Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Εκδήλωση ΚΚΕ για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821: αναγκαία η κατάκτηση της διαλεκτικής – υλιστικής αντίληψης

Τμήμα ιστορίας της ΚΕ – Κομματική Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ
✔️  Με μεγάλο ενδιαφέρον η εκδήλωση για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Εκδήλωση – συζήτηση με θέμα «200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821» διοργάνωσαν χτες το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ και η Κομματική Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ.

  • Στην εκδήλωση ομιλίες έκαναν η Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, με θέμα: «Η κατάκτηση της διαλεκτικής – υλιστικής αντίληψης για την Επανάσταση του 1821 αναγκαία στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για τις μελλούμενες σοσιαλιστικές επαναστάσεις», και ο Κώστας Σκολαρίκος, μέλος του Τμήματος Ιστορίας, με θέμα: «Ο χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821 και η σύγχρονη διαπάλη».
  • Το άνοιγμα της εκδήλωσης έκανε ο Ηλίας Τσιμπουκάκης, μέλος της ΕΠ της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ.
  • Η οργάνωση της εκδήλωσης ήταν άψογη, τηρήθηκαν στο ακέραιο όλα τα υγειονομικά μέτρα προστασίας (μάσκες, αποστάσεις κ.λπ.), ενώ για τη συμμετοχή είχε προηγηθεί αρνητικό τεστ κορονοϊού. Λόγω των υγειονομικών μέτρων και προκειμένου να τηρηθούν οι αποστάσεις, η διά ζώσης συμμετοχή στην εκδήλωση ήταν αριθμητικά περιορισμένη, καθώς συμμετείχαν κυρίως φοιτητές, ιστορικοί ερευνητές και στελέχη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Παράλληλα η εκδήλωση μεταδιδόταν από το portal του «902».

Το ίδιο το περιεχόμενο της εκδήλωσης κέντρισε το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων που ασχολούνται επιστημονικά με την Ιστορία, οι οποίοι παρακολούθησαν με αμείωτη προσοχή τις δύο ομιλίες, ενώ ακολούθησε και συζήτηση.

Στόχος άλλωστε της εκδήλωσης ήταν να αποτελέσει την αφετηρία για μια πιο συστηματική γνωριμία των φοιτητών και φοιτητριών – μελών της ΚΝΕ με τη διαλεκτική – υλιστική έρευνα και ερμηνεία της ιστορίας της κοινωνικής εξέλιξης στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, παγκόσμια και σε διάφορες περιόδους.

ΚΚΕ 200 χρόνια από την Επανάσταση 1821 hmerida kke 1821 Μπέλλου

Η Ελένη Μπέλλου ξεκίνησε την ομιλία της αναφερόμενη στους δεσμούς επικοινωνίας που έχει αποκτήσει το Τμήμα Ιστορίας, με τη βοήθεια των καθοδηγητικών οργάνων Κόμματος και ΚΝΕ, με μέλη της ΚΝΕ σε αντίστοιχα τμήματα και σχολές, στην προσπάθεια να καλλιεργηθεί το ενδιαφέρον για την Ιστορία σε μικρότερες ηλικίες, στα βήματα που έχουν γίνει στη συγκρότηση Ομάδων Εργασίας πανελλαδικά αλλά και στη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα για ζητήματα Ιστορίας την προηγούμενη δεκαετία, καλώντας τους παρευρισκόμενους να σκεφτούν και να προβληματιστούν για τη γνωριμία και τη σχέση τους με τη βιβλιογραφία αυτή.

Μεταξύ άλλων στην ομιλία της τόνισε ότι «η Επανάσταση του 1821 ήταν μια αστική εθνοαπελευθερωτική επανάσταση στο μετέπειτα ελλαδικό χώρο που πραγματοποιήθηκε στην εποχή των αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη, στην αμερικανική ήπειρο, δηλαδή ήταν σχεδιασμένη ένοπλη εξέγερση με ηγετική δύναμη την αστική τάξη, με σκοπό την ανατροπή της τότε υφιστάμενης εξουσίας – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φεουδαρχικού χαρακτήρα. Είχε στόχο να κατακτήσει την εξουσία με σκοπό να θεμελιώσει και ν’ αναπτύξει το νέο τρόπο παραγωγής, τον καπιταλιστικό».

