• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Δήμος Καισαριανής – Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης: «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα»

Η Δημοτική βιβλιοθήκη Καισαριανής και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ παρουσιάζουν «μια ιστορία για τη φιλία και την αντίσταση» το βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάσης «όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Μαζί μας η συγγραφέας, συζητάει και απαντάει στις ερωτήσεις του κοινού.

Η Αγγελική Δαρλάση γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Θεατρολογία στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Παραστατικές Τέχνες στο Royal Central School of Speech and Drama. Έχει δουλέψει σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση, και διδάσκει Δημιουργική Γραφή και Θέατρο-Θεατρική Παιδεία. Γράφει από το 2000. Αρκετά βιβλία και θεατρικά της έργα έχουν διακριθεί. Το Παλιόπαιδο (2014): Αναγραφή στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ για τη συγγραφή, Βραβείο για τη συγγραφή και την εικονογράφηση Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Με λένε… Σύννεφο ή οι άγραφες σελίδες μιας Νεφέλης (2012): Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων, Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και Περιοδικού «Αναγνώστης». Το Δέντρο που είχε φτερά (2010): Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων και Περιοδικού «Διαβάζω». Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο (2009): Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, White Raven της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νεότητας Μονάχου, Κρατικό Βραβείο Παιδικού Θεατρικού έργου για τη θεατρική μεταφορά του. Ονειροφύλακες (2004): Κρατικό Βραβείο Παιδικής-Νεανικής Λογοτεχνίας. ΕΦΥΓΑΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ Ιστορία για τη Φιλία και την Αντίσταση 5Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδούν, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν. Επειδή τα αγάλματα τις νύχτες ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το ήξερε καλά αυτό, αφού μεγάλωσε μέσα στο μουσείο σχεδόν. Άλλωστε, το ότι είχε ένα ολόκληρο κι ένα μισό, «καταραμένο» χέρι την έκανε να τους μοιάζει ακόμα περισσότερο. Με εξαίρεση τον Τίκο, τον μόνο σάρκινο φίλο της, τα αγάλματα ήταν οι καλύτεροί της φίλοι. Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο φόβος ότι θα επικρατήσει το σκοτάδι του ναζισμού έγινε ακόμα ισχυρότερος. Κι όσοι σχετίζονταν με το μουσείο, από τους αρχαιολόγους μέχρι τους απλούς εργάτες, όλοι μοιράζονταν μια κοινή αγωνία· όλοι προστάτευαν το ίδιο μυστικό, που έμοιαζε να συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «Να προλάβουμε…». Η Αγγελίνα θα θελήσει να μάθει εκείνο το μυστικό και θα βοηθήσει τον Τίκο να κρύψει το δικό του. Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για τη φιλία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Δαρλάση

|> αυτοπαρουσίαση |> … Καλές τέχνες, Συγγραφέας – Σκηνοθέτης | Θεατρολόγος |> «Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Διαβάζω μετά μανίας επίσης από τότε. Μεγαλώνοντας υπήρχαν φορές που ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας. Μεγαλώνοντας ακόμη πιο πολύ είδα πως ίσως τελικά τα όνειρα να μπορούν και να πραγματοποιηθούν, αρκεί να τα πιστέψεις και να προσπαθήσεις πολύ γι’ αυτά. Και να μην πάψεις ποτέ να προσπαθείς».

Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα – Συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση, Πρόλογος: Άλκη Ζέη (ISBN: 978-618-03-0350-6, 224 σελίδες, ημερομηνία Έκδοσης 16/11/2015) Μια ιστορία για την ταυτότητα, τη φιλία και την ανθρωπιά με φόντο τη σχετικά άγνωστη ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Περιγραφή από το προλογικό σημείωμα της Άλκης Ζέη

