Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Διαχρονική η επίθεση στην Κοινωνική Ασφάλιση από όλες τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου

Η βδομάδα που διανύουμε ξεκίνησε με μία από εκείνες τις αποκαλυπτικές στιγμές που οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου αφήνουν με τοποθετήσεις τους να φανεί γυμνή η στρατηγική τους σύμπλευση στην πολιτική που τσακίζει το λαό για τα κέρδη των μονοπωλίων.

Από το βήμα της Βουλής, ο υπουργός Εργασίας της ΝΔ, Γ. Βρούτσης, έδωσε εύσημα στις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τη «συνέχεια» και συνέπεια που επέδειξαν στην αντιασφαλιστική επίθεση, δηλώνοντας ότι με την προώθηση του νέου χτυπήματος που φέρνει η ΝΔ, «θα έχουμε ολοκληρώσει μια μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση ως ένα αποτέλεσμα από το 2010, από την περίοδο του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ» και ότι όλα τα αντιασφαλιστικά νομοθετήματα «τα προχωρήσαμε όλοι μαζί και τώρα θα πάμε στο τελευταίο βήμα»…

✔️  Πρόκειται για ανοιχτή ομολογία ότι όλες οι αστικές κυβερνήσεις υπηρέτησαν και υπηρετούν την ίδια αντιλαϊκή στρατηγική του κεφαλαίου για το Ασφαλιστικό.

Τρεις δεκαετίες αντιασφαλιστικού οδοστρωτήρα
Μια ανασκόπηση στους βασικούς σταθμούς της…
«μεγάλης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ- ΝΔ»

Η ενιαία και σχεδιασμένη επίθεση, το «τελευταίο βήμα» της οποίας φιλοδοξεί να κάνει η σημερινή κυβέρνηση, μετράει ήδη 3 δεκαετίες, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο μετά το Μάαστριχτ, όταν η ΕΕ και όλα τα επιτελεία του κεφαλαίου ανέδειξαν το Ασφαλιστικό σε… πρώτο «δημόσιο κίνδυνο», που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με κάθε τρόπο.

Πολύ πριν από την εκδήλωση της τελευταίας γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης, στις συνθήκες της οποίας το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του βρήκαν την ευκαιρία να επιταχύνουν την επίθεση, ο πόλεμος που είχαν κηρύξει στα ασφαλιστικά δικαιώματα εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών και συνταξιούχων, ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Ενας πόλεμος με σαφή στόχευση: Την απαλλαγή του κεφαλαίου και του κράτους του από το «κόστος» της Κοινωνικής Ασφάλισης και το ταυτόχρονο άνοιγμα ενός τεράστιου πεδίου κερδοφορίας για τα μονοπώλια.

Αυτήν ακριβώς τη στόχευση του κεφαλαίου υπηρέτησαν όλες οι κυβερνήσεις του, σοσιαλδημοκράτες, κεντροαριστεροί, δεξιοί, νεοφιλελεύθεροι και φυσικά η «πρώτη φορά Αριστερά»…

Αρχίζοντας με τον νόμο 2084/1992 του Σιούφα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, «ο ένας έκοβε και ο άλλος έραβε» όλα αυτά τα χρόνια, για να φτάσουμε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ενσωμάτωσε όλες αυτές τις αντιλαϊκές ανατροπές δεκαετιών και τις βάθυνε ακόμα παραπέρα με τον περιβόητο νόμο Κατρούγκαλου.

