Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Διαχρονικά συμπεράσματα της επαναστατικής πάλης

Με αφορμή τα 30 χρόνια από το 14ο Συνέδριο ανασυγκρότησης του ΚΚΕ μετά την κορύφωση της εσωκομματικής του κρίσης

Πριν 30 χρόνια πραγματοποιήθηκε το 14ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1991), το οποίο χαρακτηρίστηκε συνέδριο ανασυγκρότησης του Κόμματος μετά από μια βαθιά ιδεολογική – πολιτική και οργανωτική κρίση που κατέληξε στη διάσπαση του Κόμματος τον Ιούλη του 1991, με την αποχώρηση μεγάλου μέρους των μελών της ΚΕ που είχαν εκλεγεί στο 13ο Συνέδριο, τον Φλεβάρη της ίδιας χρονιάς.

Το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 17/12/1991, την προηγουμένη της έναρξης του 14ου Συνεδρίου

Με το 14ο Συνέδριο θα λέγαμε ότι κλείνει μια περίοδος στην Ιστορία του Κόμματος, που την αρχή της συμβολικά μπορούμε να την τοποθετήσουμε στην de facto κατάκτηση της νομιμότητας στη δράση του αμέσως μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα τον Ιούλη του 1974.

Η ιστορική έρευνα αυτής της περιόδου (1974 – 1991) και η συγγραφή της αποτελεί τρέχον καθήκον γενικότερα για την ΚΕ του Κόμματός μας, με τη συμβολή του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ. Πρόκειται για πολύ απαιτητικό καθήκον που θα πάρει χρόνο. Εχει αρχίσει η προεργασία συγκέντρωσης – επεξεργασίας – μελέτης εκείνου του αρχειακού υλικού που αφορά τις προγραμματικές και ειδικότερες πολιτικές επιλογές του Κόμματος, της διάχυσης αυτών των επιλογών στην ΚΝΕ, της εξειδίκευσής τους ως γραμμής πάλης των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, στα κινήματα των επαγγελματοβιοτεχνών και των αγροτών, στο γυναικείο κίνημα, στο μαθητικό, στο φοιτητικό, σε μέτωπα πάλης όπως ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στον πολιτισμό κ.α.

Φυσικά, η δράση του ΚΚΕ και της Νεολαίας του, της ΚΝΕ, όπως και για τις προηγούμενες περιόδους της Ιστορίας του, διερευνάται σε συνάρτηση με τις συνολικότερες εγχώριες αλλά και περιφερειακές – διεθνείς κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες, μεθοδολογία που πιστά ακολουθήθηκε στη συγγραφή των Τόμων Α1, Α2, Β1, Β2, Γ1 και Γ2, που καλύπτουν όλη την περίοδο από την ίδρυση του ΚΚΕ έως και την επαναφορά του αστικού κοινοβουλευτισμού με συναίνεση μεταξύ της στρατιωτικής δικτατορίας και της αστικής πολιτικής ηγεσίας το 1974.

Στη δεκαετία του 1980 συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές στην κλαδική σύνθεση της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα της μεταποίησης, λόγω και της ένταξης στην ΕΟΚ, με αποτέλεσμα σημαντική αλλαγή στη διάρθρωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, με σημαντική αρνητική επίδραση στις εργατικές δυνάμεις του ΚΚΕ

Η ΚΕ και το Τμήμα Ιστορίας της, αλλά και γενικότερα τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ, θα λέγαμε ότι σε μεγάλο βαθμό πλέον έχουν κατακτήσει την ισορροπία ανάμεσα στην επιστημονικότητα της έρευνας και το συναίσθημα του επαναστάτη, του κομμουνιστή, ώστε η ανάδειξη και διόρθωση λαθών να συμβάλλει στην ισχυροποίηση της κομμουνιστικής συνείδησης, να εξοπλίζει στην αντιμετώπιση του μηδενισμού και πεσιμισμού που καλλιεργεί η αστική ιστοριογραφία, καθώς και η οπορτουνιστική εκφορά της στο εργατικό κίνημα.

Βέβαια, δεν υποτιμάμε και πρόσθετες δυσκολίες στο εν λόγω εγχείρημα, όπως και εξαιτίας τού ότι στελέχη του Κόμματος κατά την εξεταζόμενη περίοδο όχι μόνο είναι εν ζωή, αλλά είναι και πολιτικά δραστήρια. Ομως και σ’ αυτό υπάρχει θετικό προηγούμενο που αφορούσε την εξίσου κρίσιμη περίοδο του ΔΣΕ, τη μετέπειτα εκτίμηση για την περίοδο 1949 – 1968, την αναγκαιότητα που προέκυψε από την ιστορική διερεύνηση για την επανεκτίμηση θέσεων, την αποκατάσταση στελεχών και πρώτα απ’ όλα του Νίκου Ζαχαριάδη, ΓΓ της ΚΕ μέχρι την καθαίρεσή του από την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ το 1956, που συγκλήθηκε με την παρέμβαση 6 ΚΚ σοσιαλιστικών κρατών1.

Υπογραμμίζουμε ότι όλη η μελετητική δουλειά του Κόμματος μετά το 14ο Συνέδριό του, όλες οι θεωρητικές και προγραμματικές του επεξεργασίες δεν έγιναν αποσπασμένες από την απαιτούμενη ιστορική έρευνα και την αναζήτηση αρχείων, ενώ συνεχίζουμε και διευρύνουμε την πρόσβασή μας σε εγχώριο και ξένο αρχειακό υλικό και βιβλιογραφία.

Καθοριστικό στοιχείο της εξασφάλισης του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματός μας είναι η θωράκιση των νεότερων μελών του, καθώς και των μελών της ΚΝΕ, με τις συνολικές θέσεις του Κόμματός μας για την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα

Υπό το βάρος ιδεολογικών ανεπαρκειών και προγραμματικών προβλημάτων

Στην εξεταζόμενη περίοδο, 1974 – 1991, οπωσδήποτε αποκρυσταλλώθηκαν εξελίξεις σε νέας ποιότητας γεγονότα που επανακαθόρισαν τον συσχετισμό της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθοριστική ήταν η εκτεταμένη νίκη της αντεπανάστασης στις χώρες του πρώτου ιστορικού κύκλου σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα. Το κυριότερο όμως ήταν πως το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, και το ΚΚΕ ως τμήμα του, δεν ήταν ιδεολογικά – πολιτικά προετοιμασμένο για μια τέτοια εξέλιξη. Το ζήτημα αυτό έχει βαθύτερες ρίζες στην αποδοχή της οπορτουνιστικής εξέλιξης στο ΚΚΣΕ και μεταρρυθμίσεων που υπονόμευαν τις σοσιαλιστικές σχέσεις στην ΕΣΣΔ, ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Ακόμα περισσότερο, σχετίζεται με το ότι το ΚΚΕ δεν μπόρεσε να δει το ενδεχόμενο της αντεπαναστατικής νίκης, ούτε έγκαιρα να διακρίνει τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα της «περεστρόικα», την οποία αποδέχτηκε ως «επανάσταση μέσα στην επανάσταση». Αργησε να αντιληφθεί την όποια περιορισμένη διαπάλη αναπτύχθηκε στο 27ο (1986) και κυρίως στο 28ο (1990) Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Για το ζήτημα της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το ΚΚΕ έχει βασικά τοποθετηθεί συλλογικά, με Απόφαση του 18ου Συνεδρίου (2009). Στο σημείο 30 της Απόφασης αναφέρεται:

