• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ένας σπουδαίος ερμηνευτής

Μια μεγάλη μορφή του τραγουδιού στη χώρα μας υπήρξε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγες μέρες. Ο τραγουδιστής με την «ξύλινη» φωνή, που ερμήνευσε μοναδικά σπουδαίους ποιητές και μεγάλα μουσικά έργα, ο συνθέτης που γέννησε και τραγούδησε όμορφα λαϊκά τραγούδια, άφησε πίσω του μια ζηλευτή παρακαταθήκη στον πολιτισμό και το λαό μας.

«Υπεράνω όλων ο Βαμβακάρης»

Παιδί μιας οκταμελούς φτωχής οικογένειας, ο Γρ. Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις 11 Δεκέμβρη 1922, στο Περιστέρι. Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική, γρατζουνώντας την κιθάρα του αδερφού του Χρήστου. Μαθαίνει την τέχνη του υδραυλικού, όμως ο κόσμος της μελωδίας τον καλεί. Η πορεία του καλλιτέχνη, από το ρεμπέτικο μέχρι το έντεχνο, ξεκίνησε στη δεκαετία του ’40. Μαθητευόμενος υδραυλικός ακόμα, το ‘σκαγε από το σπίτι και πήγαινε να ακούσει τον Μάρκο που έπαιζε στο Περιστέρι, μαζί με τους Στρ. Παγιουμτζή, Απ. Χατζηχρήστο και Μ. Χιώτη. Μετά την Απελευθέρωση, αφήνει την κιθάρα και πιάνει το μπουζούκι, το όργανο που συνδέθηκε μαζί του μιαν ολόκληρη ζωή, ενώ αρχίζει να τραγουδά ερασιτεχνικά τραγούδια της εποχής με τον Φώτη Πολυμέρη και τον Γιώργο Κεφαλά. Η μεγάλη αγάπη του, πάντως, υπήρξε ο «Σωκράτης» της λαϊκής μας μουσικής, όπως τον αποκαλούσε, ο Μάρκος Βαμβακάρης και τα τραγούδια του – «υπεράνω όλων ο Μάρκος Βαμβακάρης», έλεγε. Το 1947 πραγματοποιείται το μεγάλο του όνειρο να συνεργαστεί με τον Βαμβακάρη, ο οποίος μαζί με την Σούλα Καλφοπούλου τραγουδά το πρώτο τραγούδι του νεαρού συνθέτη «Το καντήλι τρεμοσβήνει». Στη συνέχεια, ως συνθέτης, συνεργάζεται με τους Πρόδρομο Τσαουσάκη, Σταύρο Τζουανάκο, Ρένα Ντάλλια, Γιώτα Λύδια, Καίτη Γκρέυ, Στέλιο Καζαντζίδη, Μανώλη Αγγελόπουλο και άλλους, ενώ καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στην ανάδειξη δύο εξαίρετων γυναικείων φωνών, όπως της Πόλυς Πάνου και της Βίκυς Μοσχολιού, οι οποίες έκαναν δίπλα του τα πρώτα τους βήματα. Το πρώτο τραγούδι που ερμήνευσε ο ίδιος ήταν το «Τρελοκόριτσο» για ν’ ακολουθήσει η συνεργασία του ως ερμηνευτής με τον Μάνο Χατζιδάκι και το πολυτραγουδισμένο «Γαρίφαλο στ’ αυτί». Στη συνέχεια καταθέτει μεγάλες ερμηνείες σε τραγούδια των Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Χιώτη, Δερβενιώτη, Μπακάλη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη.

