Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για το χαμένο παιδί της αντάρτισσάς

Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //

Μια πραγματική, μία αληθινή, μία συγκλονιστική ιστορία από την εποχή του Εμφυλίου πολέμου, πάνω στα άγρια βουνά της Πίνδου. Διηγείται η Ελένη. Κ. που συμμετείχε, που έζησε από κοντά και από πρώτο χέρι τα γεγονότα.

Από το βιβλίο μου «Το μεγάλο Δίλημμα, η Σύγχρονη εποχή». Το βιβλίο έχει εξαντληθεί!

Στην Μηλιά θα κάτσουμε έξι ολόκληρες μέρες, θα μετρηθούμε! Λείπουνε τρία παληκαριά! Τρία μικρά ανταρτόπαιδα…!!!

Όλη νύχτα περπατούσαμε και το πρωί μας βρήκε να σκαρφαλώνουμε στις ανηφόρες ενός άγριου φαραγγιού. Όσο ανεβαίνουμε, τόσο ο αγέρας αγριεύει και λυσσομανά. Το χιονόνερα ξαναχτυπά. Μόνη αντίσταση η αντοχή της νιότης μας. Στάλα-στάλα το νερό κυλάει από το κεφάλι στο σβέρκο, στο λαιμό, στο στέρνο και την πλάτη, στα σαραβαλιασμένα άρβυλα…!

Απομεσήμερο πιάνουμε κορυφή. Κύματα, κύματα ή ομίχλη. Άσπρα καλπάζοντα άλογα…Ένας δυνατός αγέρας με ορμή χιλιάδων πανικοβλημένων βουβαλιών θα σάρωνε τον τόπο.

Κρατώ σφικτά από το χέρι την Σόνια (η ανταρτομάνα του μωρού) και βαδίζουμε. Το μωρό απορεί μέσα από δύο γαλάζιές χάντρες που μόλις ξεχωρίζουν.

Σβήνουνε όλα από μπροστά μας. Η Σόνια είναι φοβερά αδυνατισμένη και προχωρά με πολύ κόπο. Σε κανένα δεν θέλει να εμπιστευθεί το μωρό. Κανείς δεν είναι σίγουρος…!

Ένα βαμβακερό σύννεφο, ένα νεκρικό απέραντο, σάβανο ζητεί να μας καταπιεί…Έχουμε γίνει ένας διαλυμένος και ανεμοδαρμένος συρφετός. Που πάμε; Μπροστά μας το χάος πίσω μας η άβυσσος και ανάμεσα η συμφορά. Το πρωί θάψαμε στο χιόνι τρεις!!!

Μέσα στην κουφάλα ενός γερασμένου δέντρου, το μωρό θα αρπάξει λαίμαργα το βόλι της μάνας του…

Θα φτάσει η νύχτα. Είμαστε ξεθεωμένοι. Είμαστε εξαντλημένοι, κουρασμένοι, φοβισμένοι, απελπισμένοι…

Είμαστε ανίκανοι για οποιαδήποτε δράση, οποιαδήποτε αντίσταση, ανίκανος για καθετί.

Οι προϋποθέσεις ιδανικές για την εξόντωση μας. Καταλαβαίνουμε πως πλησιάζουμε σε αφιονισμένο χείμαρρο. Αριστερά και κάτω ο γκρεμός. Δεξιά μας το απότομο αντέρεισμα του βουνού. Μπροστά μας το άγνωστο.

Όλα είναι εναντίον μας και οι δικές μας αντιστάσεις λυγούν. Σκοτάδι και χιονοθύελλα. Χαμένοι σε ένα λευκό λαβύρινθο χωρίς διέξοδο.

Η μόνη μας επαφή είναι η Σόνια και το κλάμα του μωρού. Ύστερα κάπου χανόμαστε κάπου ανταμώνουμε.

Ξαφνικά, μας στεφανώνουνε τρεις λαμπερές φωτοβολίδες…και μετά άρχισε το μακελειό. Μας χτυπάνε ανελέητα, μας τσαπίζουν και μας σκοτώνουν. Ακούω κραυγές βόγγων λαβωμένων συντρόφων. Έχουμε πανικοβληθεί. Έχουμε ολότελα διαλυθεί…Τα αυτόματα κροταλίζουν, τα ντουφέκια κροταλίζουν. Τα πολυβόλα κροταλίζουν ξερνώντας φωτιά και θάνατο…Η κόλαση συνεχίζεται…!

Όταν ξαφνικά ακούω μία σπαραχτική κραυγή, που σαν σπαθιά καρφώνεται στην καρδιά μου.

Είναι η στρίγγλα φωνή της Σόνιας!

Λαβώθηκες; Της φώναξα.

Το παιδί…το παιδί, μου φωνάζει και η φωνή  της πνίγεται στο λαρύγγι.

Χτυπήθηκε το παιδί; Σκούζω

Πασχίζει η φωνή μου να ξεπεράσει τον ήχο του πολυβόλου.

Όχι…δεν ξέρω…ίσως…μπορεί!

Δεν ξέρω…από την προσπάθεια…λύθηκαν τα δέρματα  και τα ζουνάρια και το παιδί κύλησε στο φαράγγι.

Ανάκατα λόγια και ουρλιάσματα για το παιδί που χάθηκε.

Θα πέσω στον γκρεμό-ουρλιάζει-να βρω το παιδί.

Την αρπάζω από τα χέρια, την αρπάζω από τα μαλλιά!

Περπάτα να σωθούμε!

Θα πέσω στον γκρεμό. Θα γυρίσω να βρω το παιδί.

Θα σκοτωθείς-άμοιρη-θα σκοτωθείς!

Έτσι και αλλιώς είμαι σκοτωμένη.

Το μακελειό συνεχίζεται!!!

Κάνε κουράγιο να ξεφύγουμε, και το πρωί ψάχνουμε για το παιδί. Ίσως έπεσε σε χιόνι μαλακό, την παρηγορώ…

Η Σόνια έρμαιο στα χέρια μου, έχει χάσει τις αισθήσεις της και δεν κινείται.

Το παιδί…εάν δεν βρω το παιδί…θα σκοτωθώ.

Θα περπατήσουμε αγκομαχώντας, τρικλίζοντας σαν μεθυσμένες, κάτω από άγριες συνθήκες.

Το ξημέρωμα κατάκοποι και τσακισμένοι, θα ανταμώσουμε σε ένα διάσελο. Θα μετρηθούμε! Από τους 66 μείναμε 34 και οι 8 τραυματίες…!!!

(Συνεχίζεται)