Η αντεπαναστατική νίκη στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έφερε στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη μιας συνολικότερης εκτίμησης – επανεκτίμησης θεμελιακών θέσεων της στρατηγικής του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος

«Το 14ο Συνέδριο του KKE (1991) και η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1995 εκτίμησαν αυτοκριτικά τα εξής: Δεν αποφύγαμε ως Κόμμα την εξιδανίκευση και εξωραϊσμό του σοσιαλισμού όπως οικοδομήθηκε στον 20ό αιώνα. Υποτιμήσαμε τα προβλήματα που διαπιστώναμε, αποδίδοντάς τα κυρίως σε αντικειμενικούς παράγοντες, τα δικαιολογούσαμε ως προβλήματα ανάπτυξης του σοσιαλισμού, πράγμα που αποδείχθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Υποτιμήσαμε τη συνθετότητα της πάλης με τις κληρονομημένες επιβιώσεις, υπερεκτιμήσαμε την πορεία σοσιαλιστικής ανάπτυξης, ενώ υποτιμήσαμε τις αντοχές του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Η αυτοκριτική μας αφορά τη λαθεμένη αντίληψή μας για τις σοσιαλιστικές νομοτέλειες και τον χαρακτήρα των αντιθέσεων στη διαδικασία διαμόρφωσης και ανάπτυξης της νέας κοινωνίας. Η στάση του Κόμματός μας αποτέλεσε μέρος του προβλήματος. Η δυνατότητά μας να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα περιορίστηκε από το γεγονός ότι και το Κόμμα μας δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή στην ανάγκη να κατακτά τη θεωρητική του επάρκεια, να προωθεί τη δημιουργική μελέτη και αφομοίωση της θεωρίας μας, να αξιοποιεί την πλούσια πείρα της ταξικής, επαναστατικής πάλης, να συμβάλλει δηλαδή και με τις δικές του δυνάμεις στη δημιουργική ανάπτυξη των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων, με βάση τις εξελισσόμενες συνθήκες. Σε μεγάλο βαθμό ως Κόμμα υιοθετήσαμε λανθασμένες θεωρητικές εκτιμήσεις και πολιτικές επιλογές του KKΣE»2.

Η αντεπαναστατική νίκη στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έφερε στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη μιας συνολικότερης εκτίμησης – επανεκτίμησης θεμελιακών θέσεων της στρατηγικής του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Αν ανατρέξουμε στις συνεδριακές και άλλες Αποφάσεις της ΚΕ του ΚΚΕ ως προς την εκτίμηση του διεθνούς συσχετισμού της πάλης μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, θα διαπιστώσουμε ότι σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο αναπαράγονται προβληματικές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν είναι πρωτότυπες και αποκλειστικές του ΚΚΕ, αλλά εκτιμήσεις του μεγαλύτερου μέρους του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, των περισσότερων ΚΚ εξουσίας, της όποιας συντονισμένης διεθνούς έκφρασης των Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Θεμελιακή προβληματική εκτίμηση συνιστά αυτή περί ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών κρατών, ως επιβεβλημένη από τον υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού συσχετισμό που προέκυψε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σημειωτέον, οι δυνάμεις αυτές δίνονται πολύ διευρυμένες, περιλαμβάνοντας και αστικές δυνάμεις με τη μορφή των δυνάμεων της δημοκρατίας, της ειρήνης, της προόδου, μαζί με τις δυνάμεις της εργασίας, καθώς και δυνάμεις που παλεύουν για αποαποικιοποίηση και εθνική ανεξαρτησία.

Σε αυτήν τη βάση επιδιώκονται ανάλογες πολιτικές κινήσεις, π.χ. για Συνδιασκέψεις κρατών διαφορετικού ταξικού χαρακτήρα, προκειμένου να επιδιωχθεί «σταθερός και αποτελεσματικός έλεγχος του πολεμικού και κυρίως του πυρηνικού πολεμικού ανταγωνισμού και εξοπλισμού». Ολη αυτή η προβληματική πολιτική προσέγγιση συνοδεύεται από την επίσης προβληματική εκτίμηση για υπεροχή της σοσιαλιστικής σταθερότητας, τουλάχιστον στην Ευρώπη και την Ασία, σε σχέση με εκτιμώμενη καπιταλιστική αποσταθεροποίηση.

Στις ειδικότερες συνθήκες κορύφωσης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, εκδηλώνονται νέες υποχωρήσεις του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος απέναντι σε νέα σχήματα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, όπως είναι η Συμφωνία της Διάσκεψης για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ)3και η εκτίμηση για την εξέλιξη της ΕΟΚ σε κατεύθυνση Οικονομικής – Νομισματικής Ενοποίησης (ΟΝΕ).

Το πρόβλημα εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΠΓ της είναι ότι δεν έβλεπαν τη Συμφωνία ΔΑΣΕ – στη συνέχεια ΟΑΣΕ – ως στοιχείο της υποχώρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και ισχυροποίησης της καπιταλιστικής επιθετικότητας, αλλά την ερμήνευαν ως έστω ασταθή επικράτηση μιας πιο δημοκρατικής – φιλειρηνικής πολιτικής εκ μέρους καπιταλιστικών κρατών, ακόμα και των ΗΠΑ, που ηγούνταν σε αυτήν. Ερμηνευόταν ως – έστω και μη σταθερή – αναστολή του «ψυχρού πολέμου». Αλλά και την ΟΝΕ το Κόμμα μας την έβλεπε ως νομοτελειακή εξέλιξη με προοδευτική χροιά. Ολα αυτά στο έδαφος καλπάζουσας ανάπτυξης μιας γενικευμένης αντεπανάστασης.