Αναφέρθηκε ακόμη στο γεγονός της συνύπαρξης μαζί με το εύρος των αστικών δυνάμεων και ενός μεγαλύτερου φάσματος αγροτικών – εργατικών δυνάμεων που είχε συμφέρον από την κατάργηση των οικονομικών και άλλων κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, εκείνων που δέσμευαν τον άμεσο παραγωγό και με σχέσεις φυσικού καταναγκασμού, καθώς και με σχέσεις θρησκευτικής και εθνοτικής υποτέλειας, και τόνισε: «Αυτό που θέλουμε να κρατήσουμε ως συμπέρασμα από την πείρα της Επανάστασης του 1821, μελετώντας την με τη διαλεκτική – υλιστική επιστημονική μεθοδολογία, είναι η απαίτηση ο ιστορικός ερευνητής να είναι προσηλωμένος στη διερεύνηση των τάξεων με γνώμονα τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, το ρόλο που αντικειμενικά διαδραματίζει αυτή η σχέση ιδιοκτησίας στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, όλης της οικονομίας, στη διαμόρφωση της ιδεολογίας για την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη. Δηλαδή ο ιστορικός να διερευνά την αντανάκλαση των σχέσεων ιδιοκτησίας στις ιδέες, στις νομικές – πολιτικές σχέσεις, στη διαμόρφωση οργάνων εξουσίας, στο χαρακτήρα του κράτους κι όχι στενά στη μορφή του».

Πολύτιμα συμπεράσματα για το σήμερα

Η Ελένη Μπέλλου σημείωσε: «Το πρώτο και κύριο συμπέρασμα που οφείλουμε να κρατήσουμε είναι ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν μια από τις πολλές επαναστάσεις που ξέσπασαν όχι μόνο στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά σ’ όλη την Ευρώπη, στην Αμερική, στην Ασία, αλλού λίγο ή αρκετά πιο πριν, αλλού λίγο ή αρκετά αργότερα. Πρόκειται γι’ αρκετά διευρυμένη ιστορική εποχή περάσματος από το φεουδαρχικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στον ανερχόμενο καπιταλιστικό».

Τόνισε πως το γεγονός αυτό δεν αρνείται κανένας ιστορικός που εργάζεται με στοιχειώδη επιστημονικότητα, επισημαίνοντας σε άλλο σημείο πως παρ’ όλα αυτά «ακόμα και προσεγγίσεις που δεν αμφισβητούν τον αστικό χαρακτήρα του 1821, εξαντλούν την όποια ταξική τους αναφορά στην αστική διανόηση, στους εμπόρους, άντε και στους αστούς εφοπλιστές, αποφεύγοντας να μιλήσουν για τάξη των καπιταλιστών και συνολικά για ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Συνειδητά δίνουν έμφαση στο μικροαστικό χαρακτήρα των πρώιμων τμημάτων της αστικής τάξης κατά την ιστορική εποχή του περάσματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό».

«Στόχος της αστικής προσέγγισης είναι να γίνει μαζικά αποδεκτή η θέση για αέναη ηγετική θέση της αστικής τάξης στην κοινωνική πρόοδο, επομένως και για αναγκαστική συμπόρευση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με την αστική τάξη για όλα τα μεγάλα “εθνικά ζητήματα”, από την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19 έως και της σημερινής τουρκικής προκλητικότητας ή την ενσωμάτωση της πληροφορικής στη διοικητική οργάνωση.
Επιχείρησαν και επιχειρούν να συνδέσουν τα μηνύματα της Επανάστασης του 1821 με το μέλλον, να προβάλουν την “εθνική ενότητα ή συνοχή” για ένα “εθνικό όραμα” που συχνά το συνδέουν με την αναβάθμιση του ελληνικού αστικού κράτους στον περιφερειακό ή και διεθνή συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Επιδιώκουν να συνταιριάξουν τον εθνικισμό με το διεθνισμό – αλλιώς κοσμοπολιτισμό – του κεφαλαίου, χαρακτηριστικά αλληλένδετα αλλά και αλληλοσυγκρουόμενα μεταξύ τους».

