• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Δεν ξεχνώ τη Γιουγκοσλαβία – 20 χρόνια από τους ΝΑΤΟικούς βομβαρδισμούς

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Την προσεχή Κυριακή, 24 Μάρτη, συμπληρώνονται 20 χρόνια από την έναρξη των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία. Το αμερικανοΝΑΤΟικό μακελειό στη Γιουγκοσλαβία αποτέλεσε την κορύφωση του κατακερματισμού της Γιουγκοσλαβίας – ενός κατακερματισμού που ξεκίνησε και μεθοδεύτηκε σταδιακά έπειτα από τις αντεπαναστατικές ανατροπές στην ΕΣΣΔ και την ανατολική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στη Γιουγκοσλαβία, έπειτα από πολλές δεκαετίες, έδωσε το έναυσμα για τις προσπάθειες διάλυσης της, με κύριο στρατηγικό στόχο το μοίρασμα των νέων αγορών που δημιουργήθηκαν και την αύξηση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων που θα καρπώνονταν τη «λεία» της κατακερματισμένης πρώην ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας.

Ήταν το Γενάρη του 1999 όταν το ΝΑΤΟ, αξιοποιώντας μια από τις πολλές προβοκάτσιες των ιμπεριαλιστών, ξεκινούσε την επιχείρηση «κατά της εθνοκάθαρσης» και της «προστασίας των δικαιωμάτων των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου». Ακολούθησαν οι «Συμφωνίες ειρήνης» του Ραμπουγιέ και του Παρισιού, που ουσιαστικά οδηγούσαν στην πλήρη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου.

Η άρνηση αυτού του εκβιασμού από την τότε κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας οδήγησε στην αμερικανοΝΑΤΟική επέμβαση στις 24/3/1999, όπου για 78 μέρες βομβαρδιζόταν όλη η χώρα. Ρίχτηκαν 500.000 βόμβες, από τις οποίες οι 35.450 ήταν με απεμπλουτισμένο ουράνιο, απαγορευμένες από τις Διεθνείς Συνθήκες, στοχεύοντας κατοικημένες περιοχές, νοσοκομεία, σχολεία, νηπιαγωγεία, καραβάνια άμαχων προσφύγων, γηροκομεία, υποδομές.

Ο απολογισμός ήταν τραγικός: Πάνω από 2.500 νεκροί άμαχοι, περισσότεροι από 12.500 τραυματίες, χιλιάδες αγνοούμενοι, ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές. Η ερημοποίηση που προκάλεσε η ΝΑΤΟική κτηνωδία συμπληρώθηκε από το εξευτελιστικό ξεπούλημα των υποδομών της χώρας. Υπολογίζεται ότι στη μετά-Μιλόσεβιτς εποχή, μέσα σε λιγότερο απο μια δεκαετία, από το 2000 έως το 2009, έλαβαν χώρα περισσότερες από 1.800 ιδιωτικοποιήσεις κρατικής περιουσίας και επιχειρήσεων, η πλειοψηφία της σερβικής βιομηχανίας μετάλλου πέρασε σε αμερικανικά χέρια ενώ η εθνική αυτοκινητοβιομηχανία «Ζάσταβα» εξαγοράστηκε από τον ιταλικό κολοσσό Fiat.

Ο αμερικανοΝΑΤΟικός πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία αποτέλεσε πεδίο εφαρμογής της γνωστής και δοκιμασμένης τακτικής του «διαίρει και βασίλευε», που στη συνέχεια επαναλήφθηκε από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, τη Λιβύη και την Συρία. Η πραγματική αιτία του πολέμου ήταν ο έλεγχος συνολικά των Βαλκανίων, που αποτελούν σταυροδρόμι τριών ηπείρων (Ευρώπη, Ασία, Αφρική) με τεράστια γεωστρατηγική σημασία για τους δρόμους διακίνησης εμπορευμάτων και των διαδρομών των αγωγών Ενέργειας. Αυτός ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και σήμερα (με ενεργό συμμετοχή των αστικών τάξεων στα κράτη που δημιουργήθηκαν από το διαμελισμό της ΟΔ Γιουγκοσλαβίας), ανάμεσα σε ΗΠΑ – ΕΕ με τη Ρωσία και την Κίνα, που έχουν τα δικά τους ερείσματα και σχεδιασμούς στην περιοχή. Όπως επίσης και μεταξύ των κρατών – μελών σε ΝΑΤΟ – ΕΕ, που έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα και όχι ενιαία στάση απέναντι στη Ρωσία.