Βέβαια, και όλη η μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσέγγιση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος περί «ψυχρού πολέμου» εκ μέρους κυρίως των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ προς την ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (στρατιωτική συμφωνία μεταξύ 8 χωρών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) ήταν προβληματική, γιατί αποδιδόταν κυρίως σε ηγετικούς μηχανισμούς των ΗΠΑ, σε αντιδιαστολή με «δημοκρατικές – φιλειρηνικές» αστικές δυνάμεις, που εντοπίζονταν λιγότερο στις ΗΠΑ και περισσότερο στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Στη συνέχεια συναντάμε κι άλλες παράπλευρες προβληματικές εκτιμήσεις, όπως για την πολεμική ένταση στον Περσικό Κόλπο (Αύγουστος 1990 – Φλεβάρης 1991)4 και τον κίνδυνο πιο άμεσης εμπλοκής της Ελλάδας, που η αποφυγή της δινόταν περισσότερο ως γενική πάλη για την ειρήνη και όχι ως καταδίκη της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας – μέσω των αμερικανικών βάσεων και ως μέλος του ΝΑΤΟ – σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Εξίσου προβληματική, από την άποψη του ταξικού της προσδιορισμού, διαμορφώνεται και η πολιτική του ΚΚΕ ως προς τις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις. Το ΚΚΕ διαρκώς αναζητεί μια εκλογική και κυρίως ευρύτερη πολιτική συνεργασία με «αριστερές» δυνάμεις, ξεκινώντας από το σχήμα της «Ενωμένης Αριστεράς» (1974), που περιλαμβάνει την ΕΔΑ ή άλλες σχετικές δυνάμεις και ουσιαστικά δυνάμεις του «ΚΚΕ εσωτερικού», δηλαδή των οπορτουνιστικών ομαδοποιημένων δυνάμεων που αποσχίστηκαν το 1968. Ο κομμουνιστικός αυτοπροσδιορισμός του «ΚΚΕ εσωτερικού» εμπόδιζε την άμεση συνεργασία. Οι εκτιμήσεις των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματός μας θεωρούσαν αναγκαία την πολιτική συμμαχία αριστερών, προοδευτικών, δημοκρατικών δυνάμεων, ενώ το μη σταθερό προχώρημα της «Ενωμένης Αριστεράς» ως συνεργασίας το απέδιδαν στην καιροσκοπική ταλάντευση των ηγετών συνεργαζόμενων πολιτικών δυνάμεων και όχι στον ίδιο τον πολιτικό τους χαρακτήρα5. Σε όλη την προς μελέτη ιστορική περίοδο, το ΚΚΕ αναζητούσε μια «προοδευτική εναλλακτική πολιτική» σε συνεργασία με αστικές (βλέπε ΠΑΣΟΚ στο όλο ή μέρος ή μέσω διεργασιών σ’ αυτό) πολιτικές δυνάμεις, καθώς και με άλλες σοσιαλδημοκρατικές – οπορτουνιστικές [βλέπε «Ελληνική Αριστερά» (ΕΑΡ)6 και άλλους την περίοδο συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» (ΣΥΝ) με το «Κοινό Πόρισμα» τον Μάρτη 1989] απέναντι στην αποκαλούμενη ως συντηρητική ή αυταρχική ή νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΝΔ κατά την περίοδο της διακυβέρνησής της (1974 – 1981) και αργότερα, με σκοπό την άσκηση πίεσης στο ΠΑΣΟΚ για μια κυβέρνηση σε συνεργασία με τις άλλες «αριστερές δυνάμεις».

Σε αυτήν τη γραμμή υπήρξε ένα «διάλειμμα» με τη συμμετοχή του ενιαίου τότε ΣΥΝ στην τρίμηνη κυβέρνηση Τζανετάκη (της ΝΔ, Ιούλης – Οκτώβρης 1989) με το σκεπτικό της μη αναστολής της «κάθαρσης από τα οικονομικά σκάνδαλα» της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (Α. Παπανδρέου)7, καθώς και στη συνέχεια με τη συμμετοχή στην εξάμηνη «οικουμενική κυβέρνηση» Ζολώτα (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΝ, Νοέμβρης 1989 – Απρίλης 1990).

Αυτές οι επιλογές εκφράστηκαν ως πολιτική του ΣΥΝ, στον οποίο βέβαια τότε συμμετείχε το ΚΚΕ. Ωστόσο αυτές οι επιμέρους λαθεμένες πολιτικές επιλογές δεν αναιρούν την κύρια, εξίσου προβληματική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ στην αναζήτηση μιας «προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής», προσβλέποντας κυρίως σε δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η διάκριση ανάμεσα στην προοδευτική και συντηρητική αστική πολιτική, ανάμεσα στη «δεξιά και αριστερά», ταλάνιζε την πολιτική του ΚΚΕ σε όλη τη λεγόμενη «περίοδο της Μεταπολίτευσης» στην Ελλάδα: Το ΚΚΕ αναζητούσε να διαδραματίσει ρόλο στη διακυβέρνηση, με πολιτική που άλλοτε ονομαζόταν «Πραγματική Αλλαγή» (σύνθημα στις εκλογές του 1981 αλλά και στην Πολιτική Απόφαση του 11ου Συνεδρίου, 14 – 19 Δεκέμβρη 1982), άλλοτε «Νέου Τύπου Ανάπτυξη με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό» (12ο Συνέδριο, 12 – 17 Μάη 1987). Συνοδευόταν από διλήμματα όπως «εκσυγχρονισμός ή λαϊκισμός», «διαφθορά ή κάθαρση», από την εξίσου αντιφατική πολιτική άλλοτε πολεμικής – π.χ. απέναντι στο «ΚΚΕ εσωτερικού», στη συνέχεια στο ΠΑΣΟΚ – και άλλοτε με κάλεσμα σε συνεργασία με στόχο την «πολιτική επίδραση» στο εσωτερικό τους, σε κατεύθυνση επικράτησης των πιο προοδευτικά σταθερών στοιχείων – στελεχών τους. Σημειωτέον, παρόμοια ήταν η στάση του ΚΚΕ και πριν τη δικτατορία απέναντι στην Ενωση Κέντρου, αλλά και κατά τη δικτατορία απέναντι σε αστικές δυνάμεις (π.χ. της Ενωσης Κέντρου, του ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου).

Βέβαια, όπως πλέον είναι γνωστό και αναδειγμένο από το Πρόγραμμα και τα άλλα συνεδριακά ντοκουμέντα του Κόμματός μας, αυτή η πολιτική ήταν προϊόν της προβληματικής σταδιοποιημένης στρατηγικής που κυριαρχούσε για δεκαετίες στο ΚΚΕ, γενικότερα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα.

Αυτή η στρατηγική επέδρασε αποφασιστικά και αρνητικά σε χώρες της Ευρώπης που βρέθηκαν σε επαναστατικές συνθήκες κατά τη λήξη των Α’ και Β’ Παγκόσμιων Πολέμων. Αρνητικά επέδρασε στην εξέλιξη της ταξικής πάλης και στην περίοδο 1950 – 1991, ιδιαίτερα προς το τέλος της δεκαετίας 1960 με αρχές της δεκαετίας 1970, όπου διαφάνηκαν οι δυσκολίες και οι αντιφάσεις της μεταπολεμικής κυρίως κεϊνσιανής αστικής διαχείρισης. Σε εκείνες τις συνθήκες τα ΚΚ δεν κατόρθωσαν με αυτοτέλεια απέναντι στην αστική πολιτική να αντιδράσουν, να παρέμβουν με στόχο η λαϊκή δυσαρέσκεια να μην εκτονωθεί στην αναζήτηση «καλύτερης», «πιο φιλολαϊκής» διαχείρισης, ουσιαστικά αναστήλωσης του καπιταλιστικού συστήματος.

Διαχρονικής σημασίας συμπέρασμα είναι ότι τα μεγάλα εκλογικά ποσοστά Κομμουνιστικών Κομμάτων, όπως στην Ιταλία και στη Γαλλία, και η αναζήτηση μιας κυβερνητικής διεξόδου στο έδαφος του καπιταλισμού δεν άνοιξαν κανένα δρόμο προς όφελος των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων: Ούτε από την άποψη σταθερής κατοχύρωσης εργατικών κατακτήσεων ούτε από την άποψη ισχυροποίησης του εργατικού – λαϊκού κινήματος, ανάπτυξης της ικανότητάς του για πιο αποφασιστικές συγκρούσεις με την αστική εξουσία, αξιοποιώντας κάθε μικρότερο ή μεγαλύτερο τριγμό της. Αντίθετα, η διαρκής αναζήτηση πολιτικών λύσεων στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού του καπιταλιστικού συστήματος οδήγησε και εκφράστηκε και με καθαρά αναθεωρητικές απόψεις σε θεμελιακές θέσεις του επιστημονικού κομμουνισμού, όπως για το ποια είναι η μελλοντική επαναστατική κοινωνική δύναμη (προβλήθηκαν ως επαναστατικά υποκείμενα η διανόηση, οι επιστήμονες τεχνολόγοι, τα κινήματα νεολαίας κ.ά.), ενώ αναθεωρήθηκε ο ρόλος της εργατικής τάξης στην επαναστατική κοινωνική εξέλιξη.

