Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Δίκη για την επίθεση με βιτριόλι: Κυνική, προκλητική και αμετανόητη η κατηγορούμενη

 «Ιωάννα, εσύ γνωρίζεις καλύτερα γιατί έχει γίνει όλο αυτό», είπε η κατηγορούμενη στη δίκη της υπόθεσης με το βιτριόλι, μόλις ολοκληρώθηκε η κατάθεση της Ιωάννας Παλιοσπύρου.

Η 37χρονη ζήτησε τον λόγο μόλις το θύμα κατέβηκε από το βήμα του μάρτυρα και δήλωσε πως δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει την Ιωάννα. «Θα ήθελα να απευθυνθώ προς το θύμα…», ξεκίνησε να λέει η κατηγορούμενη, η οποία μόλις ζήτησε τον λόγο κλήθηκε από το δικαστήριο να ανέβει στο βήμα. Την κατηγορούμενη διέκοψε η οργισμένη φωνή του αδελφού της Ιωάννας που της είπε «μην ξανακοιτάξεις από εδώ».

Κατηγορούμενη: Ξέρω ότι αυτό που έχει γίνει δεν είναι αποδεκτό, αλλά εσύ Ιωάννα γνωρίζεις γιατί έχει γίνει όλο αυτό. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να της αφαιρέσω τη ζωή.

Η τοποθέτηση της κατηγορουμένης ήρθε αμέσως μετά την καταληκτική τοποθέτηση της Ιωάννας, η οποία κλείνοντας την σχεδόν τρίωρη κατάθεσή της είπε: «Θέλω να πω ότι από εκείνη την ημέρα το μεγαλύτερο συναίσθημα που νιώθω είναι φόβος. Φόβος γιατί δεν γνωρίζω τον λόγο της επίθεσης, αλλά και γιατί δεν γνωρίζω ποιοι άλλοι είχαν συμμετάσχει σε αυτήν τη επίθεση εναντίον μου. Είμαι βέβαιη ότι αν είχε καταφέρει να μου επιτεθεί στο σπίτι μου, όπως αρχικά σχεδίαζε, αν είχε γίνει η επίθεση εκεί που είμαι μόνη μου, και βράδυ που συνήθως γυρίζω στο σπίτι, εγώ σήμερα δεν θα ήμουν εδώ. Θα επιτύχει τον σκοπό της».

«Θέλω να σας πω πως λούστηκα με αυτό το υγρό»

«Θέλω να σας πω πως λούστηκα με αυτό το υγρό. Το ένιωσα παντού πάνω μου. Τα ρούχα λιώσανε πάνω μου». Έσι ξεκίνησε η Ιωάννα Παλιοσπύρου την κατάθεσή της στο Μικτό ορκωτό δικαστήριο για την ημέρα που άλλαξε την ζωή της. Έχοντας πίσω της την γυναίκα που της επιτέθηκε με μεγάλη ποσότητα καυστικού υγρού, η Ιωάννα είναι ψύχραιμη. Λίγο πριν ανέβει στο βήμα, κοίταξε επίμονα την κατηγορούμενη, όταν εκείνη θέλησε να αλλάξει θέση, λέγοντάς της: «εσύ τι κοιτάς;».

Η 37χρονη, που κάθεται με τέσσερις αστυνομικούς, αποφεύγει να κοιτάξει το θύμα της, όσο καταθέτει.