Στο πλαίσιο αυτών των ανταγωνισμών αναζωπυρώνονται εθνικισμοί και αντιθέσεις, με τη συμμετοχή και άλλων κρατών όπως, για παράδειγμα, της Τουρκίας, με τα σχέδια για τη «μεγάλη Αλβανία», τη ΝΑΤΟικής κοπής «Συμφωνία των Πρεσπών» για την ονομασία της ΠΓΔΜ και αλλού, που δεν μπορούν να ερμηνευτούν αποκομμένες από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή και μυρίζουν κυριολεκτικά μπαρούτι.

Το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό κόμμα που, από την πρώτη στιγμή, με ξεκάθαρο τρόπο, κατήγγειλε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 24 Μάρτη 1999.

Λίγα μόλις λεπτά μετά το δολοφονικό χτύπημα των αμερικανοΝΑΤΟικών δυνάμεων στη Γιουγκοσλαβία, σε δηλώσεις της, η Γεν. Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα σημείωνε πως ο μόνος δρόμος είναι η εναντίωση στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και καλούσε το λαό σε ξεσηκωμό. Έλεγε, μεταξύ άλλων:

Εμείς πιστεύουμε ότι όταν ένας λαός θέλει μπορεί. Και αξίζει κάθε θυσία για να σταματήσει ο πόλεμος στα Βαλκάνια. Ο ελληνικός λαός πρέπει να ξέρει ότι αυτός ο πόλεμος χτίστηκε πάνω στο ψέμα, στη συκοφαντία και στην υπερβολή, πάνω στην παραποίηση. Και κάθε βρώμικος, επεκτατικός πόλεμος για τη διανομή των αγορών στηρίζεται, πάντα, στην υπερβολή, στο ψέμα και στην παραποίηση, το λέμε για μια άλλη φορά.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας καλεί επίσης τον ελληνικό λαό να πάρει μέρος σε όποιες θετικές πρωτοβουλίες αναληφθούν, υπεράσπισης του γιουγκοσλαβικού λαού και καταδίκης της δολοφονικής επίθεσης. Να πάρει μέρος σε ό,τι εκδηλώσεις αναπτυχθούν – κι εμείς θα συμβάλουμε να αναπτυχθούν τέτοιες εκδηλώσεις – από συνδικάτα, από νεολαιίστικες οργανώσεις, εδώ και τώρα. Αξίζει τον κόπο μέρα – νύχτα να είμαστε στο πόδι.Αν θέλουμε να σταματήσουμε την επέκταση του πολέμου και στην Ελλάδα, πρέπει να σταθούμε, πριν απ’ όλα, αλληλέγγυοι στο γιουγκοσλαβικό λαό. Ιδιαίτερα στο σερβικό λαό που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο μάτι του κυκλώνα. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να υπερασπιστούμε και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Οχι αδιαφορώντας σ’ αυτό το δράμα και με καμία ανοχή σε όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και το ΝΑΤΟ”.

Στις 25 Μάρτη 1999, σε ανακοίνωση της, η ΚΕ του ΚΚΕ υπογράμμιζε:

Αυτή τη στιγμή που οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι μακελάρηδες ξεκίνησαν τη φονική επίθεση, για τον ελληνικό λαό, τη νεολαία, μια επιλογή υπάρχει. Να ξεσηκωθούν, να σταθούν στο πλευρό του λαού της Γιουγκοσλαβίας και να απαιτήσουν να φύγει το ΝΑΤΟ από την περιοχή, να σταματήσει ο πόλεμος […] Ολος ο λαός, όλοι μας, η νεολαία, σύσσωμοι τώρα πρέπει να υψώσουμε φωνή καταδίκης στο ΝΑΤΟ, να απαιτήσουμε η ελληνική κυβέρνηση να παγώσει τη συμμετοχή της στον Οργανισμό. Να κλείσουν οι βάσεις, να γυρίσουν οι Ελληνες φαντάροι από τη Βοσνία και την Αλβανία, να μη βγει ούτε ένας Ελληνας φαντάρος έξω από τα σύνορα.”

Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ ρίχτηκαν στη δράση με κάθε τρόπο, κινητοποιώντας φορείς του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, διοργανώνοντας συλλαλητήρια απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας και στήνοντας ανθρώπινα μπλόκα στη Βόρεια Ελλάδα για να εμποδίσουν τη διέλευση στο ΝΑΤΟικό κομβόϊ του θανάτου. Οι κομμουνιστές βρέθηξαν στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στους ιμπεριαλιστές φονιάδες: από το Λιτόχωρο, όπου αποβιβάζονταν ΝΑΤΟικά στρατεύματα με προορισμό το Κόσσοβο, μέχρι το λιμάνι της Θεσσαλονίκης όπου χιλιάδες εργαζόμενοι, νέοι και νέες, μέλη του αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος δημιούργησαν ανθρώπινες αλυσίδες και μπλόκα ενάντια στους αμερικανοΝΑΤΟικούς μακελάρηδες.

