• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γ. Μαργαρίτης: Ο Ν. Πλουμπίδης, οι κομμουνιστές, το ΚΚΕ ανήκουν στην αγωνιστική παρακαταθήκη του λαού μας. Οι άλλοι πού αλήθεια ανήκουν;

Επιστημονική ημερίδα για τον Νίκο Πλουμπίδη, με θέμα «Στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός. Νίκος Πλουμπίδης 1902 – 1954», πραγματοποιήθηκε χτες στο Ιδρυμα της Βουλής.

Στην ημερίδα, που είναι η πρώτη ενός κύκλου με τον γενικό τίτλο «12 Οκτώβρη 1944 – Αθήνα Ελεύθερη»,  μίλησε ο Γ. Μαργαρίτης , καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Κυρίες και κύριοι,

Το ίδρυμα της Βουλής μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να απευθυνθώ σε εσάς στη σημερινή εκδήλωση που γίνεται προς τιμήν του Νίκου Πλουμπίδη. Ενός κομμουνιστή, ενός αγωνιστή, ταυτόσημες είναι οι έννοιες.

Εκδήλωση επετειακή επίσης, Γίνεται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την απελευθέρωση της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου 1944. Πίσω από αυτή την επαίτειο, βρίσκεται μια άλλη που εκφράζει και εξηγεί και το πρόσωπο και το γεγονός. Πρόκειται για την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ. Αυτό που υπήρξε ο Ν. Πλουμπίδης και αυτό που σήμαινε η απελευθέρωση δεν ήταν παρά στιγμές, αποσπάσματα της μεγάλης ιστορίας των οργανωμένων αγώνων του λαού μας κάτω από τα λάβαρα της πραγματικής τη κοινωνικής απελευθέρωσης. Ιστορία ταξικών αγώνων είναι τούτα τα 100 χρόνια αλλά ταυτόχρονα στη χώρα μας και ιστορία εθνική, καθώς σε τούτον τον τόπο  ο λαός μας ευτύχησε να πάρει τις τύχες τις δικές του, τις τύχες του έθνους στα χέρια του. Μετέτρεψε ο λαός μας τις ευκαιρίες που του δόθηκαν σε μεγάλες, σε επικές στιγμές. Στιγμές που τίμησαν την ιστορία της Ελλάδας και που θα στέκουν παντοτινά παραδείγματα στην ιστορίας του λαού και του έθνους μας. Θα μας οδηγούν στους αγώνες που έρχονται, στο απελευθερωτικό έργο που μας περιμένει.

Στις αρχές του 1943, ο κόσμος ήταν αιματηρός, πνιγηρός, δύσκολος για τους λαούς. Η Ευρώπη ενοποιημένη κάτω από τα σκήπτρα του Άξονα και τις προδιαγραφές του ναζισμού, βρισκόταν σε πόλεμο με τις αντίπαλες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Οι συγκρούσεις των ιμπεριαλισμών επισκιάζονταν όμως ήδη από κάτι το ολότελα καινούριο. Η πατρίδα των εργατών και της επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπιζε νικηφόρα έναν εχθρό που συγκέντρωνε ενάντιά της την οικονομική ισχύ και το ανθρώπινο δυναμικό ολόκληρης της Γηραιάς Ευρώπης. Στις 5 Δεκεμβρίου του 1941 ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε στις παρυφές της Μόσχας την πρώτη του νικηφόρα αντεπίθεση. Δύο χρόνια αργότερα, στις όχθες του Βόλγα, έδωσε την αποφασιστική μάχη – αυτή που έκρινε την τύχη του πολέμου.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1943, στα ερείπια του Στάλινγκραντ, τα υπολείμματα της 6ης Γερμανικής Στρατιάς και των λοιπών στρατευμάτων από τις χώρες δορυφόρους του Άξονα συνθηκολόγησαν. Στις 18 Φεβρουαρίου 1943, στον απόηχο των όσων έγιναν στο μακρινό Στάλινγκραντ, στο κατάμεστο Παλάτι των Σπόρ του Βερολίνου, ο Γιόζεφ Γκαίμπελς εκφώνησε τον τρομερό λόγο του για τον «ολοκληρωτικό πόλεμο». Ο γερμανικός λαός, είπε, έχυνε το πολύτιμο αίμα του για να σώσει όχι μόνο το Ράιχ, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη, ίσως και τον κόσμο. Φαινόταν αυτονόητο, με τη λογική του Γκαίμπελς, ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι όφειλαν να δουλέψουν σκληρά για να στηρίξουν τον γερμανικό ηρωϊσμό. Η ομιλία του Γκαίμπελς δεν ήταν απλά μία επιχείρηση ανόρθωσης του μαχητικού πνεύματος των Γερμανών. Ήταν πραγματικό σάλπισμα συναγερμού για τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης, για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Οι εφιάλτες του τελευταίου είχαν όλοι το ίδιο θέμα, τον ίδιο παρονομαστή, την επικράτηση των μπολσεβίκων, της προλεταριακής επανάστασης. Η ταξική κυριαρχία ρίχθηκε στο τραπέζι και το μήνυμα έγινε αποδεκτό, λίγο ή πολύ, σε κάθε γωνιά της ναζιστικής Ευρώπης. Ο ελληνικός καπιταλισμός δε θα μπορούσε να απουσιάζει από τη μεγάλη σταυροφορία.