Η Ιωάννα ανέφερε στο δικαστήριο: «Σηκώθηκα για να πάω στη δουλειά μου και ήμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας των γραφείων. Πάτησα το κουμπί του ασανσέρ και περίμενα να κατέβει. Κοιτούσα προς το κάτω περιμένοντας. Άκουσα κάποιους θορύβους. Δεν έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι η καθαρίστρια ή κάποιος άστεγος. Καθώς περίμενα το ασανσέρ εμφανίστηκε μπροστά μου μια γυναίκα, σήκωσα το βλέμμα και με κοίταξε στα μάτια. Μου έριξε το βιτριόλι που εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα τι ήταν και έφυγε τρέχοντας. Θέλω να σας πω ότι λούστηκα με αυτό το υγρό, το ένιωσα παντού πάνω μου. Ήμουν παντού στο σώμα μου λουσμένη και κατευθείαν μου ήρθε η μυρωδιά. Το πρώτο πράγμα ήταν να τρέξω για κάποιο βοήθεια. Θυμήθηκα ότι είχε φαρμακείο δίπλα και έτρεξα προς το φαρμακείο. Οι πόνοι ήταν φρικτοί, δεν έβλεπα καθόλου από το ένα μάτι. Μπήκα μέσα στο φαρμακείο ουρλιάζοντας, οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν τι έλεγα, πανικοβλήθηκαν. Τους έλεγα “βοήθεια, κάποιος μου έριξε κάτι καυστικο, δώστε μου λίγο νερό”. Με πήγαν στο πίσω μέρος του φαρμακείου που υπήρχε ένας νιπτήρας, έριχναν νερό. Τα μαλλιά μου πέφτανε μέσα στον νιπτήρα. Έπιαναν το πρόσωπό μου και καταλάβαινα ότι καίγομαι, ότι λιώνω. Από το βλέμμα στα μάτια των ανθρώπων που με κοίταζαν, ένιωθα ότι κάτι χάνω. Κάλεσαν σε βοήθεια το 166. Μου είπανε να βγάλω τα ρούχα μου γιατί λιώνανε πάνω μου. Εγώ το μόνο που σκεπτόμουν ήταν να μη χάσω τις αισθήσεις μου. Γιατί καταλάβαινα ότι μόνο εγώ μπορούσα να σώσω τον εαυτό μου. Φώναζα “θεέ μου βοήθησέ με, γιατί μόνο εσύ μπορείς”».

Η περιγραφή της Ιωάννας για τις ώρες που ακολούθησαν μετά τη διακομιδή της σε νοσοκομείο είναι καθηλωτική: «Θυμάμαι απλά να με βρέχουνε, να ουρλιάζω, να πονάω, να ξανακοιμάμαι, να ξαναξυπνάω, μου έκαναν τομές στο μάτι και στο αυτί. Αυτά, δεν θυμάμαι παραπάνω. Προσπαθούσα απλά να αντέχω, για να μην πονάω. Την επόμενη μέρα με ενημέρωσαν ότι θα διακομιστώ στο “Θριάσιο”. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη διακομιδή μου, επειδή δεν μπορούσα να δω, μπορούσα μόνο να ακούω, θυμάμαι την ώρα που περνούσαν τα φορία στους διαδρόμους. Μια κυρία αναφώνησε “θεέ μου” και κατάλαβα ότι το είπε για μένα (κλαίει), κατάλαβα ότι η κατάσταση δεν είναι καλή. Κατάλαβα ότι έχω σοβαρά εγκαύματα και απλά παρακαλούσα να επιβιώσω. Μέσα στο νοσοκομείο ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου, έκανα επτά χειρουργεία. Θυμάμαι ότι δεν άντεχα το φως γιατί τα μάτια μου ήταν τραυματισμενα, ακόμα και το φως του δωματίου ήταν επίπονο». 

Δεν ξέρω ακόμη τα κίνητρα της κατηγορουμένης – Ξέρω, όμως, πως δεν έχει μετανιώσει»

Με σπασμένη φωνή δείχνοντας την τεράστια φόρτιση που νιώθει περιγράφοντας όσα βίωσε, μετά την ακραία επίθεση που δέχθηκε με βιτριόλι, η Ιωάννα Παλιοσπύρου είπε στο δικαστήριο εκείνα που σκεφτόταν όσο βρισκόταν στο νοσοκομείο, για να μπορέσει να μείνει ψύχραιμη. «Για να αντέξω προσπαθούσα να κοροϊδέψω εαυτό μου» ανέφερε κλαίγοντας και εξήγησε: «Ότι ζω ένα όνειρο. Το βράδυ, μετά τις 9, αφού πέρασαν όλοι οι γιατροί έλεγα “Ιωάννα θα ξυπνήσεις”. Προσπαθούσα να με πείσω, για να αντέξω, ότι τα όνειρα μου είναι πραγματικά και η πραγματικότητα είναι ο εφιάλτης».