  • Το βιβλίο εντάσσεται στον 6ο Μαραθώνιο Ανάγνωσης «Ήρωες και ηρωίδες του χτες και του σήμερα» που διοργανώνουν οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ από τον Οκτώβριο 2016 έως τον Μάιο 2017. Το βιβλίο ανήκει στην ομάδα βιβλίων που πρέπει να διαβάσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες της ΣΤ’ Δημοτικού.
    Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν.
  • Επειδή τα αγάλματα τις νύχτες ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το ήξερε καλά αυτό αφού μεγάλωσε μέσα στο μουσείο σχεδόν. Άλλωστε, το ότι είχε ένα ολόκληρο κι ένα μισό, «καταραμένο» χέρι την έκανε να τους μοιάζει ακόμα περισσότερο. Με εξαίρεση τον Τίκο, τον μόνο σάρκινο φίλο της, τα αγάλματα ήταν οι καλύτεροί της φίλοι.
  • Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο φόβος ότι θα επικρατήσει το σκοτάδι του ναζισμού έγινε ακόμα ισχυρότερος. Κι όσοι σχετίζονταν με το Μουσείο, από τους αρχαιολόγους μέχρι τους απλούς εργάτες, όλοι μοιράζονταν μια κοινή αγωνία· όλοι προστάτευαν το ίδιο μυστικό που έμοιαζε να συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «Να προλάβουμε…».
  • Η Αγγελίνα θα θελήσει να μάθει εκείνο το μυστικό και θα βοηθήσει τον Τίκο να κρύψει το δικό του.
  • Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για τη φιλία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.
  • «Πόλεμος, Αντίσταση, Απελευθέρωση, όλα περνούν μέσα από τον κόσμο της μικρής ηρωίδας. Κι έτσι η συγγραφέας μαθαίνει στα παιδιά, χωρίς διδακτισμό, πως η Αντίσταση δεν είναι μόνο τα όπλα… Δε γράφει η Αγγελική Δαρλάση, κεντάει βελονιά βελονιά, και κάνει να αγαπηθούν αυτά που κρύβει μέσα του ένα μουσείο».