Με τον νόμο Σιούφα ήδη από το 1992, αυξήθηκαν για τους νεοεισερχόμενους στην εργασία τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη για άνδρες και γυναίκες, μειώθηκαν τα ποσοστά αναπλήρωσης με μέγιστο ποσοστό το 60% για τις κύριες συντάξεις (35 χρόνια εργασίας) και το 20% για τις επικουρικές. Εφαρμόστηκε δηλαδή η μέθοδος «σαλαμοποίησης» των μέτρων, ώστε να καμφθούν οι αντιδράσεις των ήδη ασφαλισμένων. Ταυτόχρονα, επιβλήθηκε δραστική μείωση στα κατώτερα όρια συντάξεων, τα οποία αποσυνδέθηκαν από τα 20 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη. Το μέτρο αυτό θα οδηγήσει σύντομα στην κατάρρευση των κατώτερων συντάξεων και στην ανάγκη θεσμοθέτησης του ΕΚΑΣ, προκειμένου οι συνταξιούχοι να μη λιμοκτονούν, με δεδομένο ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των τότε συνταξιούχων λάμβαναν τα κατώτερα όρια, καθώς παρότι είχαν δουλέψει και μάλιστα για πολλές δεκαετίες, εξαιτίας του μεγάλου ποσοστού ανασφάλιστης εργασίας στην πράξη δεν διέθεταν αρκετά ένσημα.

Δύο εμβληματικές παρεμβάσεις για την αντιλαϊκή κλιμάκωση

Ακολούθησαν δύο εμβληματικές παρεμβάσεις, οι οποίες αν και δεν εφαρμόστηκαν άμεσα, εντούτοις έθεσαν τις βάσεις για όλες τις ανατροπές που ακολούθησαν. Πρόκειται για το Πόρισμα της Επιτροπής Σπράου το 1997 υπό τον τίτλο «Οικονομία και Συντάξεις: Συνεισφορά στον Κοινωνικό Διάλογο» (!) και το νομοσχέδιο Γιαννίτση το 2001.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το πρώτο ήταν το «θεωρητικό μανιφέστο» των εκκολαπτόμενων ανατροπών και το δεύτερο η πρακτική αποτύπωσή τους.

«Κόκκινη γραμμή» που διατρέχει την Εκθεση Σπράου, ως πάτημα για την αντιασφαλιστική κλιμάκωση, είναι ο «δημογραφικός» και «δημοσιονομικός κίνδυνος», η αναμενόμενη αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς πλέον το ασφαλιστικό σύστημα «ωρίμαζε» και έπρεπε να πληρωθούν ασφαλιστικά δικαιώματα. Οι ίδιοι «κίνδυνοι» αξιοποιούνται μέχρι και σήμερα ως «μπαμπούλες» για να διευκολυνθεί η προώθηση των αντιασφαλιστικών χτυπημάτων.

Οσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα, προτείνονταν: Η «ανάγκη επανεξέτασης της λειτουργίας των κατωτάτων ορίων» και για τους πριν το 1993 ασφαλισμένους η αποσύνδεσή τους από έναν συγκεκριμένο αριθμό ημερομισθίων, καθώς και η «εξέταση της μη χορήγησης κατώτερων ορίων (ή χορήγησης τμηματικά) αv η συνταξιοδότηση επέρχεται οικειοθελώς πριν την συμπλήρωση του κανονικού ορίου ηλικίας» και ακόμα η «εξέταση της σταδιακής μετεξέλιξης των κατώτατων ορίων προς την κατεύθυνση της Εθνικής Σύνταξης».Η πρόταση για τη λεγόμενη «εθνική σύνταξη» – δηλαδή για μια πραγματική σύνταξη πείνας η οποία τελικά θα είναι η μόνη για την οποία θα υπάρχει κρατική εγγύηση – αν και τότε αναβλήθηκε, θα αποτυπωθεί στη συνέχεια στον νόμο 3863/2010 του ΠΑΣΟΚ και θα εφαρμοστεί, μαζί με την κατάργηση των κατώτερων ορίων, με τον νόμο Κατρούγκαλου το 2016!