Σε ένα δεύτερο συμπέρασμα από τη μελέτη των κρατικών συμμαχιών και της σχέσης τους με το χαρακτήρα μιας επανάστασης, η Ελένη Μπέλλου τόνισε: «Το ζήτημα του διεθνούς συσχετισμού μεταξύ των υφιστάμενων κρατών σχετίζεται με το χαρακτήρα της ιστορικής εποχής ως προς τα “όρια” ενός κοινωνικού – οικονομικού σχηματισμού και τη δυναμική ενός επόμενου. Δηλαδή το συσχετισμό μεταξύ των κρατών οφείλουμε να τον εκτιμάμε υπολογίζοντας και το συσχετισμό της ταξικής πάλης.

Ο επαναστατικός ταξικός αγώνας οφείλει ν’ αξιοποιεί τις αντιφάσεις, τα ρήγματα, τ’ αδιέξοδα της προγενέστερης και ιστορικά παρωχημένης εξουσίας, αλλά όχι ν’ αυτοκαθορίζεται απ’ αυτά τα ρήγματα. Η Ιστορία διδάσκει ότι σωστά ο ελληνικός αστικός επαναστατικός αγώνας δεν καθηλώθηκε από την υπάρχουσα Ιερή Συμμαχία, αλλά αξιοποίησε αντιθέσεις μεταξύ των τότε ισχυρών κρατών, των αστικών Μ. Βρετανίας και Γαλλίας και των φεουδαρχικού τύπου Ρωσίας και Αυστροουγγαρίας.
Δεν ήταν το χριστιανικό ή έστω το βαθιά ριζωμένο εθνικό φρόνημα που έδινε θάρρος, ψυχή και φτερά στους Έλληνες για να συγκρουστούν πολεμικά με πολύ ισχυρότερες δυνάμεις. Ούτε το πετύχανε γιατί στηρίχτηκαν από την ομόθρησκη Ρωσία ενάντια στους μουσουλμάνους Οθωμανούς. Ούτε ήταν οι “νεωτερικές” ιδέες χωρίς το ταξικό τους υπόβαθρο, που έδωσαν φτερά στον αγώνα τους, όπως ξανακούσαμε στ’ αφιερώματα για τα 200 χρόνια.
Ηταν οι υλικές, εσωτερικές και διεθνείς, συνθήκες εμφάνισης των καπιταλιστικών σχέσεων και αποδυνάμωσης των φεουδαρχικών εξουσιών, μέσα στις οποίες τα συμφέροντα ελληνόφωνων χριστιανών αστών αποκρυσταλλώθηκαν σ’ εθνικό στόχο εξουσίας, διαμορφώθηκαν σε ιδεολογία, αυτήν του ελληνικού αστικού Διαφωτισμού.
Γέννημα αυτής της ελληνικής αστικής τάξης είναι η επαναστατική της συγκρότηση με κέντρο τη Φιλική Εταιρεία, η κοινωνική σύνθεση και λειτουργία της οποίας, όπως προκύπτει από ιστορικά ντοκουμέντα, καταρρίπτει κάθε μύθο για μυστική οργάνωση κατασκευασμένη απ’ τον τσάρο της Ρωσίας.
(…) Με άλλα λόγια, ο ελληνικός αστικός αγώνας του 1821 δεν παγιδεύτηκε από τον αντιδραστικό συσχετισμό της Ιερής Συμμαχίας, αλλά ούτε από τα επιμέρους συμφέροντα των τότε ισχυρών κρατών.

Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι πολύ περισσότερο δεν πρέπει να παγιδεύεται η εργατική – λαϊκή επαναστατική πάλη σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, όχι μόνο σε επαναστατικές συνθήκες, αλλά και η γραμμή πάλης σε οποιεσδήποτε συνθήκες, ειρήνης ή πολέμου, κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης ή όχι, να μην εγκλωβίζεται στη λογική του μονόδρομου του ΝΑΤΟ και της ΕΕ».