Για τον τελευταίο η περίοδος της ναζιστικής κατοχής αποτέλεσε μία μεγάλη ιστορική ευκαιρία. Βαθιά τραυματισμένος από τις καταστροφές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και την απώλεια των θέσεών του στον πρώην οθωμανικό χώρο ή στη Ρωσία, βρήκε στις συνθήκες της νέας πολεμικής περιόδου τρόπους να πετύχει την ανόρθωσή του. Πολλές ευκαιρίες ανοίγονταν μπροστά του. Η τροφοδοσία των κατακτητών, η διαχείριση των «επιταγμένων», τα στρατιωτικά έργα, οι εργολαβίες, το παραεμπόριο, η οικονομία κατοχής και πολέμου ήταν πηγές πλουτισμού. Ακόμα, και από την απόλυτη δυστυχία του λαού μπορούσε να βγει κέρδος. Η βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού που άρχισε να φθάνει στα λιμάνια της χώρας από το φθινόπωρο του 1942, άφηνε αξιοσέβαστα κέρδη σε όσους εισέπρατταν το λεγόμενο «κόστος διανομής». Η δε εργασία ταυτίστηκε με την «αγγαρεία», έτσι ώστε να αυγαταίνουν τα κέρδη επιχειρηματιών, εργολάβων, Ελλήνων και ξένων. Επιχειρηματίες και κατακτητές βρήκαν κοινό πεδίο συνεννόησης και συνεργασίας. Οι τελευταίοι, εξάλλου, φάνηκαν εξαιρετικά γενναιόδωροι. Έχοντας ευτελίσει τη δραχμή μέσα από γιγαντιαίες αναλήψεις, είτε για τα «έξοδα» κατοχής, είτε για τις «προκαταβολές» τους, το διακρατικό δάνειο της ελληνικής πολιτείας προς το Ράιχ, δέχθηκαν να ρίξουν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας χρυσό, αρπαγμένο από άλλους άτυχους, από εβραϊκές κοινότητες και λεηλατημένες πρωτεύουσες, έτσι ώστε τα κέρδη των επιχειρηματιών να μπορούν να αποθησαυρίζονται σε κάτι πιο σταθερό και αξιόπιστο. Με τον τρόπο αυτό γέμισαν με τόνους χρυσού και αργύρου τα θησαυροφυλάκια των νέων ή των παλαιών τζακιών, του ελληνικού καπιταλισμού.

