Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Ελ. Βαγενάς: Η λαϊκή πάλη στο Καζακστάν μπορεί να διδάξει

Με αφορμή τις εξελίξεις στο Καζακστάν, ο Ελισαίος Βαγενάς, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ, σημειώνει τα εξής στο «pontiki.gr»:

«”Η οργή του λαού και κάστρα γκρεμίζει” λέει ένα παλιό γνωμικό από το μακρινό Καζακστάν και τα γεγονότα, που εκτυλίχθηκαν εκεί στις αρχές του χρόνου, έδειξαν τη διαχρονική αξία του.

Αυτή τη φορά την ισορροπία στη “ζυγαριά” της λαϊκής υπομονής ανέτρεψε η ραγδαία αύξηση στις τιμές του υγροποιημένου αερίου, σε μια χώρα όπου ο λαός για την επιβίωσή του, ειδικά το χειμώνα, εξαρτάται από αυτό το αγαθό. Κι αυτό, όταν είναι πασίγνωστο πως η χώρα το διαθέτει σε αφθονία, αλλά από την εκμετάλλευσή του, τα τελευταία 30 χρόνια, κερδίζουν οι λίγοι “έχοντες και κατέχοντες” τα μέσα παραγωγής.

Αυτά τα τελευταία 30 χρόνια, που πέρασαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την επιστροφή της χώρας στις “ράγες” του καπιταλισμού, οι εργαζόμενοι είδαν τις τιμές στα καύσιμα, στο ρεύμα, στα άλλα κοινωνικά αγαθά, όπως είναι η λαϊκή κατοικία, η δημόσια Υγεία και Παιδεία, που στα χρόνια του σοσιαλισμού ήταν δωρεάν ή πάμφθηνα, να εκτινάσσονται στα ύψη. Εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν να ζούνε με μισθούς και συντάξεις πείνας. Εκατομμύρια άλλοι ήρθαν κατάφατσα αντιμέτωποι με την ανεργία, ένα κοινωνικό φαινόμενο για το οποίο οι μεγαλύτερες ηλικίες ήξεραν πως υπάρχει μόνον από τις ειδήσεις που διάβαζαν στις εφημερίδες για τις χώρες του καπιταλισμού. Σήμερα οι ίδιοι ή τα παιδιά τους κατά εκατοντάδες χιλιάδες αναγκάζονται να μετακινούνται στο εσωτερικό της χώρας ή στη Ρωσία για το μεροκάματο.

Βεβαίως, στην αντίληψη των εξαθλιωμένων εργαζόμενων, στρωμάτων του λαού, σίγουρα είχε πέσει το γεγονός πως στη χώρα, που έχει σε αφθονία πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ουράνιο, χρυσό και πολλά άλλα πολύτιμα μέταλλα, υπάρχουν και κάποιοι που ζούνε μέσα στα παλάτια, τα οποία “αναπηδούσαν” μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα τις νέες παραγκουπόλεις που φτιάχτηκαν τα τελευταία 30 χρόνια. Σίγουρα είχαν διαβάσει για τις βίλες που αγοράζουν στα διάφορα θέρετρα του εξωτερικού οι μεγάλοι επιχειρηματίες του Καζακστάν, που στενά συνδέονταν με το πολιτικό σύστημα που προέκυψε μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού.

Γνώριζαν, όμως, και κάτι ακόμα: Πως το καθεστώς που έχει προκύψει αυτά τα 30 χρόνια στο όνομα της “δημοκρατίας”, έχει απαγορεύσει όλα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, μεταξύ αυτών και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Γνώριζαν πως, με τη νομοθεσία που έχει ψηφιστεί τα τελευταία χρόνια, δεν μπορούν να συνδικαλιστούν και τα μόνα συνδικάτα που επιτρέπονται νόμιμα είναι αυτά τα οποία “χειροπόδαρα” ελέγχει το κράτος και η εργοδοσία. Ίσως μάλιστα να είχαν ακούσει ή διαβάσει πως πριν 10 χρόνια οι εργάτες σε μια εταιρεία πετρελαιοβιομηχανίας, στην πόλη Ζαναοεζέν, που έκαναν για 8 μήνες απεργία, χτυπήθηκαν από την αστυνομία και τον κατασταλτικό μηχανισμό, με στόχο να “σπάσουν” την απεργία, με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς εργάτες.

Τώρα, λοιπόν, στις αρχές του 2022, όταν οι εργάτες και πάλι από τα δυτικά της χώρας, από το Ζαναοζέν, ξεκίνησαν να κλείνουν τους δρόμους, να κατεβαίνουν σε απεργίες και συγκεντρώσεις, ζητώντας 100% αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, μείωση στην τιμή των καυσίμων, συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες, η είδηση “λαμπάδιασε” τη χώρα σαν πευκοδάσος.