Επιπλέον, η Εκθεση υπογράμμιζε την «ανάγκη επιμήκυνσης του εργασιακού βίου», μέσα από: «Εξάλειψη αντικινήτρων παραμονής στην εργασία. Εξέταση περιπτώσεων συνταξιοδότησης χωρίς όριο ηλικίας. Εξέταση ειδικών περιπτώσεων κλάδων εργαζομένων με χαμηλά όρια ηλικίας. Εξέταση περιπτώσεων ειδικής μεταχείρισης μητέρων. Εξέταση εξίσωσης γενικών ορίων ανδρών – γυναικών. Εξέταση αύξησης γενικών ορίων». Και ακόμα προέβλεπε: «Κατάργηση του συστήματος Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, μαζί με το επασφάλιστρo για τους εργαζόμενους με λίγα χρόνια. Αυστηρoπoίηση των συντάξεων αναπηρίας». Για την ιδιωτική ασφάλιση σημείωνε χαρακτηριστικά: «Η επαγγελματική ιδιωτική ασφάλιση θα μπορούσε να παίξει έναν ιδιαίτερα χρήσιμο ρόλο. Η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου πλαισίου πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά επείγουσα…».

Το νομοσχέδιο Γιαννίτση, που θα ακολουθήσει τον Απρίλη του 2001, θα συναντήσει σοβαρές κοινωνικές αντιστάσεις. Υστερα από μεγαλειώδεις απεργίες και κινητοποιήσεις, στις οποίες έβαλε αποφασιστική σφραγίδα το ΠΑΜΕ, το οποίο μέτραγε δύο χρόνια ζωής, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα το αποσύρει.

Ομως, παρά την απόσυρσή του, οι ανατροπές που προέβλεπε, τελικά, θα εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια: Αρχικά με τον νόμο 3029 το 2002 (νόμος Ρέππα) που εκτός της αύξησης των ορίων ηλικίας, τη μείωση των συντάξεων, θα θεσμοθετήσει για πρώτη φορά και τα Επαγγελματικά Ταμεία. Παραπέρα, με τον νόμο 3655 το 2008 (νόμος Πετραλιά), ο οποίος μεταξύ άλλων, με σαρωτικές ενοποιήσεις σε όλα τα Ταμεία, θα συρρικνώσει παροχές και συντάξεις και θα καταργήσει σταδιακά το καθεστώς συνταξιοδότησης των εργαζόμενων μητέρων, αυξάνοντας μέχρι και 15 χρόνια την ηλικία συνταξιοδότησής τους.

Ο ένας έκοβε και ο άλλος έραβε…

Στη συνέχεια, με τους νόμους 3863 και 3865 το 2010 (νόμοι Λοβέρδου – Κουτρουμάνη), τον νόμο 4093 το 2012 (νόμος Βρούτση) και τελικά τους νόμους 4336 το 2015 του ΣΥΡΙΖΑ και τον νόμο 4387 το 2016 (νόμος Κατρούγκαλου), ο οποίος αποτελεί τη συμπύκνωση και κορύφωση όλων των προηγούμενων ανατροπών, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα απογειωθούν στα 67 έτη, η κύρια σύνταξη θα διαχωριστεί σε «εθνική» και «ανταποδοτική», το ύψος των συντάξεων θα μειωθεί δραστικά, τα 40 χρόνια εργασίας για το δικαίωμα στην πλήρη σύνταξη θα μονιμοποιηθούν, ενώ θα περικοπεί παραπέρα και η κρατική χρηματοδότηση, η οποία πλέον θα περιοριστεί μόνο στην «εθνική σύνταξη».

Ολα αυτά τα μέτρα σε συνδυασμό θα ανοίξουν το δρόμο για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, που πλέον αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας τώρα η ΝΔ.

Απ’ αυτή την άποψη, το νομοσχέδιο Γιαννίτση ήταν η πρώτη «δομική μεταρρύθμιση» (όπως τη χαρακτηρίζει και η πρόσφατη μελέτη του ινστιτούτου των βιομηχάνων, του ΙΟΒΕ), η οποία αποτέλεσε τον οδηγό για την ενιαία κλιμάκωση της επίθεσης από όλες τις κυβερνήσεις ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ από το 2010 μέχρι σήμερα.