Χαρακτηριστικό έχει μείνει το περιστατικό που συνέβη τον Απρίλη του 1999, όταν αγωνιστές άλλαξαν τις οδικές πινακίδες αποπροσανατολίζοντας μια φάλαγγα από 113 ΝΑΤΟικά φορτηγά, τα οποία αντί να πάρουν το δρόμο για τα σύνορα βρέθηκαν να κόβουν βόλτες στη… λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω τραγελαφικό γεγονός δεν άφησε ασυγκίνητο τον ποιητή λαό που σύντομα του έδωσε τη μορφή σατυρικού τραγουδιού:

Το έτος ’99 το ΝΑΤΟ με τη βία
Για πόλεμο ξεκίνησε με τη Γιουγκοσλαβία

Στη Σαλονίκη βγήκανε
και μέσα απ’ το λιμάνι
Για Σκόπια ξεκινήσανε
σβέλτα και μάνι – μάνι

Γεια σας παιδιά ΝΑΤΟικά
Γεια σας παλικαράδες
κάτι παιδάκια κόκκινα
σας κάναν δυο παράδες

Τα σήματα τού άλλαξαν
και χάσανε το δρόμο
σ’ όλα τα ζαρζαβατικά
σκορπίσανε τον τρόμο 

Μέσα στη λαχαναγορά
μπούκαραν με κανόνια
ντομάτες να σκοτώσουνε,
αγγούρια και πεπόνια

Αντε παιδιά μου στο καλό
τραβάτε στη μαμά σας,
εδώ είναι Βαλκάνια
θα βρείτε τον μπελά σας.

Την ίδια περίοδο, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχοντας την συναίνεση της ΝΔ, έδινε κυριολεκτικά «γη και ύδωρ» στα Νατοϊκά στρατεύματα, μετατρέποντας τη Βόρεια Ελλάδα σε ορμητήριο των δολοφόνων του γιουγκοσλαβικού λαού. Να θυμήσουμε ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, η κυβέρνηση του κ.Σημίτη έδωσε άδεια σε: 60.000 στρατιώτες, περισσότερα από 40.000 οχήματα, 420 ΝΑΤΟικά πλοία, 1000 αεροσκάφη και περισσότερους από 500 σιδηροδρομικούς συρμούς να περάσουν μέσα από την ελληνική επικράτεια.

Από την πλευρά του, ο τότε Συνασπισμός (ΣΥΝ), μαζί με άλλες οπορτουνιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη, έπαιζαν τους σύγχρονους Πόντιους Πιλάτους, κινούμενοι στη γραμμή των «ίσων αποστάσεων». Ενώ απ’ τη μια καταδίκαζαν τους βομβαρδισμούς, από την άλλη υιοθετούσαν τα προπαγανδιστικά προσχήματα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ περί «εθνοκάθαρσης» της αλβανικής μειονότητας από την κυβέρνηση Μιλόσεβιτς.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά το σφαγείο της Γιουγκοσλαβίας, δεν ξεχνάμε το φρικιαστικό έγκλημα των ιμπεριαλιστών και των συμμάχων τους. Δεν ξεχνάμε τα αθώα θύματα του πολέμου, το λαό της γειτονικής χώρας που έζησε στο πετσί του τη βαρβαρότητα. Όπως δεν ξεχνάμε ότι οι υπαίτιοι αυτής της βαρβαρότητας (Κλίντον, Μπλερ, Κλαρκ, Σολάνα, Σρέντερ, Σιράκ και λοιποί) δεν κάθισαν ποτέ στο εδώλιο του κατηγορουμένου για τα εγκλήματα τους. 

Η τραγική αυτή επέτειος έρχεται να μας υπενθυμίσει πως, σε μια περιοχή που αναζωπυρώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών, επαληθεύονται οι κίνδυνοι που ελοχεύουν από την υποδαύλιση των εθνικιστικών παθών και την επαναχάραξη των συνόρων. Επιβεβαιώνεται η ανάγκη να δυναμώσει η πάλη των εργαζόμενων, της νεολαίας, συνολικά του λαού ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους πολέμους, για την απεμπλοκή της Ελλάδας απ’ αυτούς, το οριστικό κλείσιμο των ξένων στρατιωτικών βάσεων και την αποδέσμευση της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Αυτός ο αγώνας είναι άρρηκτα δεμένος με την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και τη συντριβή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, που αποτελεί τη μήτρα που γεννά πολέμους, εκμετάλλευση, φτώχεια και προσφυγιά.

____________________________________________________________________________

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.