Η Ιωάννα κατέθεσε πως η κατηγορούμενη ήθελε να τη σκοτώσει, όπως κατάλαβε από τα στοιχεία των αστυνομικών, ενώ -όπως ανέφερε- την τρομάζει ότι η 37χρονη δεν πτοήθηκε ούτε στιγμή. Αντί να πει “τι έκανα;”, αυτή βγαίνει και χορεύει πάνω στα τραπέζια. Τόνισε, επίσης, πως ακόμη και τώρα δεν ξέρει τα κίνητρα της κατηγορουμένης, για να συμπληρώσει: «Ξέρω, όμως, πως δεν έχει μετανιώσει».

Όπως ανέφερε η Ιωάννα στη συνέχεια της κατάθεσής της:

«Θυμάμαι ότι δεν άντεχα το φως γιατί τα μάτια μου ήταν τραυματισμένα, ακόμα και το φως του δωματίου ήταν επίπονο. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου.

Για όσα διάστημα ήμουν στο νοσοκομείο έλεγα  στους αστυνομικούς ότι δεν έχω πειράξει κανέναν. Προσπαθούσα να τους βοηθήσω, αλλά δε μπορούσα. Δεν πίστευα ότι κάποιος μπορεί να κάνει τέτοιο κακό. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου είπαν ότι είχαν καταλήξει ποιος έκανε την επίθεση. Μου μιλούσαν για τη κατηγορούμενη και μου έλεγαν ότι εκείνη μού επιτέθηκε. Μαζί με αυτούς προσπαθούσα και εγώ να καταλάβω και να τους βοηθήσω. Αν ισχύει -τους έλεγα- αυτό που μου λέτε, ότι με παρακολουθεί εδώ και 1,5 χρόνο, άρα ξέρει ότι δεν έχω καμία σχέση με αυτόν τον σύντροφο που είχε. Δεν μπορούσαν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα.

Δεν ήξερα αν ισχύουν όλα αυτά, γιατί το έκανε αυτή, τι μου έχει συμβεί. Δεν καταλάβαινα και δεν μπορούσαν να μου απαντήσουν. Μετά τη προφυλάκισή της προσπάθησα να εστιάσω στις δυνάμεις μου, για να μπορέσω να βγω από το νοσοκομείο και να βγάλω σε πέρας τα χειρουργεία που έπρεπε. Στα μισά των χειρουργείων, ο οργανισμός μου δεν άντεξε. Ανέβαζα πυρετό, είχα πάθει λοίμωξη. Οι γιατροί μου είπαν ότι κινδύνευσε η ζωή μου. Κόλλησα και δεύτερη λοίμωξη στο μάτι που κινδύνεψα, για δεύτερη φορά, να το χάσω. Κάποια στιγμή με τη βοήθεια των γιατρών, τα ξεπεράσαμε. Ήρθε η στιγμή που μου ανακοίνωσαν ότι θα πάρω εξιτήριο. Μου είπαν ότι επούλωσαν τα τραύματα που είχα ότι ξεκινάει ένας μαραθώνιος και ότι χρειάζονται πολλά χειρουργεία, για να είμαι λειτουργική, να κουνάω τα χέρια μου, το λαιμό μου. Μου λέγανε ότι είναι ένας μαραθώνιος με διάρκεια.