Κάτω απ’ τον πάγο οφείλουμε να βρίσκουμε τα φύτρα του νέου

Σε άλλο σημείο της ομιλίας της τόνισε πως είναι αναγκαία η αφομοίωση των συμπερασμάτων από την Ιστορία του Κόμματος αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, καθώς αυτή καταδεικνύει πως «κάτω απ’ τον πάγο της φαινομενικά στατικής ισορροπίας μεταξύ καπιταλιστικών κρατών και διαφορετικών διακρατικών συμμαχικών σχημάτων, κάτω από τη φαινομενικά ισχυρή καπιταλιστική εξουσία, οφείλουμε ν’ ανακαλύπτουμε τα φύτρα του νέου, να προσδιορίζουμε τους παράγοντες που μπορούν να ενεργήσουν επιταχυντικά στο λιώσιμο του πάγου, να επιδράσουν καταλυτικά στη δυναμική του νέου στην ταξική πάλη, στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας».

«Αυτό το συμπέρασμα», υπογράμμισε, «φοβάται η αστική εξουσία και προσπαθεί με όλα τα μέσα που διαθέτει να εμποδίσει τη συνειδητοποίησή του. Γι’ αυτό αποφεύγει όπως “ο διάολος το λιβάνι” να μιλά για αστική κοινωνική και πολιτική επανάσταση, προτιμά να την προβάλλει ως “πόλεμο για την εθνική ανεξαρτησία”, ν’ απομονώνει το εθνικό στοιχείο από το ταξικό – αστικό. Δεν θέλει ν’ ανοίξει ο προβληματισμός για το σημερινό αντιδραστικό πλέον χαρακτήρα της τάξης των καπιταλιστών, για τον ανερχόμενο ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική πρόοδο, δηλαδή στην κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που φρενάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων».

Ενώ κλείνοντας την ομιλία της – με αναφορές και στην πείρα του Κόμματος από την πρώτη απόπειρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στα συμπεράσματα που έχουν βγει – στάθηκε στη σημασία, αξιοποιώντας και όλη την πλούσια βιβλιογραφία, «βαθύτερα να κατανοήσουμε όλη την εποχή περάσματος από το φεουδαρχικό κοινωνικοοικονομικό συσχετισμό στον καπιταλιστικό, προκειμένου βαθύτερα να κατανοήσουμε τη σύγχρονη εποχή: Εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό, στην κοινωνία στην οποία δεν αλλάζει μόνο τάξη ως οικονομική κυριαρχία και πολιτική εξουσία, αλλά καταργείται κάθε μορφή εκμεταλλευτικών σχέσεων, κάθε εκμεταλλεύτρια τάξη. Κι ακόμα περισσότερο: Καταργείται κάθε κοινωνική διάκριση και ανισότητα, αναμορφώνεται η ίδια η εργατική τάξη ως ηγέτιδα δύναμη της νέας κοινωνίας, ως συλλογικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής».

Αλληλοτροφοδοτούμενα συστατικά της αστικής ιστοριογραφίας εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός

ΚΚΕ 200 χρόνια από την Επανάσταση 1821 hmerida kke 1821 Κ. ΣκολαρίκοςΟ Κ. Σκολαρίκος στην ομιλία του επισήμανε μεταξύ άλλων πως η αστική εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 εντάσσεται στην εποχή των αστικών επαναστάσεων που άνοιξε με την Αμερικανική Επανάσταση του 1775 και ολοκληρώθηκε με τις ευρωπαϊκές αστικές επαναστάσεις της περιόδου 1848 – 1850 και, με αυτή την έννοια, αποτέλεσε γνήσιο «τέκνο» της εποχής της και προέκυψε ως συνέπεια των κοινωνικοοικονομικών αντιθέσεων που οξύνθηκαν την περίοδο μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό.

Επισήμανε πως «η εξέταση των ιστορικών γεγονότων της Επανάστασης του 1821 αποτελεί σημαντική ευκαιρία άντλησης ιστορικών διδαγμάτων», όμως «η δυνατότητα άντλησης αυτών των συμπερασμάτων υποσκάπτεται αντικειμενικά από τις μεθοδολογικές και πραγματολογικές στρεβλώσεις της κυρίαρχης αστικής και της οπορτουνιστικής ιστοριογραφίας και σκέψης, που αφορούν το ιστορικό παρελθόν αλλά στοχεύουν στο παρόν και στο μέλλον».
Οπως εξήγησε, «οι διχογνωμίες των αστικών και οπορτουνιστικών ιστοριογραφικών προσεγγίσεων και αντιλήψεων περιστρέφονται γύρω από δύο ζητήματα άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους: Το χαρακτήρα της επανάστασης και την ιστορικότητα του έθνους. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση αποτελεί προέκταση της διαμάχης αστικού κοσμοπολιτισμού και αστικού εθνικισμού.