Σε αυτήν τη βάση, στρεβλά προσδιορίστηκαν και οι κοινωνικοί σύμμαχοι της εργατικής τάξης, στους οποίους περιλήφθηκε και το λεγόμενο μη μονοπωλιακό τμήμα της αστικής τάξης, π.χ. δυνάμεις που ενδιαφέρονταν για την επιτάχυνση της καπιταλιστικής παραγωγικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Επίσης, τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα, και όχι μόνο, γενίκευσαν την αξιοποίηση του αστικού κοινοβουλευτισμού και υποτάχθηκαν σε αυτόν, αρνούμενα τον ρόλο της επαναστατικής βίας στην κατάργηση του ιστορικά ξεπερασμένου καπιταλισμού, στο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Θεοποίησαν τα νέα επιστημονικά – τεχνολογικά επιτεύγματα, αποκόβοντας την κοινωνική χρησιμοποίησή τους από τις σχέσεις ιδιοκτησίας και επομένως τον χαρακτήρα της εξουσίας. Αποθέωσαν επίσης τον κρατικό τομέα ιδιοκτησίας, μη βλέποντας σε αυτόν την άλλη όψη της μεγάλης καπιταλιστικής και μονοπωλιακής ιδιοκτησίας.

Στο απόγειο αυτής της κρίσης στο κομμουνιστικό κίνημα της Ευρώπης ήρθε και η εξέλιξη και νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, στην Ανατολική Γερμανία, αλλά και στις άλλες χώρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ευρώπη και στην Ασία. Τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των χωρών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έγιναν φορείς της αντεπανάστασης, που πάτησε πάνω σε αδυναμίες και λάθη εκ μέρους της κομμουνιστικής πρωτοπορίας, σε προβλήματα θεωρητικής και πολιτικής αδυναμίας έγκαιρης αναγνώρισης και καταπολέμησης των κοινωνικών δυνάμεων που αντιπάλευαν τον κομμουνισμό, που προωθούσαν τις αναθεωρητικές θέσεις και πολιτικές μέσα στο ΚΚΣΕ και στα άλλα κόμματα εξουσίας, με αποτέλεσμα τη διάβρωση, τον εκφυλισμό τους.

Την εξέλιξη της αντεπανάστασης τη χαρακτήρισαν «επανάσταση μέσα στην επανάσταση». Αναμφίβολα, από πολύ καιρό, ήδη με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρχε η ανάγκη μιας αποφασιστικής σύγκρουσης με τις μικροαστικές δυνάμεις στο έδαφος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που αναπτύσσονταν τόσο στην αγροτική παραγωγή, μέσω των συνεταιρισμών, όσο και στη σοσιαλιστική βιομηχανία. Στην τελευταία αυτό εκφραζόταν κυρίως με τη μη λειτουργία των σοσιαλιστικών σχέσεων κατανομής μεταξύ των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων και με τον καθορισμό του εργασιακού εισοδήματος σε αξιακή βάση, με έντονες διαφοροποιήσεις. Υποκειμενικές δυσλειτουργίες στον κεντρικό σχεδιασμό εξηγήθηκαν λαθεμένα, ενώ σταδιακά υπονομεύτηκε η νομοτελειακή θέση του στην κομμουνιστική οικοδόμηση, επεκτείνοντας τις εμπορευματικές – χρηματικές λειτουργίες. Σε αυτήν τη βάση ενισχύθηκαν οι κοινωνικές δυνάμεις της αντεπανάστασης, επέδρασαν στο ίδιο το ΚΚ και στα όργανα εξουσίας.

Αδιαπραγμάτευτη η ιδεολογική – πολιτική – οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ

Σ’ αυτές τις συνθήκες της βαθιάς κρίσης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και πριν ολοκληρωθεί η νίκη της αντεπανάστασης, το ΚΚΕ όδευε προς το 13ο Συνέδριό του έχοντας μπροστά του όλα τα παλιά και νέα προβλήματα στον εγχώριο συσχετισμό της ταξικής πάλης.

Δεν πρωτοτυπούμε, δεν το λέμε πρώτη φορά, ότι το καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί με συνέπεια σε ταξική κομμουνιστική κατεύθυνση. Εγκλωβίστηκε στη λογική της σύνθεσης αντιδιαμετρικά αντίθετων απόψεων σε κρίσιμα θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στη λεγόμενη «ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα», στο όνομα της αποφυγής μιας διάσπασης.

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ εκτίμησε το 2013: «Εξάγεται λοιπόν ένα πολύτιμο, στην ουσία αυτονόητο συμπέρασμα: Σε περιόδους που για διάφορους λόγους ο οπορτουνισμός απειλεί το Κόμμα από τα μέσα ή δυσκολεύει ακόμα την αποτελεσματικότητά του, διαβρώνει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, η ΚΕ έχει την ευθύνη να θέσει μπροστά στα μέλη του Κόμματος τις διαφορές και τα μέλη του Κόμματος μετά λόγου γνώσης και ευθύνης να δώσουν λύση από τα κάτω προς τα πάνω. Σύνθεση διαφορών σε ιδεολογικό και προγραμματικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει, και, αν γίνει, τότε το Κόμμα μετατρέπεται σε οπορτουνιστικό και μόνο, γιατί εκφράζει συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιδιαμετρικές απόψεις. Η λεγόμενη “ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα”, η σύνθεση διαφορετικών απόψεων σε θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στο όνομα να μη γίνει διάσπαση, λειτουργεί ως ο πιο ασφαλής δρόμος για τη μετάλλαξη του Κόμματος ή για την αυτοπεριθωριοποίησή του, ακόμα και την αυτοδιάλυση, που τη γνωρίσαμε ως εξέλιξη σε πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα μετά το 1991»8.

Ουσιαστικά ο χαρακτήρας του Κόμματος και η ιστορική του συνέχεια κρίθηκαν στη διαπάλη που αναπτύχθηκε μέσα στην ΚΕ που εξελέγη στο 13ο Συνέδριο.

Βέβαια, η διαπάλη δεν προέκυψε εκ του μηδενός. Ως έναν βαθμό είχε τις ρίζες της σε αυτήν που προηγήθηκε κατά την προσυνεδριακή περίοδο, στηρίχθηκε σε ορισμένα ταξικά αντανακλαστικά που είχαν κατακτηθεί στη διαπάλη κατά τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ (1968), την οργανωτική διάσπαση από τις δυνάμεις που ανοιχτά υποστήριζαν τον ευρωκομμουνισμό και εμπόδιζαν την παράνομη οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος.
Ενα υπόστρωμα ταξικών, κομμουνιστικών αντανακλαστικών υπήρχε και λόγω της Ιστορίας του ΔΣΕ, δεν είχε εξαφανιστεί, αν και δεν είχε ακυρωθεί η κομματική καταδίκη του ως σεχταριστικού αγώνα.