Κάποια στιγμή, αφού επέστρεψα στο σπίτι μου, η έρευνα συνεχιζόταν. Κάποια στιγμή, οι αστυνομικοί με ενημέρωσαν για κάποια στοιχεία που βρίσκονταν στον υπολογιστή της και με ρώτησαν αν γνωρίζω κάτι. Είμαστε από διπλανά χωριά, αλλά ποτέ δε κάναμε παρέα με την κατηγορούμενη, γνωριστήκαμε εδώ στην Αθήνα. Βρεθήκαμε σε κάποιες γιορτές, γενέθλια στο σπίτι συγγενών μου και ανταλλάσσαμε κάποιες κουβέντες.

Μου είπανε για κάποιες κουβέντες που είχαν γίνει μεταξύ της ξαδέλφης μου και της κατηγορουμένης, μετά την επίθεση. Οι αστυνομικοί με ρώτησαν αν γνωρίζω κάτι. Μου ζητήθηκε, αν μπορώ, να μάθω τι είχε ειπωθεί μεταξύ τους. Κάλεσα τη ξαδέλφη μου στο τηλέφωνο και τη ρώτησα τι έχουν πει. Τη ρώτησα αν ισχύει και τι ακριβώς είχε ειπωθεί. Μου είπε ότι ισχύει, ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους, ότι δεν μου το είπε για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση. Μου είπε ότι, μεταξύ των συζητήσεων, είχαν μιλήσει και για μένα, όπως όλοι φίλοι και γνωστοί μιλούσαν για μένα. Τη ρωτούσε η κατηγορουμένη πως είμαι, αν με είδε και πως ήταν τα μέτρα στο νοσοκομείο λόγω κορονοϊού. Εκείνη της είπε ότι δε μπορούσε να μπει στο νοσοκομείο και ότι είχε δει μόνο τη μητέρα μου στο προαύλιο. Επίσης, μου ανέφερε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που της είχε κάνει εντύπωση. Η κατηγορούμενη, όπως της είπε, έκανε ένα σχόλιο πολύ προσβλητικό για μένα. Της είπε η κατηγορούμενη: “οκ, αν δε μπορεί να δουλέψει θα πάρει την αποζημίωση και θα ζήσει. Δεν έγινε κάτι”. Αυτό θύμωσε τη ξαδέλφη μου. Αυτό το περιστατικό, σε συνδυασμό με τις αναζητήσεις που με ενημέρωσαν πως είχε κάνει μετά την επίθεση και σε συνδυασμό με άλλα τουλάχιστον 2 περιστατικά που έλαβαν χώρα στο νοσοκομείο – η μητέρα μου μού είπε ότι κάποιοι ήλθαν στο νοσοκομείο να με δουν, αλλά δεν τους επετράπη η είσοδος- όλα αυτά με έκαναν να πιστέψω ότι ήθελε πραγματικά να με σκοτώσει και δε σταμάτησε ούτε και μετά.

Όλα αυτά αν τα συνδυάσει κανείς -και σύμφωνα με το συμπέρασμα των αστυνομικών- πρόθεσή της ήταν να με σκοτώσει. Έμαθα εκ τω υστέρων ότι έγιναν άλλες τρεις απόπειρες. Άλλες δυο έξω από το σπίτι μου, την είδαν οι γείτονες να κουβαλάει κάτι ύποπτο πάνω της. Σύμφωνα με τα στοιχεία, είχε γίνει μια ακόμη απόπειρα την προηγούμενη ημέρα, η οποία απλά απετράπη, διότι δε με πρόλαβε. Δε κατάφερε να με σκοτώσει. Επίσης, θέλω να επισημάνω ότι -πάλι σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα- με τρομάζει πως είχε μια συμπεριφορά ανθρώπου – είχε αναστατωθεί όλος κόσμος για το ποιος το έκανε – και αυτή βγαίνει και διασκεδάζει και χορεύει πάνω στα τραπέζια. Αντί να πει “τι πήγα και έκανα” ενθαρρύνεται ακόμη περισσότερο και  αρχίζει και αναζητά τρόπους και όπλα. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν πτοείται, που γίνεται ακόμη χειρότερος. Αυτό είναι που με φοβίζει. Και δε ξέρω ακόμη ούτε τα κίνητρα ούτε ποιοι άλλοι γνώριζαν, γιατί υπάρχουν και άλλοι. Σίγουρα ξέρω ότι δεν έχει μετανιώσει».