Η οικονομική συνεργασία αποδείχθηκε ότι μπορεί να φέρει και την πολιτική σύμπνοια. Το καθεστώς ήταν η Ελληνική Πολιτεία πιστό αντίγραφο του Etat Francais, του Πετενικού καθεστώτος της Γαλλίας, ευθυγραμμισμένο με τις προδιαγραφές της ναζιστικής Νέας Ευρώπης. Η εξομάλυνσή του ήταν υπόθεση του 1943. Η κυβέρνηση των στρατηγών του 1941 – η κυβέρνηση Τσολάκογλου – είχε ήδη αντικατασταθεί από μία πιο πολιτική αντίστοιχη, εκείνη του γιατρού Λογοθετόπουλου. Το μεγάλο βήμα όμως ετοιμαζόταν και δεν ήταν παρά η ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελληνικής Πολιτείας από καθαρά πολιτικά πρόσωπα, γνωστά από παλιά και έμπιστα στην ελληνική οικονομική ελίτ. Η κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη περίμενε στο παρασκήνιο μέχρι να περατωθούν οι δυσάρεστες εκκρεμότητες: η πρώτη ήταν η εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου – η διαδικασία άρχισε στις 15 Μαρτίου  – η δεύτερη ήταν η πολιτική επιστράτευση – ο διά διατάγματος εξανδραποδισμός του ελληνικού λαού. Μετά από αυτά ο Ράλλης και πολλοί παλαιοί πολιτικοί ήταν έτοιμοι να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Όπως και τα ανέλαβαν στις 7 Απριλίου 1943.

Στις 30 Ιανουαρίου η γερμανική διοίκηση ανακοίνωσε την πολιτική επιστράτευση όλων των αρρένων κατοίκων της χώρας, από 16 ως 45 ετών. Η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου έσπευσε να νομοθετήσει μηχανισμούς και καταλόγους. Το γάντι αυτής της πολύμορφης πρόκλησης, αυτής της βάναυσης επίθεσης το σήκωσε ο ελληνικός λαός και ειδικά ο λαός της Αθήνας. Το γάντι αυτής της πρόκλησης το σήκωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Οχι! Δεν πρόκειται για άθελη σύγχυση της γλώσσας! Για το ίδιο πράγμα μιλάμε. Οι εργαζόμενοι της Αθήνας και του Πειραιά, αυτοί οι υποψήφιοι δουλοπάροικοι της πολιτικής επιστράτευσης πραγματικά ξεσηκώθηκαν: κατέβηκαν σε απεργίες, κατέβηκαν σε διαδηλώσεις – δεκάδες χιλιάδες αντιμετώπισαν τους στρατούς της κατοχής και τα ελληνικά σώματα ασφαλείας της Αστυνομίας του Άγγελου Έβερτ – κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια, συγκρούστηκαν και μάτωσαν στους δρόμους. Από την άλλη πλευρά τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς το πολιτικό, το ταξικό εργαλείο, το κομμουνιστικό κόμμα και τις οργανώσεις του. Το ΚΚΕ, οι μαζικές οργανώσεις του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, οι γεμάτοι ενθουσιασμό και πάθος αγωνίστριες και αγωνιστές της νεογέννητης Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων, ανέλαβαν την μετάπλαση της λαϊκής οργής σε οργανωμένο, πειθαρχημένο, άρα αποτελεσματικό και νικηφόρο, αγώνα. Πίσω από τις συντονισμένες προσυγκεντρώσεις, πίσω από τις απεργίες, πίσω από τις εφόδους στο υπουργείο εργασίας, υπήρχε σχέδιο, υπήρχε επιτελικός μηχανισμός, έτσι όπως γίνεται – μόνο έτσι γίνεται – στις μάχες. Τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κατηύθυναν τη μάχη και φυσικά, ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε σε αυτόν που τιμούμε σήμερα: ο «υπεύθυνος» των κινητοποιήσεων, ο δάσκαλος Νίκος Πλουμπίδης, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ επιφορτισμένος με την καθοδήγηση της Κομματικής Οργάνωσης της Αθήνας.