Στο ΚΚΕ την περίοδο 1990 – 1991 υπήρχαν δυνάμεις και στην ΚΕ και στο ΠΓ οι οποίες ήθελαν να υπερασπιστούν θεμελιακά κομμουνιστικά χαρακτηριστικά έναντι της οπορτουνιστικής λαίλαπας. Αυτό όμως ήταν αρκετά δύσκολο και περίπλοκο, δεδομένου ότι ο οπορτουνισμός, όπως πάντα, δεν παρουσιαζόταν με μία μόνο μορφή, αλλά είχε διαβαθμίσεις στην έκφρασή του, από τις πιο ακραίες έως τις συμβιβαστικές.

Βέβαια, η κρίση στο Κόμμα, με πιο φανερές τις πρώτες εκδηλώσεις της ως κρίσης στην ΚΝΕ, εκδηλώθηκε ήδη από το 1989. Το 14ο Συνέδριο του Κόμματος εκτίμησε ότι η διαμόρφωση στα Τμήματα της ΚΕ και στην ίδια την ΚΕ δύο αλληλοτροφοδοτούμενων κέντρων διαμόρφωνε αντίστοιχες ομαδοποιήσεις. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές όσον αφορά την τοποθέτηση σε επίμαχα ζητήματα, όπως η κυβέρνηση Τζανετάκη, συνέπεσαν στην πολεμική ενάντια στο Κόμμα από την άποψη της άρνησης των αρχών λειτουργίας επαναστατικού κόμματος, επίσης συνέπεσαν και επηρεάστηκαν από την αστική πολεμική ενάντια στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, υιοθέτησαν θέσεις της αστικής πολεμικής, που δεν έχουν σχέση με την κριτική αποτίμηση από ταξική – επαναστατική – επιστημονική σκοπιά.

Το παραπάνω (ανεξάρτητα από την ειλικρίνεια ή όχι της κριτικής) επέδρασε στη στάση μελών της ΚΝΕ στη βάση της προϋπάρχουσας ομαδοποίησης στις γραμμές της, αξιοποιήθηκε στην αποχώρηση της πλειοψηφίας των μελών του ΚΣ της ΚΝΕ και χιλιάδων μελών της. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης της ΚΝΕ ως Νεολαίας του ΚΚΕ, με δεδομένη την κατάσταση στο Κόμμα, επέφερε μετά το 5ο Συνέδριο νέο ΚΣ, που η πλειοψηφία του το καλοκαίρι του 1991 αποχώρησε από το Κόμμα και πέρασε στον Συνασπισμό.

Μια ενδελεχής παρουσίαση και εκτίμηση όλων των παραπάνω ζητημάτων και των αντίστοιχων συζητήσεων στην ΚΕ και στο ΠΓ θα περιληφθεί στον Τόμο Δ1, περίοδος 1974 – 1991.

Αποκτά όμως επίκαιρη σημασία η εκ νέου υπογράμμιση ήδη αναδειγμένων συμπερασμάτων:

Πρώτον: Η ιδεολογική – προγραμματική – άμεσα πολιτική – οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚ είναι αδιαπραγμάτευτη θεμελιακή αρχή σε οποιεσδήποτε συνθήκες της ταξικής πάλης.

Αυτή η αρχή καταπατήθηκε ήδη με τη συγκρότηση του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» πάνω σε προγραμματική βάση – παρόλο που υπήρχε η αρνητική ανάλογη εμπειρία της ΕΔΑ, ακόμα και της «Ενωμένης Αριστεράς» – αλλά δεν είχαν εκτιμηθεί αντικειμενικά ο προβληματικός χαρακτήρας και η πορεία εξέλιξής τους.

Σταδιακά, αλλά πολύ σύντομα, ακυρωνόταν η αυτοτέλεια του ΚΚΕ, π.χ.: Ως προς την παρουσία της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, αφού διαμορφώθηκε ενιαία η κοινοβουλευτική παρέμβαση του ΣΥΝ. Ως προς τη δράση της ΚΝΕ (βλέπε το Φεστιβάλ στην Αθήνα, που έγινε εξ ονόματος της Νεολαίας ΣΥΝ). Ως προς τη συζήτηση της «Πολιτικής Πρότασης» που προηγούνταν στα όργανα του ΣΥΝ, με αποκορύφωση την καθιέρωση κάρτας μέλους του ΣΥΝ για όλους, και για τα μέλη του ΚΚΕ. Τελικά όλη η δουλειά του Κόμματος πέρναγε μέσα από τον ΣΥΝ, οι ΚΟΒ δεν είχαν αυτοτελές πρόγραμμα, έχασαν την αυτοτέλεια της δράσης τους, ενώ το πέρασμα της πολιτικής δράσης μέσα από τον ΣΥΝ ήταν η αρχή για τη μετατροπή του Κόμματος σε συνιστώσα του ΣΥΝ και στη συνέχεια η επιδίωξη αυτοδιάλυσής του, όπως έγινε με το ΚΚ Μεξικού.

Στο όνομα του να έχουν πολιτικό λόγο και οντότητα μεμονωμένα πολιτικά – αριστερά άτομα και να είναι ισότιμη η συνεργασία των συνιστωσών του ΣΥΝ, προηγούνταν συχνά η πολιτική συζήτηση στα όργανα του ΣΥΝ – π.χ. εκτίμηση εκλογών, πολιτική συμμαχιών, για διεθνείς εξελίξεις – και εκ των υστέρων γινόταν η συζήτηση ακόμα και στην ΚΕ, ενώ στα παρακάτω όργανα και στις ΚΟΒ έφταναν οι αποφάσεις του ΣΥΝ χωρίς να γίνεται γνωστό τι είχε προτείνει το ΚΚΕ, αν υπήρχε διαπάλη κ.λπ. Ετσι, το Πρόγραμμα του ΣΥΝ γινόταν και Πρόγραμμα του ΚΚΕ, αν και οι διάφορες συνιστώσες του ΣΥΝ δημόσια πρόβαλλαν και τις θέσεις και τις διαφωνίες τους. Αν και αυτή η πρακτική φαινόταν ως παραβίαση των αρχών συγκρότησης του ΣΥΝ ως συμμαχίας κομμάτων, αντικειμενικά και ουσιαστικά προέκυπτε από τον ίδιο τον χαρακτήρα του. Δηλαδή, δεν ήταν θέμα τήρησης ή μη των αρχών της συμμαχίας, αλλά κάθε τέτοια συμμαχία αντικειμενικά οδηγεί στην πράξη στην αμφισβήτηση της αυτοτέλειας του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Σε ορισμένες από τις παραπάνω αρνητικές συνέπειες της πολιτικής επιλογής διαμόρφωσης του ΣΥΝ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, στην πορεία αντέδρασαν μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, χωρίς όμως να εκφράσουν μια συνολική και κάθετη άρνηση της πολιτικής του Κόμματος που αναζητούσε συνεργασία με κόμματα και πολιτικά πρόσωπα στην κατεύθυνση μιας εναλλακτικής πολιτικής απέναντι στη νεοφιλελεύθερη, που θεωρούνταν αποκλειστικός ή κύριος υπαίτιος της κατάργησης εργατικών κατακτήσεων και αστικών ελευθεριών. Σημειωτέον, όμως, το ξήλωμά τους είχε ξεκινήσει από το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλα αυτά δυνάμεις του αντέδρασαν στο προχώρημά τους από την κυβέρνηση της ΝΔ. Στη μεταγενέστερη περίοδο, το Κόμμα μας έχει διεξοδικά αναδείξει τη λειτουργία φιλελεύθερου αστικού και σοσιαλδημοκρατικού αστικού ρεύματος ως «συγκοινωνούντων δοχείων» στον καπιταλισμό.