Η κατάθεση συνεχίστηκε με ερωτήσεις της Έδρας προς τη μάρτυρα.

Κλήτευση άλλων δύο προσώπων ζήτησε ο δικηγόρος της

Την κλήτευση από το δικαστήριο δύο ακόμη προσώπων που φέρονται να είχαν επικοινωνία με την 37χρονη κατηγορούμενη πριν και μετά την επίθεση με βιτριόλι που εξαπέλυσε σε βάρος της Ιωάννας Παλιοσπύρου, ζήτησε ο συνήγορος του θύματος, Απόστολος Λύτρας,

Ο κ. Λύτρας είπε στο δικαστήριο πως ο ένας από τους δύο μάρτυρες που ζητά να κληθούν, μέσω δικηγόρου του, «έχει αναφέρει ότι η κατηγορούμενη του είχε ζητήσει να παρακολουθεί το θύμα και να την προμηθεύσει με βιτριόλι. Αυτά τα γνωρίζουμε από πληροφορίες και από τη δικογραφία».

Το δεύτερο πρόσωπο που ζητά η Πολιτική Αγωγή να κληθεί, είναι μία γυναίκα που επίσης φαίνεται να είχε επικοινωνίες με την κατηγορούμενη σε επίμαχους χρόνους. Τα δύο πρόσωπα δεν έχουν καταθέσει σε κανένα στάδιο της υπόθεσης.

«Ζητάμε από το δικαστήριο να κληθούν για να δούμε αν υπήρχε βοήθεια προς την κατηγορούμενη χωρίς να υπονοούμε ότι υπάρχει θέμα συνεργίας» διευκρίνισε ο κ. Λύτρας.

Οι απαντήσεις της Ιωάννας στις ερωτήσεις της Έδρας

Νωρίτερα κατά την εξέτασή της η Ιωάννα απάντησε και για τον 40χρονο άντρα που είχε σχέση με την κατηγορούμενη.

«Δεν έχω γνωρίσει ποτέ τον άντρα για τον οποίο ενδιαφερόταν η κατηγορούμενη» απάντησε η Ιωάννα Παλιοσπύρου σε ερώτηση του προέδρου.

Η μάρτυρας είπε πως ο 40χρονος άντρας της έκανε αίτημα φιλίας σε social media το 2018, το οποίο αποδέχθηκε γιατί είδε πως είχαν κοινό γνωστό την κατηγορούμενη. «Τις επόμενες ημέρες δέχθηκα μήνυμα από την κατηγορούμενη» ανέφερε η μάρτυρας η οποία τόνισε πως καθησύχασε την 37χρονη και της έστειλε σε φωτογραφίες τις συνομιλίες με τον Ν.Ο. για να την ηρεμήσει. «Μου ζήτησε να της στείλω το κινητό μου και να με καλέσει. Το έκανα, με πήρε, ήταν πολύ αναστατωμένη, έκλαιγε, της είπα να μην ανησυχεί, να μείνει ήσυχη μαζί μου, προσπάθησα να τη συμβουλεύσω ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δείχνει την εντύπωση ότι στέλνει σε διάφορες κοπέλες μηνύματα, προσπάθησα να την καθησυχάσω και να την ηρεμήσω» είπε η Ιωάννα και τόνισε:

«Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον έχω δει ποτέ, δεν ξέρω την όψη του. Προσπάθησα να φερθώ και στους δύο με ευγένεια και δεν ενόχλησα κανέναν τους».