Τι άλλαξε στις μεγάλες κινητοποιήσεις της 24 Φλεβάρη και προπαντός της 5 Μάρτη 1943 σε σχέση με το παρελθόν; Με ποιον τρόπο οι μικρές επιμέρους επιτυχίες ή αποτυχίες των προηγούμενων μηνών οδήγησαν σε μεγάλη μετωπική σύγκρουση και στην πρώτη στρατηγική νίκη των εργαζόμενων, του κινήματος της Αντίστασης; Πολύς δρόμος είχε διανυθεί στους προηγούμενους μήνες. Από τις πρώτες αμήχανες κινητοποιήσεις του 1941, από το «ΕΑΜ – τσαρούχι», τη στεφάνωση των αδριάντων, τις παρελάσεις των αναπήρων πολέμου. Ήρθαν μετά οι κινητοποιήσεις για το ψωμί, για τους μισθούς, για τα συσσίτια. Οι οργανωμένες δυνάμεις του ΚΚΕ, ασήμαντες ποσοτικά, αριθμητικά στην αρχή, έδωσαν τον τόνο, έδειξαν τον δρόμο, μπήκαν μπροστά μεγαλώνοντας το βήμα τους μήνα με μήνα. Και ξαφνικά αλλάξαν τα μεγέθη: 60.000 απεργοί το Σεπτέμβριο του 1942, δεκάδες χιλιάδες απεργοί και διαδηλωτές το Δεκέμβριο, με τη νεολαία, μαθητές και φοιτητές, να ενώνεται μαζικά και να ενοποιεί τους αγώνες των επιμέρους κλάδων. Να ενοποιεί με το αίμα της: Μήτσος Κωνσταντινίδης και Γιώργος Φίλης της ΟΚΝΕ, οι πρώτοι νεκροί.

Στις 24 Φεβρουαρίου και στον ξεσηκωμό της 5ης Μαρτίου το μεγάλο σχολείο των προηγούμενων κινητοποιήσεων έδωσε τα αγωνιστικά του πτυχία. Ο λαός, οι εργαζόμενοι, η νεολαία γνώριζαν πλέον τον δρόμο. Εκατό χιλιάδες διαδηλωτές τον Φεβρουάριο στις 24, ανεπανάληπτες σκηνές έξαρσης και συγκίνησης στην κηδεία του Κωστή Παλαμά στις 28, ίσως διακόσιες χιλιάδες τον Μάρτιο. Σύνταγμα, Ομόνοια, Πολιτικό Γραφείο του πρωθυπουργού, υπουργεία, υπηρεσίες και ειδικά το υπουργείο Εργασίας όπου σχεδιαζόταν ο εξανδραποδισμός, όλα τα προπύργια του κατοχικού κράτους έπεσαν. Τι και αν η Αστυνομία Πόλεων – το μηχανοκίνητο, η Ειδική Ασφάλεια – αιματοκύλισαν τους διαδηλωτές σκοτώνοντας δέκα άτομα στην είσοδο του υπουργείου Εργασίας. Τι και αν οι κατακτητές έβγαλαν στους δρόμους τα τεθωρακισμένα. Μπροστά στον ενωμένο και οργανωμένο λαό τα φοβερά όπλα των ισχυρών τίποτε δεν καταφέρνουν. Τα σχέδια για την πολιτική επιστράτευση αποσύρθηκαν. Και ο Ράλλης, μαζί του σύσσωμη η ελληνική πλουτοκρατία, βρήκε μια ακόμα ευκαιρία να τονίσει στους εκλεκτούς του συνομιλητές – κατακτητές και δυνάστες της Ελλάδας – την ανάγκη να του εμπιστευτούν την εγχώρια αντικομμουνιστική σταυροφορία επιτρέποντάς του να κτίσει στρατό για να κτυπήσει με φωτιά και σίδερο τους κομμουνιστές και τους αντάρτες. Οι κατακτητές, ακόμα και οι Ιταλοί που μόλις είχαν πάθει στρατιωτική πανωλεθρία στον Φαρδύκαμπο, είδαν την ιδέα θετικά: ο δρόμος για τη συγκρότηση Ταγμάτων Ασφαλείας και παρακρατικών «εθνικών» αντικομμουνιστικών οργανώσεων τύπου «Χ» άνοιξε διάπλατα. Ο ΕΔΕΣ της Αθήνας, ο Γονατάς, ακόμα και ο μακριά ευρισκόμενος Πλαστήρας, ανέλαβαν είτε την ευλογία, είτε το πρακτικό μέρος του ζητήματος.