«Θυμάμαι, ήταν Σεπτέμβρης»…Η φωνή της αρχικά ήταν άχρωμη.
«Ο Σεπτέμβρης που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψου­με το σπίτι μας, το βιος μας, τη ζωή μας. Ήταν όμορφο το σπίτι μας. Δίπατο, με παράθυρα μεγάλα. Με κρυστάλ­λινους πολυελαίους, δρύινα πατώματα, ζωγραφισμένα πλακάκια στα μπάνια. Στα παράθυρα η μητέρα είχε όμορ­φες γαλαζοπράσινες κουρτίνες από δαμασκηνό ύφασμα. Τα τραπέζια ήταν πάντα στρωμένα με κεντητά τραπεζο­μάντιλα. Στους τοίχους ζωγραφιές και φωτογραφίες σε κορνίζες. Στα παράθυρα ζουμπούλια και γεράνια.
»Όταν όμως, εκείνο τον Σεπτέμβρη, άρχισε το μακε­λειό, αν θέλαμε να σωθούμε, έπρεπε να φύγουμε όπως όπως, παρατώντας τα πάντα πίσω μας. Πηγαινοερχόμα­σταν οι γυναίκες πανικόβλητες να πάρουμε φεύγοντας
«Πόλεμος, Αντίσταση, Απελευθέρωση, όλα περνούν μέσα από τον κόσμο της μικρής ηρωίδας. Κι έτσι η συγγραφέας μαθαίνει στα παιδιά, χωρίς διδακτισμό, πως η Αντίσταση δεν είναι μόνο τα όπλα… Δε γράφει η Αγγελική Δαρλάση, κεντάει βελονιά βελονιά, και κάνει να αγαπηθούν αυτά που κρύβει μέσα του ένα μουσείο» …μαζί μας ό,τι τύχαινε ή ό,τι μπορεί και να μας χρειαζόταν. Λίγα ρούχα, τα στέφανα του γάμου της μάνας, την εικόνα της Παναγιάς, τα χαρτιά μας. Κοσμήματα και φλουριά.
»Μπαινόβγαινα ταραγμένη κι εγώ ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα πράγματα γύρω μου∙ οι καρέκλες, τα βάζα με τα λουλούδια που ήθελε άλλαγμα το νερό τους, τα κεντημένα μαξιλαράκια που κάθε πρωί τα χτυπούσα μαλακά ν’ αφρα­τέψουν. Αποχαιρετούσα το σπίτι βουβά. Από τα πόμολα μέχρι το πιάνο, χαϊδεύοντας τριγύρω παντού με το βλέμμα. Δεν ήταν τα πράγματα που με ένοιαζαν. Ήταν η φιλόξενη θαλπωρή τους, η συντροφιά κι οι αναμνήσεις μας που είχαν ακουμπήσει απλόχερα πάνω τους».
Έκανε μια παύση. Άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. Έβαλε το τυλιγμένο βαζάκι στο κιβώτιο. Πήρε ένα ακόμα φύλλο εφημερίδας.
«Τότε, θυμάμαι, ήρθε η μικρή μου αδερφή, η Αγγέλα. Ήταν μόλις έξι χρονών. Τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Μ’ έπιασε από το χέρι και με πήγε στο σερβάν, μπροστά από τα γυάλινα παιχνίδια. Ποιος να ’ξερε άραγε από ποιον και πότε αγορασμένα. Ίσως κάποτε πολύ παλιά σε κάποιο πα­ζάρι. Θυμάμαι ήταν ένα σκυλάκι, μια γάτα, ένα κορίτσι, ένα αγόρι, μια μαϊμού, ένα άλογο, ένας κύκνος.
»Από τότε που ήμουν κι εγώ μικρό παιδί θυμάμαι πως εκείνα τα γυάλινα αγαλματάκια βρίσκονταν πάντοτε αρα­διασμένα όμορφα πάνω στη δεξιά άκρη στο σερβάν του καθημερινού δωματίου. Και ήταν λες κι εκείνο το διάφανο γυαλί απ’ το οποίο ήταν καμωμένα να μάγευε. Να μά­γευε κάθε παιδί που μεγάλωνε σ’ εκείνο το σπίτι ή κάθε παιδί που ερχόταν επισκέπτης. Όλα ήθελαν να παίξουν με εκείνα τα γυάλινα παιχνίδια.
»Κι η μάνα τα έβγαζε προσεκτικά ένα ένα και μας τα έδινε. Και μετά, όταν τελείωνε το παιχνίδι, τα έβαζε και πάλι στη θέση τους. Κάποτε όταν ήμουν μικρή έπαιζα εγώ μαζί τους. Αργότερα ο αδερφός μου ο Μιχάλης. Τώρα είχε έρθει η σειρά της μικρής Αγγέλας.
»Ήταν πλέον αρκετά μεγάλη για να μην υπάρχει φόβος να τα σπάσει. Όλο και κάποιο παιδί, όσο προσεκτικό και να ’ταν… ε, όλο και κάποιο θα έσπαγε. Γι’ αυτό και με τα χρόνια τα παιχνιδάκια είχαν λιγοστέψει. Η μικρή μου αδερφή δεν είχε προλάβει να τα χαρεί. Λίγες οι φορές που την είχαν αφήσει ως τότε. Η παράδοση ήθελε να παίζου­με μαζί τους απ’ όταν γινόμασταν έξι χρονών. Κι εκείνη είχε μόλις πριν από έναν μήνα γίνει έξι. Δε θα προλάβαινε, λοιπόν, να παίξει και τώρα έπρεπε να φύγουμε από το σπίτι. Έρχονταν οι εχθροί. Αλλά εκείνης εκεί, στα γυάλι­να παιχνίδια, το μυαλό της. Το παράπονό της.