Τραγουδώντας τους ποιητές

Ολα αυτά πριν από τη συνάντησή του με τον Μίκη Θεοδωράκη στη Μακρόνησο, όπου βρέθηκε για λίγο ο Μπιθικώτσης. Το 1959, ξανασμίγουν, στην «Columbia», καθώς ο Μ. Θεοδωράκης ζητά από τον λαϊκό τραγουδιστή να ερμηνεύσει τον «Επιτάφιο» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Παρ’ όλο που στην αρχή, τα τραγούδια δεν άρεσαν στον Μπιθικώτση, ο τραγουδιστής ερμηνεύει με σπουδαίο τρόπο τον «Επιτάφιο», που πλέον χαράζει νέους δρόμους στην πορεία όχι μόνο του ίδιου, αλλά και του λαϊκού μας τραγουδιού γενικότερα. Οπως αναφέρει ο Π. Γεραμάνης, στη βιογραφία «Εγώ, ο σερ», «η πρώτη συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη στην τρομερή ερμηνεία του “Επιτάφιου” (σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου) με συνοδεία μπουζουκιού από τον Μανώλη Χιώτη έφερε τη μεγάλη ανατροπή στο ελληνικό τραγούδι, καθιέρωσε τον Μπιθικώτση ως το πρόσωπο της εποχής και του άνοιξε το δρόμο για να περπατήσει από τη “Ζούγκλα” της Πλατείας Βάθης, το “Ροσινιόλ” των Σεπολίων και τον “Κήπο του Αλλάχ” στο Αιγάλεω στη σκηνή των θεάτρων “Κεντρικόν”, “Καλουτά” και “Ρεξ” και αργότερα στο ναό της τέχνης, στο Ηρώδειο». Ο ίδιος ο Μ. Θεοδωράκης, αναφερόμενος στον Μπιθικώτση του «Επιτάφιου» έλεγε το 1961 πως είναι «ένας άνθρωπος που έχει υποφέρει και έχει ελπίσει, είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τη φωνή του, είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς, ο σοφέρ, ο φοιτητής, ο φαντάρος…». Αυτό το έργο – σταθμός ανοίγει το δρόμο στη μελοποιημένη ποίηση, ένα δρόμο που χαράχτηκε ανεξίτηλα και στα επόμενα χρόνια από τις συγκλονιστικές και ανεπανάληπτες ερμηνείες του Γρ. Μπιθικώτση σε τραγούδια του Θεοδωράκη: «Σε πότισα ροδόσταμο» (Νίκος Γκάτσος), «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» (Τάσος Λειβαδίτης), «Επιφάνεια» (Γιώργος Σεφέρης), «Το τραγούδι του Νεκρού Αδελφού» (Μίκης Θεοδωράκης), «Καημός» (Δημήτρης Χριστοδούλου), «Αυτούς που βλέπεις» (Μιχάλης Κατσαρός), «Οι Μοιραίοι» (Κώστας Βάρναλης), «Αξιον Εστί» (Οδυσσέας Ελύτης), «Ρωμιοσύνη» (Γιάννης Ρίτσος), «Οκτώβρης ’78» (σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου, Δημήτρη Χριστοδούλου, Ερρίκου Θαλασσινού, Τάσου Λειβαδίτη, Γιάννη Θεοδωράκη και Λευτέρη Παπαδόπουλου). Επίσης, «Πάει ο καιρός» (Νίκος Γκάτσος – Μάνος Χατζιδάκις), «Ασπρη μέρα και για μας» (Νίκος Γκάτσος – Σταύρος Ξαρχάκος), «Μ’ ένα παράπονο» (Νίκος Γκάτσος – Δήμος Μούτσης), «Επιστροφή» (Νίκος Γκάτσος – Μάνος Χατζιδάκις) και πολλά ακόμα.

«Πιο μεγάλη στιγμή η “Ρωμιοσύνη”»

«Από τα έργα του Θεοδωράκη», έλεγε ο Γρ. Μπιθικώτσης στον Π. Γεραμάνη, «εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η “Ρωμιοσύνη” του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Εκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ηταν αυτό που με γέμισε. Ηταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου. Τα εννέα τραγούδια της “Ρωμιοσύνης” είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μου έλεγε: “Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Ελληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους”. Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100 – 200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη “Ρωμιοσύνη”». Και ο ποιητής του έργου, ο Γιάννης Ρίτσος έλεγε για τον τραγουδιστή: «Μέσα στη φωνή του, όλος ο καημός του Ελληνικού Λαού, όλο του το μεράκι και όλη του η λεβεντιά φαίνεται σ’ όλο τους το μεγαλείο! Θυμάμαι ότι σε μεγάλα γεγονότα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας, σε κρίσιμες αγωνιστικές στιγμές του Ελληνικού Λαού η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν πάντοτε μπροστά, τραγουδώντας τη “Ρωμιοσύνη”».

Στη «Μαγική Πόλη» των Θεοδωράκη – Χατζιδάκι («Παρκ», 1963) ερμηνεύει το υπέροχο «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» (στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου) κι ένα χρόνο αργότερα στο δίσκο «Πολιτεία Β΄» του Θεοδωράκη θα τραγουδήσει το αριστουργηματικό «Γωνιά – Γωνιά». Από τα πολλά υπέροχα τραγούδια που σμίλεψε με τη φωνή του είναι των Ακη Πάνου («Οταν σημάνει η ώρα», «Θα κλείσω τα μάτια» κ.ά.), Γιάννη Σπανού («Μια Κυριακή», «Ακου πώς κλαίει ο μπαγλαμάς»), Σταύρου Κουγιουμτζή κ.ά. Η τελευταία, προσωπική του περίοδος, περιλαμβάνει οκτώ δίσκους με δικά του τραγούδια (σύνθεση – ερμηνεία), τα περισσότερα σε στίχους του Κώστα Βίρβου: «Ενα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου», «Εγνατίας 406», «Ο κυρ – Θάνος», «Είχε και κείνος μιαν αγάπη και την έχασε», «Ρίξε μια ζαριά καλή» κ.ά.

Γέννημα μιας εποχής ζοφερής, που έβγαινε από τη Μικρασιατική Καταστροφή για να μπει στα δεινά της Κατοχής, του Εμφυλίου και των μεταπολεμικών διώξεων, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης έγραψε τη δική του σημαντική ιστορία στο ελληνικό τραγούδι, μιαν ιστορία δεμένη με στιγμές και γεγονότα της νεότερης ιστορίας μας και της ζωής μας. Ευτύχησε να συνεργαστεί με σπουδαίους συνθέτες και να είναι ο πρώτος τραγουδιστής, που έβγαλε τη μεγάλη ποίηση στους δρόμους του αγώνα, της διεκδίκησης, της ελπίδας. Και είναι σίγουρο ότι η μνήμη του, όπως και η προσφορά του δε θα σβήσουν ποτέ από τις ψυχές των ανθρώπων που τραγούδησαν μαζί του.

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ / Ριζοσπάστης