Απαντώντας σε ερώτηση της Πολιτικής Αγωγής για την στιγμή της επίθεσης, η Ιωάννα είπε πως η 37χρονη «ήρθε ακριβώς μπροστά μου και σημάδεψε ακριβώς το πρόσωπό μου. Ήταν τόσο κοντά που έβλεπα μόνο το πρόσωπο της. Το χέρι της δεν το είδα γιατί ήταν πολύ κοντά μου, αλλά το πέταξε όλο στο πρόσωπο μου και το υγρό μου ήρθε στα μάτια. Νομίζω ότι μπορεί και να ήθελε να την αναγνωρίσω. Μου έδωσε την εντύπωση ότι η ικανοποίησή της ήταν να πει ότι εγώ είμαι αυτή που το κάνω, να την αναγνωρίσω»

Πρόεδρος: Είχατε αντιληφθεί κάτι;

Ιωάννα: Όχι. Δεν είχα αντιληφθεί το παραμικρό. Δεν είχα σκεφτεί ότι κάποιος μπορεί να με παρακολουθεί…

Σε ερώτηση για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μάρτυρας απάντησε: «Από που να αρχίσω… Έχω χάσει το αυτί μου, έχω προβλήματα ακοής. Το μάτι μου έχει σωθεί αλλά δεν είναι όπως πριν. Το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου μου έχει μοσχεύματα. Έχω πρόβλημα με το λαιμό μου, δεν μπορώ να στρίψω καθόλου. Έχω πρόβλημα στα χέρια μου, στα δάχτυλα μου. Έχω προβλήματα λειτουργικά τα οποία για να φτάσω σε ένα καλό επίπεδο, όχι όπως πριν, θα χρειαστούν χειρουργεία αποκατάστασης και πάρα πολλά χρόνια, με όλους τους κινδύνους που αυτά συνεπάγονται»

Πρόεδρος: Πώς είναι η κατάσταση σας σήμερα;

Ιωάννα: Καταρχάς να σας πω ότι μου έχουν πιστοποιήσει 90% σωματική αναπηρία και 50% ψυχική αναπηρία. Αυτή τη στιγμή αφού έχω ξεπεράσει τον κίνδυνο ζωής, έχουν πάρει δέρμα να καλύψουν τα εγκαύματα, έχω πρόβλημα στην ακοή, έχω τραύμα χειρουργικό στον λαιμό μου, έχω τραύματα στα χέρια μου που αρκετά συχνά δεν μπορώ να ανοίξω, τα δάχτυλα μου έχουν ενώσεις λόγω των τραυμάτων, έχω προβλήματα λειτουργικά και ψυχικά, τα οποία δεν θα γίνουν ποτέ όπως πριν. Θα χρειαστούν πολλά επίπονα χειρουργεία αποκατάστασης με όλους τους κινδύνους που αυτά περιλαμβάνουν, λοιμώξεων και λοιπά».

Εισαγγελέας: Ήταν μεγάλη η ποσότητα του υγρού;

Ιωάννα: Ήταν μεγάλη σίγουρα. Όταν μου το έριξε ήταν σαν να ήταν ένα μπουκάλι με νερό. Ότι έριξε επάνω μου ήταν με μία κίνηση και ήρθε όλο πάνω μου και με έλουσε από το κεφάλι μέχρι κάτω.

Εισαγγελέας: Εισπνεύσατε ή κατάπιατε το υγρό;

Ιωάννα: Είμαι σίγουρη ότι το μύρισα και αν κάποιος μυρίσει, καταλαβαίνει ότι είναι καυστικό. Δεν ξέρω πως έγινε και δεν το εισέπνευσα. Νομίζω από καθαρή τύχη και θαύμα. Η γιατρός μου, μου εξήγησε ότι ήμουν τυχερή που δεν το κατάπια ή δεν το εισέπνευσα. Ενώ είμαι καμένη στα χείλη και στη μύτη, από θαύμα δεν άνοιξα το στόμα μου. Νομίζω ότι δεν πρόλαβα ούτε αυτό να κάνω… αν το είχα κάνει, η ζημιά θα ήταν ανεπανόρθωτη και θα είχα πεθάνει.