»“Να τα πάρω μαζί μου, Ντουντού;” με ρώτησε κλα­μένη.
»Κι εγώ της είπα πως δεν είχαμε χώρο.
»“Να πάρω έστω ένα;”
»“Φυσικά και να πάρεις. Κάμε γρήγορα μόνο”.
»Κι εκείνο το καημένο το μικράκι κοιτούσε θλιμμένα και δεν ήξερε ποιο να διαλέξει.
»Της έδωσα το πρώτο που έπιασα από το σερβάν και της είπα να μη χασομεράει. Η μικρή όμως είχε πεισμώσει κι ήθελε να πάρει κι άλλα, δεν ήξερε ποιο να διαλέξει, δεν ήθελε να διαλέξει, δεν μπορούσε. Θύμωσα. Δεν είχαμε ώρα για ανόητα παιδιαρίσματα. Έβαλε τα κλάματα. Στύ­λωσε τα πόδια της. Είπε πως δε θα πήγαινε πουθενά.
»Κι η μάνα από κάτω ούρλιαζε να βιαστούμε και τα άλογα χλιμίντριζαν και κάπου από μακριά ακούγονταν φωνές, κλάματα, ουρλιαχτά, πυροβολισμοί.
»“ Έλα, μην κλαις κι εγώ θα σ’ τα κρύψω, όταν γυρίσου­με να έρθεις να τα βρεις να παίξεις” με θυμάμαι να της λέω αυθόρμητα, χωρίς να το καλοσκεφτώ, για να την πείσω να συμβιβαστεί. Δεν είχαμε χρόνο για πείσματα. Πήγα στον διάδρομο, τρίτο πλακάκι αριστερά, μπροστά από την πόρ­τα της κουζίνας. Ένα πλακάκι σπασμένο στη μια του άκρη. Από κάτω το πάτωμα κούφιο. Ήταν η κρυψώνα για τα μυ­στικά των παιδιών εκείνου του σπιτιού. Ανασήκωσα το πλακάκι. Κι έβαλα εκεί μέσα ένα ένα όλα εκείνα τα γυά­λινα παιχνίδια των παιδικών μας χρόνων. Τα παιχνίδια ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να παίξει μαζί τους. Κι όλα χω­ρέσανε. Εκτός από εκείνη τη μικρή μαϊμού. Εκείνη περίσ­σεψε. Έβαλα και πάλι το πλακάκι στη θέση του.
»“Να θυμάσαι, τρίτο πλακάκι αριστερά, μπροστά από το κατώφλι της κουζίνας” είπα στην αδερφή μου. “ Όταν θα γυρίσουμε, θα τα βγάλουμε να παίξεις με όλα, ναι;”
»Κι εκείνη συμφώνησε. Και φύγαμε. Κι απέμειναν εκεί τα γυάλινα παιχνίδια κρυμμένα. Και κρατούσε στο ένα χέρι τη γυάλινη μαϊμού κι εγώ της κρατούσα την κούκλα της. Ναι, εκείνη που είναι στο κομοδίνο μου χρόνια τώρα.
»“Μην κλαις, μαϊμού. Μην κλαις, μαϊμού, και σ’ αγα­πάει η Ντουντού” την άκουγα να ψιθυρίζει σ’ όλο τον δρόμο πάνω στο κάρο.
»Ντουντού με φώναζαν χαϊδευτικά όταν ήμουν μικρή. Ντουντού στα τούρκικα σημαίνει κάτι σαν μικρή κυρία, νομίζω. Και μου έμεινε. Ακόμα κι όταν μεγάλωσα με φώ­ναζαν έτσι καμιά φορά οι γονείς μου. Κι όταν η Αγγέλα άρχισε να μιλάει, έτσι με φώναζε. Κι ας ήμουν πλέον μεγάλη. Την περνούσα κοντά δώδεκα χρόνια.
»“Ντουντού” μου φαίνεται πως άκουγα παντού γύρω μου, όταν ξαφνικά βρέθηκα στριμωγμένη σε μια βάρκα. Μέσα στον πανικό να προλάβουμε να μπούμε στις βάρκες είχα χάσει και την Αγγέλα και τη μάνα. Ήταν δίπλα μου στο λιμάνι, αλλά όταν με τα πολλά μπήκα στη βάρκα δεν τις έβλεπα πουθενά ανάμεσά μας. “Αγγελάκι” με θυμάμαι να ουρλιάζω. Αλλά γύρω μου ούρλιαζαν τόσοι πολλοί. Έκλαιγαν και θρηνούσαν τόσοι. Θα την έχει η μάνα στον νου της. Θα της κρατάει το χέρι η μάνα, σκεφτόμουν. Επαναλάμβανα εκείνη τη σκέψη σαν προσευχή ξανά και ξανά κι έσφιγγα στην αγκαλιά μου την κούκλα της, αυτό που απέμεινε σε μένα από εκείνη. Όλα αυτά τα χρόνια. Είναι η μόνη παρηγοριά μου να σκέφτομαι πως η Αγγέλα, το αγγελάκι μας, ήταν με τη μάνα. Και σώθηκαν κι οι δυο. Μπορεί να σκοτώθηκε ο αδερφός μου ο Μιχάλης, μπορεί ο πατέρας να μην είχε γυρίσει ποτέ όταν βγήκε να βρει τον Τούρκο φίλο του να ζητήσει προστασία, αλλά τουλάχιστον η μάνα κι η Αγγέλα είναι καλά. Ζωντανές. Ζούνε κάπου έχοντας συντροφιά η μία την άλλη. Κι έχει η αδερ­φή μου τη μικρή γυάλινη μαϊμού μαζί της να της θυμίζει τη μεγάλη αδερφή της. Κι έχω εγώ την κούκλα της. Μα­ζί της χαϊδεύω και αγκαλιάζω τη μικρή μου αδερφή.