Δεύτερον, άμεσα σχετιζόμενο με το πρώτο: Ενα πολιτικό Πρόγραμμα και μια αντίστοιχη πολιτική συνεργασία που φαίνονται να απαντούν σε αντιδραστικότερες στροφές της αστικής διαχείρισης, σε συνδυασμό με την πίεση της σοσιαλδημοκρατίας, που υπό κανονικές συνθήκες παίζει αυτόν τον δήθεν εναλλακτικό δρόμο, ποτέ μα ποτέ δεν εξασφάλισαν την άνοδο της ταξικής πάλης, την ενίσχυση του εργατικού κινήματος, τη διεύρυνση της ιδεολογικής – πολιτικής επιρροής και των οργανωμένων δυνάμεων του Κόμματος.

Αντίθετα, με μαθηματική ακρίβεια οδήγησαν σε κρίση, αδρανοποίηση δυνάμεων, ιδεολογική – πολιτική σύγχυση. Πάνω σ’ αυτό υπάρχει πλέον πλούσια εγχώρια και διεθνής εμπειρία για να μας πείσει ότι ο χαρακτήρας μιας κυβέρνησης δεν κρίνεται από τις υποκειμενικές προθέσεις των μελών της, αλλά από το γεγονός ότι αποτελεί όργανο της τάξης που κυριαρχεί. Το ίδιο αφορά και τα άλλα όργανα, θεσμούς, λειτουργίες του καπιταλιστικού συστήματος, π.χ. τις βουλευτικές εκλογές, τη λειτουργία της Βουλής. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα δρα παραπλανητικά ως προς τη δυνατότητα να αλλάξει ο ταξικός συσχετισμός μέσω των εκλογών, κατά συνέπεια και στον ταξικό χαρακτήρα της Βουλής και της εκάστοτε κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αξιοποιείται από τα ΚΚ, αρκεί να γίνεται η ανάλογη ιδεολογική παρέμβαση.

Να μην ξεχνάμε ότι ποτέ μα ποτέ δεν συνέβη, ούτε στην επαναστατημένη Ρωσία από τον Φλεβάρη στον Οκτώβρη του 1917, οποιοδήποτε όργανο της αστικής δημοκρατίας και η πιο «αριστερή» ή δημοκρατική κυβέρνηση να παίξουν προωθητικό ρόλο στην ταξική πάλη για τη ριζική, επαναστατική αλλαγή του χαρακτήρα της εξουσίας και στη συνέχεια της οικονομίας, ολόκληρης της κοινωνίας. Αντίθετα, να αξιοποιηθεί η πείρα του ΚΚ (μπ) στη Ρωσία, που αντιπάλεψε τις προσωρινές, μετά τον Φλεβάρη, κυβερνήσεις στις οποίες συμμετείχαν εργατικά και μικροαστικά κόμματα, μέχρι και την ανατροπή τέτοιας κυβέρνησης τον Οκτώβρη.

Ωστόσο, στις συνθήκες της μεγάλης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008 και της μεγάλης εκλογικής απώλειας των αστικών κυβερνητικών κομμάτων, ιδιαίτερα από το 2012, πόσες φορές το ΚΚΕ δεν κατηγορήθηκε από αριστερούς διανοούμενους, καλλιτέχνες με επίδραση στις λαϊκές δυνάμεις, από κάποια ΚΚ άλλων χωρών – που έχουν επιλέξει τον σοσιαλδημοκρατικό δρόμο αστικής διαχείρισης – για πολιτική δυσκαμψία ή ότι δεν παίρνει υπόψη του τις διαφορετικές συνθήκες άλλων χωρών; Κατηγορήθηκε γιατί αρνήθηκε την εντολή διαμόρφωσης κυβέρνησης ή τη συμμετοχή σε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ9. Κατηγορήθηκε επειδή αναδείκνυε και αναδεικνύει ως κρίσιμο ζήτημα γενικής ισχύος τη μη συμμετοχή ή στήριξη ΚΚ σε αστική κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό της μανδύα (π.χ. σοσιαλδημοκρατών, αριστερών, αντιφασιστών, «εθνικής ενότητας» για οποιονδήποτε λόγο).

Το ΚΚΕ έκανε δημόσια αυτοκριτική και για τη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις Τζανετάκη (Ιούλης – Οκτώβρης 1989) και Ζολώτα (Νοέμβρης 1989 – Απρίλης 1990).
Στη βάση και αυτού του διδάγματος τόλμησε να προειδοποιήσει ΚΚ που ανέχτηκαν, στήριξαν ή και συμμετείχαν σε κυβέρνηση που τελικά τίποτα δεν εξασφάλισε ούτε από τα εξαγγελλόμενά της.

Και η πολύ πρόσφατη πολιτική πείρα επιβεβαιώνει ότι ΚΚ που έκαναν εκλογικά σχήματα συνεργασίας για να διευρύνουν τις δυνάμεις και την επιρροή τους, να αντισταθμίσουν κάποια άμεση σοσιαλδημοκρατική πίεση – δεδομένου ότι και το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα δεν εκπροσωπείται αποκλειστικά από ένα κόμμα σε κάθε χώρα – μόνο συγκυριακή εκλογική άνοδο ή συγκράτηση της επιρροής τους πέτυχαν. Η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη τάση ήταν η μείωση και, το πιο σοβαρό, η αρνητική επίδραση στην πορεία ριζοσπαστικοποίησης εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, στην ταξική πάλη.

Η πείρα της Βενεζουέλας είναι αποκαλυπτική, αλλά και της Πορτογαλίας, της Κύπρου κ.λπ.

Οι πρόσφατες εκλογές στη Γερμανία δίνουν στην περίπτωση του κόμματος «Die Linke» ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι αυτό αναφέρεται σε σχέση με τον ρόλο του στην ανασυγκρότηση του οπορτουνισμού στην Ευρώπη, αυτόνομα ή μέσα από το μόρφωμα του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), στην πολεμική του απέναντι στο ΚΚΕ, ιδιαίτερα στις σχέσεις του ΚΚΕ με ΚΚ στην Ευρώπη, αλλά και την προσπάθεια του «Die Linke» να επιδράσει στο Γερμανικό ΚΚ.

Ενότητα εργατικού χαρακτήρα και ιδεολογικής μαρξιστικής επάρκειας

Τρίτον: Το ΚΚ πρέπει να εξασφαλίζει τους αγωνιστικούς του δεσμούς με την εργατική τάξη, μέσω αυτών να πετυχαίνει την εξασφάλιση του εργατικού του χαρακτήρα στη σύνθεση των μελών του αλλά και στην ανάπτυξη των πιο ικανών και αποφασισμένων σε στελέχη – μέλη καθοδηγητικών οργάνων, της ίδιας της ΚΕ, φροντίζοντας για την ιδεολογική συγκρότησή τους με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού.