Εισαγγελέας: Πότε την γνωρίσατε την κατηγορουμένη;

Ιωάννα: Μετά το 2003-2004 που ήρθε στην Αθήνα για σπουδές, σε κάποια γενέθλια.

Εισαγγελέας: Μέσω του μηνύματος τι σας είπε;

Ιωάννα: Με είπε «κοριτσάκι μου» και με ρώτησε γιατί ήμουν φίλη του Ν.Ο. Της είπα ότι δεν τον γνωρίζω, ότι είχα αίτημα φιλίας που το αποδέχθηκα. Μου ζήτησε να τον διαγράψω γιατί έχει σχέση μαζί του.

Εισαγγελέας: Πήρατε την ξαδέλφη σας να μάθετε;

Ιωάννα: Δεν με ενδιέφερε να μάθω για τον Ν.Ο. Ούτε για τη σχέση του. Μου είπε εκείνη κάτι και το έκανα.

Εισαγγελέας: Αλλά εκείνος συνέχισε…

Ιωάννα: Ναι μου έστειλε την επόμενη ημέρα. Του εξήγησα ότι τον έχω διαγράψει και έμμεσα του εξήγησα το λόγο. Κάπου σταμάτησε, αλλά επανήλθε μετά από καιρό. Δεν θυμάμαι πότε… τα νέα μηνύματα ήταν όπως τα πρώτα, γενικά και αόριστα, ένας άνθρωπος που ήθελε μια παραπάνω επαφή χωρίς να το εκφράζει όμως. Είμαι πεπεισμένη πως αν έδινα κάποιο πάτημα θα συνέχιζε. Ο ίδιος μου είπε ότι δεν έχει σχέση με την κατηγορουμένη, όταν του είπα ότι τον διέγραψα γιατί γνωρίζω την κατηγορουμένη. Μου είπε ότι δεν είχαν δεσμό […] Η κατηγορούμενη δεν μου είχε πει το αντίθετο. Στη συνέχεια με ρώτησε εκείνη αν με έχει ενοχλήσει και της είπα «όχι». Τα μηνύματα ήταν σε εγκάρδιο κλίμα. Δεν ήταν ενοχλημένη.

Η μάρτυρας είπε πως για καιρό οι γείτονές της είχαν παρατηρήσει την παρουσία μας γυναίκας που ήταν πολύ βαριά ντυμένη «που ήταν μέσα στα σκοτάδια με το φακό του κινητού μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας μου, σε τέτοιο βαθμό που το έκριναν επικίνδυνο. Την θεώρησαν ύποπτη κίνηση, σαν κάτι να παραμονεύει. Ανησύχησαν ότι ήταν κάποια οργανωμένη ομάδα που κάνει κλοπές. Όταν την προσέγγισαν να την ρωτήσουν, ήταν πολύ απότομη και θρασύς λέγοντας ότι είναι δημόσιος χώρος».

Εισαγγελέας:  Δεν έπαιρνε προστατευτικά μέτρα;

Ιωάννα: Προσπαθούσε να κρυφτεί αλλά δεν τα κατάφερνε. Σύμφωνα με το γείτονά μου, κρυβόταν τη νύχτα στις φυλλωσιές. Ερχόταν μέσα στο σκοτάδι.

Εισαγγελέας: Σήμερα μετά από τόσον καιρό επαναλαμβάνετε πως δεν υπάρχει κάποιο άλλο κίνητρο που να αιτιολογεί την επίθεση εις βάρος σας;

Ιωάννα: Εγώ δεν βρίσκω κανένα κίνητρο γιατί δεν έχει συμβεί μεταξύ μας το παραμικρό. Δεν υπάρχει τίποτα. Η σχέση μας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και το ύφος της επικοινωνίας μας φαίνεται από τις συνομιλίες μας.

Η διαδικασία μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης του θύματος και την τοποθέτηση της κατηγορουμένης συνεχίζεται με καταθέσεις μαρτύρων.