» και τον Μπελογιάννη, να «συνομιλήσει» μαζί τους, να «βιώσει» τις αγωνίες τους, την ατσάλινη πειθαρχία τους, τα χαρίσματα και τις ανθρώπινες αδυναμίες τους…»

Ν. Μπελογιάννης Ν. Πλουμπίδης – Στο σπίτι των ηρώων