• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Δεκαεπτά Νοέμβρη – Τρία ποιήματα του Παναγή Αντωνόπουλου επ’ ευκαιρία της επετείου του Πολυτεχνείου

Λάβαμε από το φίλο Παναγιώτη Αντωνόπουλο τρία «λογουργήματά του»

Αγαπημένοι φίλες και φίλοι μαζί με μία συνοδευτική επιστολή, ιδιαίτερη όπως ιδιαίτερος είναι ο Παναγής Αντωνόπουλος σε όλα του. Φίλε Παναγή, σε ευχαριστούμε

Επ’ ευκαιρία της ιερής επετείου , της εξέγερσης των αγαπημένων μας παιδιών ενάντια στα σκυλιά του Ναζισμού-Φασισμού , θα έχετε την ευκαιρία  να ξαναθυμηθείτε , τον λογεργάτη ή αν προτιμάτε λογουργό Παναγή Αντωνόπουλο και τα  λογουργήματά του !!

Θερμή παράκληση : Όσοι από εσάς διατηρείτε την ελάχιστη εκτίμηση για το άτομο του και την εν γένει δημιουργική του πολιτεία, παρακαλώ σας μη τον αποκαλέσετε ποτέ πλέον, ποιητή !

Θέλει να γνωρίζετε , πώς νιώθει απέχθεια για τις λέξεις «ποίηση» «ποιητής »

Και  εξηγείται

Α)  Ποιητής μπορεί να είναι ένας κίναιδος ( δικαίωμα του )

Β)  ποιητής μπορεί να είναι ένας παιδεραστής ( εάν υπήρχαν Ανθρώπινοι νόμοι θα του αφαιρούσαν τους  γενετήσιους αδένες ( δικαίωμα μιας κάποιας ηθικής  )

Γ)  ποιητής μπορεί να  είναι ένας παιδόφιλος (  Sandro  Penna  1906-1977 ) (σε αυτόν, μόλις του αφαιρέσεις  τους αδένες , τους μπουκώνεις στο στόμα του , κατά τα Ιταλικά πρότυπα )

Δ)  Ποιητής τέλος μπορει να  είναι , κάποιος που ασελγεί πάνω στο κορμάκι της κόρης του ( δεν σας λέω τι του κάνεις , γιατι θα νιώσετε αποτροπιασμό για το άτομό μου )

Στο  προκείμενο της ημέρας

***

Δεκαεπτά Νοέμβρη

Στον  Νίκο  Μανδιλαρά
Φλώριδα   5 /2 / 01

Δεκαεπτά  Νοέμβρη  ήτανε
που  στο  ’να  χέρι  κράταγες
αυτό  που  μ’  αίμα  πότισαν  πρόγονοι  σου
και  τα’  άλλο  επάνω  σήκωνε
ενός  λαού  τις  προσμονές
και  την  αντίδραση  στους  σκύλους , τη  δική  σου .

Δεκαεπτά  Νοέμβρη  έσβηνες
όταν  το  άρμα , σου  θρυμμάτιζε  την  παιδική  και  άγουρη
τη  ραχοκοκαλιά  σου .
Κατάρας  και  επτά  τα  χρόνια  που  ’διωχνες
όταν  κατάθετες  για  μας  τους  κίβδηλους
τη  νιότη  σου  και  την  στιλβή  παλληκαριά  σου .

Δεκαεπτά  Νοέμβρη  τώρα  πια
όταν  στην  κάρα  δίπλα  ακουμπώ
κάποια  γαρύφαλλα  στη  μνήμη  τη  γλυκιά  σου
απλά  και  μόνο  αναλογίζομαι
αν  πράγματι  τόσο  μας  άξιζε
κι  απλό-χειρα  θυσίασες την  κορμο-λαλιά  σου

Δεκαεπτά  Νοέμβρη  βάφτισαν
ιδεολόγοι  ύποπτοι
μια  γιάφκα , που  σπιλώνει  τα’  άγιασμα  σου
όμως  εμάς  δε  μας  τρομάξανε
κι  αν  κάποτε  πληρώσουμε  ένα  τίμημα
χαλάλι  για  τα’  αστέρι  σου  και για  την  αρχοντιά  σου .

Μέρα  Νοέμβρη

Στον  Δημήτρη  Παπαχρήστου

Μια  μέρα  Νοέμβρη  χαράκωνες
με  το  πνεύμα  σου  λόγχη  τους  άφρονες
και  ξεσκέπαζες  πάλι, γιά  μι’ακόμα  φορά
των  ραγιάδων  την  σκέψη, των  αστών  την  φθορά.

Ήταν  τότε  ακριβέ  μου, που  ελύτρωνες
την  τιμή  πού ’χαν  σκλάβα  αμνήμωνες
και  σημαίες  λευκές, μπαϊράκια  χλωμά
με  το  αίμα  σου  βρύση, ευλογούσες  ξανά.

Και  θυμάμαι  καλά  τι  ξεφώνιζες.
Πως  οι  μάνες  της  γης, είναι  φόνισσες
αφού  σπέρνουν  παιδιά, που  σκοτώνουν  ωμά
τα  δικά  τους  αδέλφια, τα  δικά  τους  κορμιά.

Δεν  ξεχνώ, δυνατα  πως  τραγούδαγες
ακριβά  τη  ζωή  σου, σαν  πούλαγες
πως  γνωρίζεις  την  κόψη, του  σπαθιού  που  μετρά
μα  λησμόνησες  κάτι, μιά  ραστώνη  Ρωμιά.

Μια μέρα  Νοέμβρη  σε  σκέπτομαι
και  πως  είμαι  ένας  Έλληνας  ντρέπομαι.
Όταν  θά’ρθω  να  σ’εύρω, στης  τιμής  τα  στενά
μιά  συγχώρεση  δώσμου, δεν  αντέχω  δεινά.

 

Μίλα  μου δείξε  μου

Φλώριδα  17 / 6 / 01

Μίλα  μου  δείξε  μου
εφιάλτη  πως  να  διώξω  που  πονά.
Ένα  στίγμα  που  ’χει  μείνει
του  δειλού  που  σε  κοιτά
να  σε  σφάζουν , για  τα  κάποια  ιδανικά .

Μίλα  μου
τα ονείρατα  να  σβήσω  τα  κακά.
Ότι  αρνήθηκα  σε  ’σένα
δωσ’ μου  το  μ’  απλοχεριά
μήπως  πλύνω  την  ντροπή  απ’  την  καρδιά

Δείξε  μου
σαν  τη  νιότη  σου  ρισκάριζες  γι  αυτή
που  ο  Γραικός  μ’ αίμα  πληρώνει
πως  σε  έβλεπα  πιο  ’κει;
λουφαγμένος  σε  μια  κρύπτη  σκοτεινή .

Μίλα  μου
πως μπορείς  και  δεν  φοβάσαι  τα  σκυλιά;
και  τα  στήθια  σου  προτείνεις
μια  ατέλειωτη   βορά !
στου  φασίστα  την  ανία , γιατρειά !

Δείξε  μου
το  αμάρτημα  να  σβήσω   το  αισχρό
και  από  μέσα  μου  να  βγάλω
του  κιοτή  τον  ψυχισμό !!!
μήπως  παύσω  να  πλανώμαι  , ξωτικό !

Μίλα  μου   δείξε  μου
όταν  σ’  έβλεπα  βρεγμένος  στ’  αχαμνά
πως  το   αίμα  σου  εσκόρπιζες  για ’κείνη;
ακριβά  που  την  πουλάνε  στο  ραγιά !!!
ξέροντας  θα  μου  χαρίσεις  , λευτεριά !