Την ίδια ημέρα, στις 5 Μαρτίου, που η Αθήνα αγωνιζόταν στους δρόμους, πολύ μακρυά, στη δυτική Μακεδονία, ολοκληρωνόταν η μάχη του Φαρδύκαμπου. Ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα με πυροβολικό, 600 πολεμιστές του φασιστικού Imperio, παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ και στους εξεγερμένους αγρότες. Ο απέναντι κόσμος δεν άλλαξε τις συνήθειές του: Sτις 4 Φεβρουαρίου στο Χρηματιστήριο της Σοφοκλέους έγιναν ανάρπαστες οι 48.000 χρυσές λίρες και τα 1.250.000 χρυσά εικοσόφραγκα,  αυτό το ματωμένο χρυσάφι, που έριξαν οι Γερμανοί για να ανταποκριθούν στις επιθυμίες της ελληνικής πλουτοκρατίας. Στις 28 Φεβρουαρίου πουλήθηκαν άλλες 63.000 λίρες, στις 2 Μαρτίου 33.000, στις 3 Μαρτίου 1.700.000 χρυσά εικοσάφραγκα. Το αίμα που χυνόταν στους δρόμους επηρέασε ελάχιστα τις χρηματιστηριακές δραστηριότητες.

Τελικά, στις 5 Μαρτίου 1943 πιστοποιήθηκε αυτό που ήδη πολλοί διαισθάνονταν και που οι κομμουνιστές δεν κουράζονταν να διακηρύσσουν. Η Ελλάδα, ο κόσμος, ήταν χωρισμένος στα δύο. Στον κόσμο του κέρδους, του καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης, του ιμπεριαλισμού, της σφαγής και του πολέμου. Και στον κόσμο της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας, στον κόσμο της εργασίας, του πατριωτισμού, της ισότητας, της λαϊκής εξουσίας, του σοσιαλισμού τελικά. Γύρω από το όποιο υπουργείο Εργασίας ο αγώνας ήταν πλέον για την πολιτική εξουσία: και συνακόλουθα για την ανατροπή του παλιού και το κτίσιμο ενός καινούργιου κόσμου.

Κυρίες και κύριοι,

Ο δικός μας καιρός απέχει 75 χρόνια από τα τότε γεγονότα. Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε, πολλά παραμένουν ίδια. Οι αγώνες της 5ης Μαρτίου, οι αγώνες της Αντίστασης, των αδιάκοπων ταξικών αγώνων, ο Νίκος ο Πλουμπίδης, οι κομμουνιστές, μας καλούν να μελετήσουμε εκείνους τους καιρούς, να τους μελετήσουμε με σεβασμό, έχοντας πάντα ως στόχο την καλλιέργεια εκείνης της γνώσης, της επιστημονικής παιδείας, πάνω στη οποία θα μπορέσουμε να στηρίξουμε την αλλαγή του κόσμου.

Όσοι επιζητούν το αντίθετο, όσοι ψάχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας να βρουν ότι μπορεί να αμαυρώσει, να στρεβλώσει, να διασύρει πρόσωπα και καταστάσεις, την αλλαγή του κόσμου πολεμούν.

Θέλουν η αντανάκλαση του χθες να είναι εικόνα και ομοίωση του δικού τους σήμερα. Ένα σήμερα υποταγής, υποτέλειας, αέναου προσκυνήματος, συνδιαλλαγής, προσαρμογής και εξαπάτησης, Ένα σήμερα τόσο άθλιο, όσο και ο κόσμος της αδικίας, της εκμετάλλευσης και του πολέμου που υπηρετεί.

Τυφλώνουν τους λαούς ανάγοντας το επουσιώδες σε ουσιώδες και παραποιώντας τη σημασία λέξεων και αξιών. Αφήστε τους να μοχθούν.

Ο Νίκος ο Πλουμπίδης, οι κομμουνιστές, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας ανήκουν στην αγωνιστική παρακαταθήκη του λαού μας. Οι άλλοι που αλήθεια ανήκουν;

 

 

(Ευχαριστούμε τη φίλη ΕΜ για τη βοήθεια)