Στη δεκαετία του 1980 συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές στην κλαδική σύνθεση της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα της μεταποίησης, λόγω και της ένταξης στην ΕΟΚ, με αποτέλεσμα σημαντική αλλαγή στη διάρθρωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα10, με σημαντική αρνητική επίδραση στις εργατικές δυνάμεις του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα, η διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, με την εκτεταμένη παρέμβαση στις τότε ΔΕΚΟ, με προσλήψεις πολιτικά ελεγχόμενων σε κρατικές βιομηχανικές μονάδες, ήταν άλλος ένας αρνητικός παράγοντας.

Με την αναδιάρθρωση στην κλαδική σύνθεση της μεταποίησης αλλά και την ανάπτυξη νέων βιομηχανικών κλάδων και τομέων της οικονομίας, αντικειμενικά άλλαξε και η δομή της εργατικής τάξης, αντίστοιχα του συνδικαλιστικού κινήματος. Απαιτούσε έγκαιρη εκτίμηση από το Κόμμα μας και σχεδιασμό ανάπτυξης των αγωνιστικών σχέσεων και δυνάμεών του στις νέες επιχειρήσεις και κλάδους, και όχι να υιοθετεί τις σχετικές αναθεωρητικές απόψεις στελεχών του ΣΥΝ, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Σε αυτό το έδαφος ενισχύθηκε ο οπορτουνισμός στις γραμμές του Κόμματος.

Βέβαια, η εργατική σύνθεση του Κόμματος πρέπει να συνοδεύεται με ειδική φροντίδα – πρόγραμμα εκ μέρους του ανώτερου καθοδηγητικού οργάνου για τη θωράκιση των εργατικών στελεχών από τον περιορισμένο οικονομικό αγώνα, με την κατάκτηση γνώσης των θεωρητικών βάσεων της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Τέταρτον: Η υπεράσπιση του επαναστατικού εργατικού χαρακτήρα του Κόμματος, δηλαδή η υπεράσπιση του κομμουνιστικού του χαρακτήρα, δεν μπορεί να γίνει υπερασπίζοντας μόνο θεμελιακές αρχές συγκρότησής του, αλλά και με τη μαρξιστική ιδεολογική – θεωρητική επάρκεια των ανώτερων καθοδηγητικών οργάνων και επιτελείων τους, ώστε έγκαιρα, επιστημονικά αλλά και ταξικά να ερμηνεύουν τις νέες τάσεις και εξελίξεις, να διαμορφώνουν ανάλογα τα καθήκοντα του Κόμματος και του εργατικού κινήματος.

Στα κρίσιμα χρόνια 1990 – 1991 υπήρξαν ταξικά και κομμουνιστικά υγιείς αντιδράσεις μελών της ΚΕ και του ΠΓ, για παράδειγμα στη διολίσθηση από θεμελιακές αρχές ενός ΚΚ, που επιχειρήθηκε στην εισαγωγή του Σχεδίου Νέου Καταστατικού και αλλού. Δεν μπόρεσαν όμως να συνδυαστούν με ανάλογη αντίδραση στην εξίσου σοβαρή διολίσθηση, όπως εκφραζόταν σε σειρά θέσεων για τον χαρακτήρα της «Περεστρόικα», τον διεθνή συσχετισμό, τον χαρακτήρα των εξελίξεων στην ΕΟΚ, τον χαρακτηρισμό πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, την ερμηνεία των εναλλαγών ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στην κοινοβουλευτική λειτουργία και στη διαμόρφωση κυβέρνησης. Δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν ολόπλευρα την προβληματικότητα στον χαρακτήρα της πολιτικής συμμαχιών του ΚΚΕ.

Την περίοδο εκείνη, η διαμόρφωση της διαπάλης δεν ήρθε από μια έγκαιρη και βαθιά συνειδητοποίηση των προβλημάτων στρατηγικής, από την οποία εκπορευόταν και η λαθεμένη τρέχουσα πολιτική της «εναλλακτικής προοδευτικής διεξόδου». Ηρθε ως σύγκρουση με τις δυνάμεις της ΚΕ που επεδίωκαν την περαιτέρω αφομοίωση του Κόμματος στις διαδικασίες μετατροπής του ΣΥΝ σε κόμμα, με καταστατικό, καθορισμό μελών, οργάνων κ.λπ., στην προοπτική αυτοδιάλυσης του ΚΚΕ.

Η αλλαγή Προγράμματος στο ΚΚΕ ήρθε αργότερα, στο 15ο Συνέδριο (1996), και η ουσιαστική ανάπτυξη στο 19ο Συνέδριο (2013), που τεκμηριώνει τον διεκδικούμενο επαναστατικό εργατικό χαρακτήρα της εξουσίας με πλήρη αποκλεισμό της διεκδίκησης ή στήριξης οποιουδήποτε κυβερνητικού σχήματος στο έδαφος του καπιταλισμού και για οποιονδήποτε λόγο.

Πρόκειται για καθοριστική βάση και παρακαταθήκη σήμερα και στο μέλλον, η οποία θα γίνεται πιο στερεή στον βαθμό που διαρκώς και ενιαία θα αφομοιώνεται, χωρίς υποτίμηση όλων των παραγόντων που μπορούν να καλλιεργούν τη συνειδητή ή αρχικά και ασυνείδητη οπορτουνιστική διολίσθηση. Τέτοιοι παράγοντες είναι ο παρατεταμένος αρνητικός συσχετισμός της ταξικής πάλης σε συνδυασμό με νέα φαινόμενα αντιδραστικοποίησης, π.χ. στους αστικούς νόμους περί συνδικαλισμού, στους όρους αγοράς της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, στην αντιδραστικοποίηση των φιλοσοφικών και κοινωνιολογικών θεωρήσεων που διοχετεύονται από τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης, από αστικούς θεσμούς και ΜΜΕ.

Σε αυτές τις συνθήκες, γρήγορα ενισχύονται – και συνειδητά προωθούνται από θύλακες του αστικού συστήματος – οι πιέσεις για συμβολή του ΚΚΕ στον φραγμό της «φασιστικής ανόδου με την ανοχή της πιο αντιδραστικής πτέρυγας της ΝΔ», της αυταρχικότητάς της με ένταση της καταστολής, ή ακόμα μπροστά σε μια ξένη απειλή – εισβολή κ.λπ. Σε αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλει και η στάση κάποιων δυνάμεων, κυρίως μικροαστικών αλλά με ρίζες ή σχέσεις με το κομμουνιστικό κίνημα. Συμβάλλει επίσης ο φόβος εργατικών δυνάμεων λόγω της εργοδοτικής απειλής απόλυσης, ακόμα και η κούραση μάχιμων φιλο-ΚΚΕ δυνάμεων ή και μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ, λόγω έλλειψης βαθιάς κομμουνιστικής συνειδητοποίησης. Συμβάλλουν επίσης υποκειμενικές καθοδηγητικές αδυναμίες του Κόμματος, κυρίως ως προς το περιεχόμενο της ιδεολογικής – πολιτικής και μαζικής παρέμβασης, τη διάταξη δυνάμεων, τις χρεώσεις στελεχών κ.ά. (βλ. Απόφαση 21ου Συνεδρίου, 2021). Ολα αυτά επιδρούν στη μη έγκαιρη αντιμετώπιση ορισμένων παραγόντων απογοήτευσης και κόπωσης, όπως είναι η έλλειψη κομμουνιστικής αντοχής σε συνθήκες ρουτίνας, η έλλειψη σημαντικών αγωνιστικών εξάρσεων, σε παρατεταμένη μη επαναστατική περίοδο.