Ως τέτοια, έχει σημασία να υπενθυμίσουμε τα βασικά μέτρα που προέβλεπε, καθώς ακόμα και σήμερα οι αντίπαλοι της δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης την εμφανίζουν ως… «χαμένη ευκαιρία», που αν είχε εφαρμοστεί δήθεν θα «έσωζε τις συντάξεις»! Εμφανίζουν δηλαδή ως… «σωτηρία» της Κοινωνικής Ασφάλισης το γκρέμισμά της μια ώρα αρχύτερα!

Το νομοσχέδιο Γιαννίτση προωθούσε:

  • Αύξηση στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα για άνδρες και γυναίκες στα 65 χρόνια, όπως εκείνη τη χρονική στιγμή ίσχυε για τους πρωτοασφαλιζόμενους μετά την 1/1/1993.
  • Αύξηση για όλους τους ασφαλισμένους των ελάχιστων αριθμών ενσήμων από τα 4.050 στα 4.500 ένσημα (15ετία) για την κατοχύρωση ασφαλιστικού δικαιώματος, επεκτείνοντας και εδώ όσα είχαν νομοθετηθεί το 1992 για τους «νέους» ασφαλισμένους.
  • Την κατάργηση της 35ετίας προκειμένου να εξασφαλίζεται το δικαίωμα σε πλήρη σύνταξη, θεσμοθετώντας τα 40 χρόνια ασφάλισης (12.000 ένσημα).
  • Μείωση των συντάξεων με τη μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης (στο 60% από το 80%), καθώς και του συντάξιμου μισθού.
  • Επανεξέταση του καθεστώτος των ΒΑΕ και αποχαρακτηρισμός μιας σειράς ειδικοτήτων και επαγγελμάτων.
  • Μείωση της κρατικής χρηματοδότησης.

Μόνη απάντηση ο ενιαίος εργατικός – λαϊκός αγώνας

Ειδικά για το τελευταίο, το ΚΚΕ ήδη από τότε, το 2001, προειδοποιούσε έγκαιρα: «Από τη στιγμή που η επιλογή της κυβέρνησης, της ΝΔ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι η δραστική μείωση των κρατικών και εργοδοτικών υποχρεώσεων, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου, το βάρος θα μετατοπίζεται συνεχώς προς την πλευρά των εργαζομένων, με περικοπές δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών, με νέα αντιλαϊκά “πακέτα”. Πάντα βεβαίως με το επιχείρημα της “βιωσιμότητας” των Ταμείων που αποτέλεσε και το ψευτοεπιχείρημα της ΝΔ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά δεν πέρασαν ούτε 10 χρόνια και η επίθεση κατά των εργαζομένων κλιμακώθηκε…» («Ριζοσπάστης», 24/4/2001).

Οι εκτιμήσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν με δραματικό για τους εργαζόμενους τρόπο τα επόμενα χρόνια. Τα αντιλαϊκά «πακέτα» συνεχίστηκαν, οι προβλέψεις του νόμου Γιαννίτση μπήκαν σε εφαρμογή με καταστροφικά αποτελέσματα για το λαό. Με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, η επίθεση στην Κοινωνική Ασφάλιση επιταχύνθηκε.

Αποκορύφωμα αυτής της μακράς πορείας αποτέλεσε ο νόμος – λαιμητόμος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τον Μάη του 2016, γι’ αυτό και ο σημερινός υπουργός Εργασίας τόνισε ξανά στη Βουλή ότι η ΝΔ όχι μόνο δεν πρόκειται να τον καταργήσει, αλλά θα τον εφαρμόσει, θα κρατήσει τις «σωστές αντηρίδες» του, όπως είπε, και θα «βελτιώσει» τα νομικά κενά του…

Απέναντι σε αυτήν την ενιαία επίθεση του κεφαλαίου, οι εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφοι, οι συνταξιούχοι μπορούν και πρέπει να αντιπαραθέσουν τον δικό τους ενιαίο αγώνα για Κοινωνική Ασφάλιση αποκλειστικά δημόσια και υποχρεωτική για όλους, με διασφάλιση των γηρατειών, της Υγείας και της Πρόνοιας.

Πηγή |> Γ. Ζαχ. |> Ριζοσπάστης