»Το έχω κάνει τάμα. Να μ’ αξιώσει η Παναγιά να πάω πίσω, σ’ εκείνο το σπίτι. Να παρακαλέσω τους νέους ιδιοκτήτες να μπω μέσα. Μόνο για λίγο. Τίποτα άλλο δε με νοιάζει. Μόνο να σηκώσω εκείνο το πλακάκι. Κι αν λεί­πουν τα γυάλινα παιχνίδια, θα μερέψει η ψυχή μου. Θα γαληνέψω. Θα είναι το μόνο σημάδι πως η μικρή μου αδερφή έζησε. Γύρισε και πήρε τα γυάλινα παιχνίδια της. Αν όχι, θα πεθάνω με τον καημό και την ελπίδα».

ΟΤΑΝ ΕΦΥΓΑΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ Ιστορία για τη Φιλία και την ΑντίστασηΟΤΑΝ ΕΦΥΓΑΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ Ιστορία για τη Φιλία και την ΑντίστασηΟΤΑΝ ΕΦΥΓΑΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ Ιστορία για τη Φιλία και την Αντίσταση

βιβλιοκριτική από την Έλενα Αρτζανίδου συγγραφέα – εκπαιδευτικό

Πες ένα βιβλίο: «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα», Αγγελική Δαρλάση, εξώφυλλο: Μυρτώ Δεληβοριά, εκδ. Μεταίχμιο

Γιατί! Ρωτάτε γιατί;

Μα γιατί είναι μια συγκλονιστική αντιπολεμική ιστορία στα χρόνια του Ελληνοϊταλικού πολέμου όπου η φιλία, ο αγώνας, η ενηλικίωση, το διαφορετικό και προπάντων η Πολιτιστική κληρονομιά πρωταγωνιστούν και όπως λέει στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου η καταξιωμένη και αγαπημένη συγγραφέας όλων Άλκη Ζέη:

«…Πόλεμος, Αντίσταση, Απελευθέρωση, όλα περνούν, μέσα από τον κόσμο της μικρής ηρωίδας. Κι έτσι η συγγραφέας μαθαίνει στα παιδιά, χωρίς διδακτισμούς, πως η Αντίσταση δεν είναι μόνο τα όπλα. Υπάρχουν κι άλλα που μπορείς να κάνεις και που αποδεικνύονται τόσο γενναίες πράξεις όσο το να υπερασπίσεις μια πόλη ή να τινάξεις μια γέφυρα του εχθρού…»

Αβίαστα η ιστορία κινείται ανάμεσα σε διαπροσωπικές σχέσεις, φιλίες μαζί με την αγωνία της απόκρυψης των αγαλμάτων από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να διασωθούν.