Ομως, ο κοσμοπολιτισμός και ο εθνικισμός αποτελούν εξίσου βασικά συστατικά της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, που έχουν υλικά στηρίγματα τόσο στην ιστορία όσο και στον πυρήνα της λειτουργίας του καπιταλισμού.
Ο αστικός εθνικισμός χρησιμοποιήθηκε ιστορικά προκειμένου να αμφισβητήσει τη φεουδαρχική εξουσία, να συμπαρασύρει και κοινωνικές δυνάμεις πέραν της αστικής τάξης στην επανάσταση και τελικά να νομιμοποιήσει την καπιταλιστική εξουσία στο όνομα της εθνικής ενότητας. Μέχρι και σήμερα, το έθνος – κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό μηχανισμό προστασίας της αστικής εξουσίας από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς και η εθνική ενότητα τη βάση νομιμοποίησης της αστικής εξουσίας.

Από την άλλη πλευρά, από την ανάδυσή της η κάθε καπιταλιστική εξουσία ήταν υποχρεωμένη να διαμορφώνει διακρατικές καπιταλιστικές συμμαχίες, προκειμένου να προωθεί τις γεωπολιτικές της επιδιώξεις και τα συμφέροντά της. Πόσο μάλλον αφού η τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου είναι αντικειμενική. Γεγονός που σημαίνει ότι και ο αστικός κοσμοπολιτισμός είναι το ίδιο βαθιά ριζωμένος στην ιστορία και στη σημερινή λειτουργία του καπιταλισμού.

Κατά συνέπεια, ο αστικός εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός αποτελούν αναπόσπαστα συστατικά της αστικής ιστοριογραφίας, που το ένα τροφοδοτεί το άλλο, δίχως ποτέ κανένα να μπορεί να επικρατήσει πλήρως, αλλά παραμένοντας πάντα και τα δύο παρόντα, σε διαφορετικές ποσοστώσεις, ανάλογα με τις κάθε φορά προτεραιότητες της αστικής εξουσίας. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το σύνολο των μορφών με τις οποίες εμφανίζονται δεν αποδέχεται την ιστορικότητα και την ταξικότητα του καπιταλισμού και δεν αμφισβητεί την καπιταλιστική εξουσία.

Φυσικά, το προηγούμενο συμπέρασμα δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη αστική και οπορτουνιστική ιστοριογραφία και όσοι επηρεάζονται από αυτή δεν έχουν κάτι να προσφέρουν. Κάθε άλλο. Ορισμένες από τις ιστορικές έρευνες που έχουν κυκλοφορήσει είναι ενδιαφέρουσες και προσφέρουν χρήσιμα ιστορικά τεκμήρια. Μόνο που η συνεισφορά τους περιορίζεται αντικειμενικά από τις μεθοδολογικές αδυναμίες τους και αυτές συνδέονται ευθύγραμμα με την ταξική τους οπτική.

Γι’ αυτό οι ενδοαστικές αντιπαραθέσεις, στις οποίες δεσμεύονται και οι οπορτουνιστικές αναγνώσεις της Ιστορίας, δεν έχουν κανένα λόγο να συγκινούν την εργατική τάξη και όσους ενδιαφέρονται για την επιστήμη της Ιστορίας. Και αυτό διότι η ανάπτυξη της επιστημονικής ιστορικής μεθοδολογίας δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την κριτική της καπιταλιστικής εξουσίας, δεν μπορεί να είναι αποκομμένη τελικά από το ιστορικό καθήκον της ανθρωπότητας στην εποχή μας, δηλαδή την εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Μόνο μια τέτοια προσέγγιση είναι δυνατόν να φωτίσει την Ιστορία ως Ιστορία ταξικών αγώνων και να βγάλει συμπεράσματα από τις προηγούμενες περιόδους σκληρών ταξικών αναμετρήσεων προς όφελος των σημερινών αναγκών της ταξικής πάλης εναντίον της γερασμένης καπιταλιστικής εξουσίας».