Στην εξουδετέρωση όλων αυτών των παραγόντων συμβάλλει η ταξική μελέτη της Ιστορίας του Κόμματός μας και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Συμβάλλουν όμως και η ταξική παρατήρηση και ερμηνεία των σύγχρονων πολιτικών δεδομένων, η δυνατότητα ανάλυσης και γενίκευσής τους, η ενιαία αντίληψη και αφομοίωση των θεωρητικών συμπερασμάτων.

Το 21ο Συνέδριο του Κόμματός μας έδωσε ιδιαίτερο βάρος σ’ αυτό το ζήτημα, το ανέδειξε ως στοιχείο της ποιοτικής βελτίωσης της καθοδηγητικής δουλειάς, της ικανότητας παρέμβασης στις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις, στη νεολαία και ειδικότερα στις γυναίκες, έτσι ώστε να εξαντλούνται όλες οι δυνατότητες συσπείρωσής τους με το ΚΚΕ, μέσα από όλα τα μέτωπα πάλης, στην πάλη για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό.

Πέμπτον: Καθοριστικό στοιχείο της εξασφάλισης του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματός μας είναι η θωράκιση των νεότερων μελών του, καθώς και των μελών της ΚΝΕ, με τις συνολικές θέσεις του Κόμματός μας για την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα. Η Απόφαση του 18ου Συνεδρίου συμπυκνώνει την εκτίμηση: «Η τεκμηρίωση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της EΣΣΔ στηρίζεται: Στην κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στην ύπαρξη σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και υποταγμένης (παρά τις όποιες αντιφάσεις) σε αυτήν συνεταιριστικής ιδιοκτησίας, στον Κεντρικό Σχεδιασμό, στην εργατική εξουσία και στις πρωτόγνωρες κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων.

Αυτά δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι από μια περίοδο και μετά, το Κόμμα έχασε σταδιακά τον επαναστατικό καθοδηγητικό του χαρακτήρα και έτσι έγινε δυνατό να κυριαρχήσουν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις στο Κόμμα και στην εξουσία, στη δεκαετία του 1980.

Χαρακτηρίζουμε τις εξελίξεις του 1989 – 1991 νίκη της αντεπανάστασης. Αποτέλεσαν την τελευταία πράξη της διαδικασίας που οδήγησε στην ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφορών και αντίστοιχα των δυνάμεων της αντεπανάστασης και στην κοινωνική οπισθοδρόμηση»11.

Βέβαια, το Κόμμα μας συνεχίζει τη μελέτη – έρευνα και για τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως και βαθύτερα για την ΕΣΣΔ.

Η ιδεολογική – μορφωτική δουλειά του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα με συστηματικότητα και επαναληπτικότητα οφείλει να διαμορφώνει κριτήρια για την αναγνώριση των νομοτελειών του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, στο επίπεδο της οικονομίας, της ταξικής πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας αλλά και της όλης λειτουργίας του νομικού – πολιτικού – πολιτιστικού σοσιαλιστικού εποικοδομήματος, ως θεμέλιο της επαναστατικής δύναμης και αντοχής.

Της
Ελένης ΜΠΕΛΛΟΥ, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ


Παραπομπές:

1. Σημειωτέον, αυτές οι σοσιαλιστικές χώρες φιλοξενούσαν ως πολιτικούς πρόσφυγες την ηγεσία του ΚΚΕ, μέλη – στελέχη του, καθώς και χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ.
2. Απόφαση 18ου Συνεδρίου για τον Σοσιαλισμό, Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για τον σοσιαλισμό, σελ. 237 – 238.
3. Η ΔΑΣΕ ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1975 ως εφαρμογή της Συμφωνίας του Ελσίνκι. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο συναντήσεις. Η ΔΑΣΕ στην πορεία μετεξελίχθηκε σε ΟΑΣΕ. Τα όσα προέβλεπε η ΔΑΣΕ, π.χ. η αναγνώριση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ) και το απαραβίαστο των συνόρων, αποδείχθηκε από την αντεπανάσταση ότι ήταν θέμα συσχετισμού δυνάμεων. Ωστόσο, τα καπιταλιστικά κράτη που συμμετείχαν αξιοποιούσαν τις Συμφωνίες για πίεση διολίσθησης στην ΕΣΣΔ, στη ΓΛΔ και σε άλλα σοσιαλιστικά κράτη, ως μηχανισμούς δολιοφθοράς στο εσωτερικό τους, π.χ. ανακινώντας θέματα ελευθεριών με την αστική προσέγγισή τους. Τα καπιταλιστικά κράτη, δίχως να παραιτούνται από τον στόχο υποκίνησης της αντεπανάστασης, ακολουθούσαν και την τακτική της «έμμεσης προσέγγισής». Π.χ. η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) ήδη από το 1969 είχε υιοθετήσει τη «Νέα Ost Politik», με ανάλογους στόχους σε βάρος της ΓΛΔ.
4. Στη λεγόμενη «Καταιγίδα της Ερήμου» των ΗΠΑ και άλλων 30 κρατών, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα.
5. Αυτό αφορά και τη μη επιβίωση της «Κίνησης για την Ενότητα της Αριστεράς» (ΚΕΑ), που διαμορφώθηκε το 1978, με στελέχη του ΚΚΕ και προσωπικότητες της Αριστεράς.
6. Το κόμμα που προέκυψε από το «ΚΚΕ εσωτερικού» στο 3ο Συνέδριό του.
7. Και αυτή η επιλογή εντασσόταν στην κατεύθυνση να ξεκαθαρίσει το ΠΑΣΟΚ (ή τμήμα του) με τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, ώστε να επιτευχθεί η συνεργασία μαζί του.
8. Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ τ. 6/2013, σελ. 54.
9. Το Κόμμα είχε ήδη εκτιμήσει την αρνητική επίδραση στην έκβαση της ταξικής πάλης από τη συμμετοχή του στην «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» του Γ. Παπανδρέου το 1944.
10. Συρρικνώθηκαν κλάδοι της μεταποίησης, όπως της Κλωστοϋφαντουργίας, του Ιματισμού, του Δέρματος, οι οποίοι έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα.
11. Απόφαση 18ου Συνεδρίου για τον Σοσιαλισμό, Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για τον σοσιαλισμό, σελ. 186 – 187.


Δείτε επίσης (από το Ριζοσπάστη)
Το 13ο και το 14ο Συνέδριο του ΚΚΕ
Χρονικό Γεγονότων – 13ο | 14ο Συνέδριο.

Ναπολέων Σουκατζίδης Το μεγαλείο ενός αγωνιστή της Αντίστασης, του Θέμου Κορνάρου