• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γυάρος

Γράφει ο Στέλιος Κανάκης //

«Ανάμεσα Σύρο και Τζιά…»1. Απέναντι από την Υδρούσα – Άνδρο του Εμπειρίκου. Βαστίλη και Νταχάου της Μεσογείου. Θανατονήσι. Ματωμένος βράχος ριγμένος μεσοπέλαγα. Το «νησί του διαβόλου».

Για το κολαστήριο της Γυάρου όσα κι αν γραφτούν δεν είναι αρκετά. Δεν μπορούν να αποτυπώσουν την πραγματικότητα, να περιγράψουν την πρωτοφανή βαρβαρότητα που βίωσαν οι περισσότεροι από 18.500 κρατούμενοι που πέρασαν από εκεί, την πρώτη και σκληρότερη περίοδο λειτουργίας της φυλακής (1947 – 1954) και χιλιάδες πολλές ακόμα στις επόμενες περιόδους.

Στα παιδικά μου καλοκαίρια στην Άνδρο, χάζευα τα καράβια να περνούν προς την Παναγιά της Τήνου, με φόντο τη Γυάρο. Που όμως ούτε αυτή, ούτε κι οι υπάλληλοί της έστερξαν ποτέ το μεγαλείο των βασανισμένων. Κι όταν νύχτωνε φώτα αχνόφεγγαν – σαν κεριά της μεγάλης εκκλησίας του λαού στις πλαγιές της και ρώταγα:

–  Τι είναι εκεί;

– Φυλακές, μου απαντούσαν κι η παιδική μου αντίληψη έπιανε τη χροιά από το συγκαλυμμένο δέος, θες απ’ τον τρόμο που βασίλευε στο θανατονήσι ή την απαράμιλλη λεβεντιά των βασανισμένων κορμιών, που πεισματικά γαντζωμένοι στα βράχια της έχτιζαν, πέτρα την πέτρα – σάρκα τη σάρκα, το μεγαλείο του συνειδητοποιημένου ανθρώπου. Μπορεί κι απ’ τα δύο.

Κοιτώντας την σήμερα, απ’ την Άνδρο στο δειλινό, θαρρείς και μετράς ακόμη, τις βασανισμένες ψυχές να αναδύονται αγέρωχα στις κορυφογραμμές της. Κι ανάμεσά τους ο Γιάννης Ρίτσος:

«Να με θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.
και συχωράτε μου αυτή την τελευταία θλίψη: Θα ‘θελα
ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
και να μασώ σπυρί σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα.
Δέστε:
Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό δεν διακρίνεται καθαρά. Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι’ αυτό προπάντων θ’ άξιζε να με θυμάστε.»