• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Δανάη Στρατηγοπούλου: «Αηδόνι» του τραγουδιού και του αγώνα

Δανάη Στρατηγοπούλου – Χαλκιαδάκη, μια μεγάλη μορφή του πολιτισμού μας, η σπουδαία τραγουδίστρια του Αττίκ, η ποιήτρια και μεταφράστρια, η οποία γνώρισε στο πανελλήνιο το σπουδαίο ποιητικό έργο του Πάμπλο Νερούδα.

Τραγουδίστρια με βελούδινη φωνή, που έγινε μύθος με τις αξεπέραστες ερμηνείες της, πνεύμα ανήσυχο, με πολυσήμαντη δημιουργική προσφορά στη μουσική (έγραψε και η ίδια τραγούδια) και στα γράμματα (συγγραφέας και ποιήτρια), η Δανάη Στρατηγοπούλου, με τη μεταφραστική πένα της, «έφερε» στην Ελλάδα τα ποιητικά «Απαντα» ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ού αιώνα, του Χιλιανού Πάμπλο Νερούδα. Ανθρωπος προικισμένος με πολλά πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα, η Δανάη παρέμενε πάντα αγωνίστρια της ζωής: Είτε ως πρωτόβγαλτη στη «Μάντρα» του Αττίκ, είτε ως ασυμβίβαστη ψυχή στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, είτε ως ακούραστο δημιουργικό πνεύμα στη μακρινή Χιλή – τόπο αυτοεξορίας της την περίοδο της απριλιανής χούντας. Γιατί, πέρα από την αποθέωση που γνώρισε, η Δανάη «γεύτηκε» και πίκρες, διώξεις, φυλακή και την πολιτική αυτοεξορία.

Γεννημένη στην Αθήνα στις 8 Φλεβάρη του 1913, πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Γαλλία. Οι οικονομικές και πολιτικές επιστήμες που παρακολούθησε και η ενασχόλησή της, αρχικά με τη δημοσιογραφία, δεν κατάφεραν να μειώσουν το πάθος της για το τραγούδι. Το 1935 γνωρίζει τον Αττίκ και ξεκινά τις εμφανίσεις στη θρυλική «Μάντρα» του. Γίνεται η ιδανική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του, αλλά και άλλων συνθετών, όπως οι Γιαννίδης, Χαιρόπουλος κ.ά. Ανάμεσά τους τα: «Ας ερχόσουν για λίγο», «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά», «Μαραμένα τα γιούλια», «Τ’ οργανάκι», «Αδικα πήγαν τα νιάτα μου»… Καθιερώθηκε ως μεγάλη τραγουδίστρια, όχι μόνο στη «Μάντρα», αλλά και στη συνείδηση του κόσμου.

Στον πόλεμο του 1940, με τη φωνή και την κιθάρα της, προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της ψυχής των τραυματιών. Μετέχοντας στην ΕΑΜική Εθνική Αλληλεγγύη, δίνει το δικό της αγώνα κατά των κατακτητών και μεταβάλλει την κιθάρα της σε όργανο «πολέμου». Και παράλληλα, αφοσιωμένη στην Εθνική Αντίσταση του λαού μας (στην Κατοχή είχε το ψευδώνυμο Ελένη Σοφιανοπούλου), αγωνιζόταν να εξασφαλίσει λίγο φαγητό για τους πεινασμένους, να μεταφέρει πατριωτικά μηνύματα, να βοηθήσει όσους αγωνιστές κινδύνευαν. Η στάση της, ανυπότακτη και στους χώρους όπου εμφανιζόταν.

Το 1942, με την κατηγορία της υποδαύλισης επαναστατικών διαθέσεων, φυλακίζεται από τους Γερμανούς και στη συνέχεια ζει την αγωνιώδη κούρσα της καταδίωξής της. Στα χρόνια της Κατοχής, γνωρίζεται με τον ΕΑΜίτη συναγωνιστή της, Γιώργο Χαλκιαδάκη, τον οποίο παντρεύεται το 1945, και ο οποίος χάθηκε πρόωρα. Η μαχόμενη αγωνίστρια δε διώχτηκε μόνον από τους Γερμανούς, καθώς η καταδίωξή της συνεχίστηκε και μεταπολεμικά από τα Τάγματα Ασφαλείας.

Ενα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής και προσφοράς της αφορά στη Χιλή, όπου έζησε κατά τη διάρκεια της επταετίας, και στη γνωριμία της με τον Πάμπλο Νερούδα – μετέφρασε το «Κάντο Χενεράλ» (11 τόμοι). Ζει τις μέρες της ανάτασης του 1970, τότε που Πρόεδρος της Χιλής εκλέχτηκε ο Σαλβαδόρ Αλιέντε. Δίνει συναυλίες, γίνεται καθηγήτρια της Ελληνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Σαντιάγκο, γράφει λογοτεχνικά, ποιητικά, λαογραφικά έργα και άρθρα για την Ελλάδα.

Επιστρέφει με το πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας του Πινοτσέτ. Για την προσφορά της στον πολιτισμό της Χιλής και στο λαό της, τιμήθηκε, πριν λίγα χρόνια, από τη Δημοκρατία της Χιλής με το παράσημο «Orden Libertador Bernardo O’ Higgins». Για την προσφορά της στον αγώνα κατά τη γερμανική Κατοχή, της απονεμήθηκε Μετάλλιο και Δίπλωμα από την Πανελλήνια Ενωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης, ενώ για την προσφορά της στον ελληνικό πολιτισμό, παρασημοφορήθηκε με το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών.

Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 2009, αφού πρώτα εισέπραξε την αδιαφορία της πολιτείας όταν έξι χρόνια πριν το θάνατό της, η Δανάη δήλωνε, με απόγνωση, πως δεν έχει τα προς το ζην…  Ούτε καν είχε ιδρώσει το αυτί τους, επιβεβαιώνοντας με τον πιο δραματικό τρόπο την αναλγησία των κρατούντων, την απαξίωση της ασκούμενης πολιτιστικής πολιτικής, απέναντι σε πολλούς καλλιτέχνες με σημαντικότατη προσφορά.

Πηγή: Ριζοσπάστης