Στο Δυτικό Καζακστάν, όπου υπήρχε η προηγούμενη πείρα της εργατικής πάλης, οι εργαζόμενοι συγκροτημένα κινήθηκαν, μπόρεσαν να περιφρουρήσουν τις εργατικές – λαϊκές κινητοποιήσεις τους, κάτι που δεν συνέβηκε σε άλλα αστικά κέντρα, που δεν υπήρχε η ανάλογη πολιτική ωριμότητα. Επιπλέον, “σαν έτοιμοι από χθες” και άλλοι παράγοντες, αν κρίνουμε από τις αλλαγές που έγιναν στο αστικό πολιτικό προσωπικό του Καζακστάν και στην ηγεσία των υπηρεσιών ασφαλείας, επεδίωξαν να επωφεληθούν από τις εξελίξεις. Άλλωστε και από άλλες χώρες είναι γνωστός ο ρόλος διάφορων προβοκατόρικων ομάδων. Όχι τυχαία τους αξιοποίησε το καθεστώς για να ρίξει μεγάλες στρατιωτικές μονάδες, για την καταστολή των εργατικών – λαϊκών κινητοποιήσεων, καλώντας μάλιστα και τις δυνάμεις του Οργανισμού του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας να επιβάλουν τη “συνταγματική τάξη”. Για “20 χιλιάδες ξένους ένοπλους τρομοκράτες” έκανε λόγο ο Πρόεδρος Τοκάγιεφ, για να προσκαλέσει τα στρατεύματα του ΟΣΣΑ. Τώρα με το “φανάρι του Διογένη” ψάχνει να μας παρουσιάσει κάποιον από τους 10 χιλιάδες συλληφθέντες με ξένη υπηκοότητα.

Και μπορεί αυτή τη φορά η λαϊκή οργή να μην γκρέμισε τα “κάστρα” που διαφεντεύουν στο Καζακστάν, αλλά μια φορά σίγουρα στραπατσάρισε τους ισχυρισμούς όλων εκείνων -δεξιών, κεντρώων και “αριστερών”- που πριν 30 χρόνια πανηγύριζαν για τη διάλυση της ΕΣΣΔ και ισχυρίζονταν πως τώρα ανοίγουν οι δρόμοι της “ευημερίας και της ειρήνης” για τους λαούς.

Ο καπιταλισμός δεν έφερε ούτε ευημερία, ούτε την ειρήνη. Ολόκληρη η περιοχή της Κεντρικής Ασίας, αλλά και ο Καύκασος, τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή, η Αφρική και άλλες περιοχές αιματοκυλίστηκαν τις τελευταίες 3 δεκαετίες και θα συνεχίσουν να “ματώνουν”, όσο συνεχίζεται η “φαγωμάρα” των μονοπωλίων, των αστικών τάξεων και των συμμαχιών τους για τους αγωγούς, για την Ενέργεια, τον ορυκτό πλούτο, για τα κέρδη των καπιταλιστών.

Επιπλέον, οι εξελίξεις στο Καζακστάν έστειλαν μηνύματα και σε άλλους λαούς και χώρες. Ας το πάρουν αυτό υπόψη τους και εκείνοι που στη χώρα μας φορτώνουν διαρκώς νέα βάρη στις πλάτες του λαού και, ταυτόχρονα, με συνδικαλιστικούς νόμους ονειρεύονται πως μπορούν να καταργήσουν ή να τιθασεύσουν την ταξική πάλη.

Η λαϊκή πάλη δεν ανακόπτεται! Αυτή εκτυλίσσεται και μπορεί να διδάξει τους λαούς την ανάγκη της οργάνωσης, της συνέχισης της σύγκρουσης, με ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα, ριζωμένο σε κάθε χώρο δουλειάς, με επαναστατικό πρόγραμμα και γραμμή συσπείρωσης με την εργατική τάξη, όλων των λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων, που υποφέρουν από τον καπιταλισμό και τα μονοπώλια. Τότε, πραγματικά, παραφράζοντας μια φράση γνωστού επαναστάτη, θα μπορέσουμε να πούμε πως “δεν υπάρχουν στον κόσμο κάστρα τα οποία οι εργαζόμενοι δεν θα μπορέσουν να κατακτήσουν”».

«Τσε Γκεβάρα, πρεσβευτής της Επανάστασης», του Νίκου Μόττα

Μετάβαση στο περιεχόμενο