Η πλοκή σφιχτή, δίχως στιγμή να γίνεται βαρετή με τους ήρωες ζωντανούς να κινούνται σε κάθε σκηνή. Ο λόγος προσεγμένος, συγκινητικός, προκαλεί τον αναγνώστη και τον αναγκάζει να σκεφτεί και να πάρει θέση.

Μια ιστορία που δείχνει, αλλά και ζητά από το μικρό και μεγάλο αναγνώστη να αναλογιστεί τις αξίες και τις θυσίες όλων εκείνων που πρόσφεραν για να είμαστε εμείς σήμερα σε μια ελεύθερη πατρίδα με τους θησαυρούς της ιστορίας μας ακέραιους.

Παραμυθιακά, αέρινα τα σύντομα κομμάτια που παραθέτει εύστοχα και ζηλευτά η συγγραφές, έτσι ο αναγνώστης παρατηρεί και συμπάσχει με τη μικρή ηρωίδα,την Αγγελίνα καθώς συνομιλεί ή ακούει τα αγάλματα που της μιλούν, της φωτίζουν άγνωστα μονοπάτια και τέλος οδηγούν την παιδική ψυχή της και την καρδιά  της να κάνει όσα μπόρεσε να πράξει.

Κάθε κεφάλαιο και μια θεατρική σκηνή. Κάθε παράγραφος και ένα σταμάτημα για σκέψη. Κάθε διάλογος και ένα σκίρτημα. Κάθε δράση και ένα τσίμπημα, μια αφύπνιση του Νεοέλληνα.

Θέμα: Η κοινή αγωνιά όλων όσων εργάζονταν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο την περίοδο που ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα ήταν να «προλάβουν» να κρύψουν τα αγάλματα. Μια ιστορία όπου η φιλία, η αντίσταση, πρωταγωνιστούν μαζί με το γκρίζο της εποχής, μέχρι που φτάνει η απελευθέρωση με απώλειες που δεν σταματούν αφού έρχεται ο αδελφοκτόνος πόλεμος και ο πόνος με τον αγώνα συνεχίζονται.

Οπισθόφυλλο: Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν.
Επειδή τα αγάλματα τις νύχτες ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το ήξερε καλά αυτό αφού μεγάλωσε μέσα στο μουσείο σχεδόν. Άλλωστε, το ότι είχε ένα ολόκληρο κι ένα μισό, «καταραμένο» χέρι την έκανε να τους μοιάζει ακόμα περισσότερο. Με εξαίρεση τον Τίκο, τον μόνο σάρκινο φίλο της, τα αγάλματα ήταν οι καλύτεροί της φίλοι.
Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο φόβος ότι θα επικρατήσει το σκοτάδι του ναζισμού έγινε ακόμα ισχυρότερος. Κι όσοι σχετίζονταν με το Μουσείο, από τους αρχαιολόγους μέχρι τους απλούς εργάτες, όλοι μοιράζονταν μια κοινή αγωνία∙ όλοι προστάτευαν το ίδιο μυστικό που έμοιαζε να συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «Να προλάβουμε…».
Η Αγγελίνα θα θελήσει να μάθει εκείνο το μυστικό και θα βοηθήσει τον Τίκο να κρύψει το δικό του.

Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για τη φιλία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Ποιος το έγραψε: Η βραβευμένη Αγγελική Δαρλάση που έχει το ταλέντο και κεντά όταν γράφει ιστορίες. Με τη ρεαλιστική ιστορία που στήνει καταφέρνει μέσα από το κλίμα της δύσκολης εποχής του πολέμου να σταθεί σε ένα γεγονός, αυτό της απόκρυψης των αγαλμάτων, για να πει αλήθειες δύσκολες. Να χτίσει καλλιτεχνικά σκηνικά που δυσκολεύουν, αλλά προκαλούν το θαυμασμό και παραδειγματίζουν τους σημερινούς αναγνώστες- νεοέλληνες, προτρέποντάς τους, δίχως τα πρέπει, να αντιδρούν στα δύσκολα και να παραμένουν και στα εύκολα, αν θέλουν το μέλλον για τον τόπο να έχει συνέχεια.

Μια αληθινή ιστορία που η συγγραφέας καταφέρνει να την ανασύρει, να την στήσει και να δώσει τις αλήθειες της με επιτυχία.

Η πολυεπίπεδη ιστορία της Αγγελικής Δαρλάση, επαναφέρει στο προσκήνιο εποχές δύσκολες που κάποιοι θεωρούν πως αυτές οι λογοτεχνικές ιστορίες είναι παραειπωμένες και παρωχημένες. Κάνουν λάθος.

Η συγγραφέας με το πείσμα της και τις θέσεις της αναγκάζει όσους αρέσκονται στα εύκολα και απλά  να σταθούν και να προσέξουν ξανά θέματα που είναι η σκυτάλη της συνέχειας κάθε λαού.

Και επειδή η Λογοτεχνία πρέπει να είναι πολλά βήματα μπροστά, οφείλει να διατηρεί με ακεραιότητα και αντικειμενικότητα αυτές τις ιστορίες και να τις πάει και ακόμα παραπέρα, αυτό διαφαίνεται πως ενστερνίζεται και η Αγγελική Δαρλάση για αυτό με σεβασμό και επιτυχία το υπηρετεί.ΟΤΑΝ ΕΦΥΓΑΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ Ιστορία για τη Φιλία και την Αντίσταση

Εικόνες: Η Μυρτώ Δεληβοριά έχει κάνει ένα υπέροχο εικαστικό εξώφυλλο.

Ωραία παράγραφος: …«Κοιτάζω τα νύχια του χεριού μου, που είναι βρόμικα, όπως και τότε. Αγγίζω τον κορμό ενός δέντρου. Η χαραγμένη ημερομηνία μόλις που διακρίνεται:

« 28 ΟΚΤ 1940. ΟΧΙ» Πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Πού πήγαν τόσα χρόνια; Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;…

…Τώρα κρατάω στον κόρφο μου ένα τσίγκινο κουτί που άλλοτε είχε μπισκότα.

«Τι έχει μέσα το κουτί; Θα πεις;»

«Τον θησαυρό μου».

«Ποιο θησαυρό σου;»

«Εσύ μου είχες πει. Θυμάσαι; Πως όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να φύγουν από τα σπίτια τους επειδή ο πόλεμος πλησίαζε έκρυβαν πολλές φορές ό,τι αγαπημένο είχαν από τον φόβο μήπως τυχόν και το χάσουν στο δρόμο της προσφυγιάς. Το έθαβαν με την ελπίδα πως κάποτε θα γυρνούσαν πίσω στο σπίτι τους και θα το ξέθαβαν άθικτο. Κι ήταν εκείνος ο θησαυρός από τα προσωπικά τους αντικείμενα ό,τι θα τους  ένωνε με το παρελθόν τους…σελ.210-211

Απευθύνεται: Σε μικρούς και μεγάλους αναγνώστες που αγαπούν  τη λογοτεχνία.

Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης

Το προτείνεις; Το προτείνω στο σπίτι, στο σχολείο, στη βιβλιοθήκη, στο μετρό, στο λεωφορείο. Μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία πολλών συζητήσεων και αναστοχασμού. Η ανάγνωσή του μπορεί να γίνει η αφορμή και να επισκεφτούν τα σχολεία ή οι οικογένειες το / τα Μουσεία.


Επιμέλεια  Ομάδα ¡H.lV.S!
Επικοινωνία – [ FaceBook |>1<|-|>2<| ] – Blog