Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«Εμείς που πάμε κόντρα στον χειμώνα»

Συζήτηση με τον ποιητή Φώντα Λάδη, με αφορμή την εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στο Στέκι Πολιτισμού της ΚΝΕ και είναι αφιερωμένη στον ίδιο και το έργο του

Την Τρίτη 19 Μάρτη, στις 19.00, το Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ (Τροίας 36, Βικτώρια) υποδέχεται τον ποιητή Φώντα Λάδη, σε μια εκδήλωση αφιερωμένη στον ίδιο και το έργο του, με τίτλο: «Εμείς που “πάμε κόντρα στον χειμώνα“»

Θα παρευρεθεί ο ίδιος ο δημιουργός, απευθύνοντας χαιρετισμό. Θα ακουστούν τραγούδια μελοποιημένης ποίησης του Φώντα Λάδη, από τους δίσκους: «Τα τραγούδια μας» του Μάνου Λοΐζου, «Τα τραγούδια της λευτεριάς» του Θάνου Μικρούτσικου, «Γράμματα από τη Γερμανία» του Μίκη Θεοδωράκη. Επίσης, θα παρουσιαστούν αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή «Καθημερινός φασισμός», σε μελοποίηση Γιώργου Κομπογιάννη.

Θα συμμετάσχουν οι τραγουδιστές Απόστολος Ρίζος, Δημήτρης Κανέλλος καθώς και ο συνθέτης Γιώργος Κομπογιάννης. Επίσης, θα τραγουδήσουν οι Μαίρη Μπαχτιάρογλου και Αντώνης Φρόνιμος. Θα παίξουν οι Τάσος Τσάκος (πιάνο), Περικλής Μαλακατές (μπάσο), Ζαχαρίας Γερασκλής (μπουζούκι), Παύλος Παπαναστασάτος (μπουζούκι, κιθάρα), Δημήτρης Γιαννούχος (κρουστά).

Με αφορμή αυτήν την εκδήλωση, είχαμε τη χαρά (|> ΣΣ ο Ριζοσπάστης και εμείς μαζί του) να συζητήσουμε με τον δημιουργό.

— Εμείς που «πάμε κόντρα στον χειμώνα»… Με αφορμή αυτόν τον στίχο σας, που αποτελεί και τον τίτλο της εκδήλωσης, θέλουμε να ρωτήσουμε: Μπορεί η Τέχνη σήμερα να πάει «κόντρα στον χειμώνα» και πώς;

Η Τέχνη και σήμερα και πάντα μπορεί να βοηθήσει για να καλυτερεύσει ο κόσμος, οποιοδήποτε κι αν είναι το θεματικό περιεχόμενό της, δηλαδή το πρώτο έναυσμα, η πρόθεση του δημιουργού. Αρκεί, βέβαια, να είναι ολοκληρωμένη Τέχνη. Nα υπάρχει στο έργο Τέχνης πρωτοτυπία, αυθεντικότητα και κυρίως ειλικρίνεια συναισθημάτων.

Ο δημιουργός όταν περιγράφει ένα λουλούδι, τον καημό ή τον θρήνο μιας μάνας, τον ερωτικό του πόθο ή τα βάσανα μιας ψυχής, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν περιγράφει τη νοσταλγία του για μια μορφή κοινωνίας ξεπερασμένη, εφόσον το κάνει πετυχημένα, τότε μας δίνει ένα έργο που πάει τον κόσμο ένα βήμα μπροστά.

Το πρώτο κριτήριο στην Τέχνη είναι το αισθητικό, το συνολικό δηλαδή και ενιαίο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, που αυτό είναι και το βαθύτερο περιεχόμενο και όχι εξωτερικά απλώς το αρχικό θέμα που παρακίνησε τον δημιουργό. Τα υπόλοιπα κριτήρια – και στην περίπτωσή μας το πολιτικό – έρχονται συμπληρωματικά.

Τι γίνεται όμως αν το κριτήριο του θεατή, του αναγνώστη ή του ακροατή είναι κατά κύριο λόγο πολιτικό και απαιτεί επιτακτικά από την Τέχνη «να πάει κόντρα στον χειμώνα»; Όταν ζητάει δηλαδή από την Τέχνη να είναι μαχητική και να καταγγέλλει άμεσα και χωρίς περιστροφές τα «κακώς κείμενα» της κοινωνίας;

Εδώ τα πράγματα φαίνεται ότι «μπερδεύονται»

Εκ προοιμίου να πούμε ότι ένας πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης έχει κάθε δικαίωμα να μεταγγίζει στο έργο του τις πολιτικές του απόψεις. Αν ένα τέτοιο δικαίωμα το έχει κάθε καλλιτέχνης που κάνει, για παράδειγμα, ερωτική, κοινωνική, ιστορική, ή θρησκευτική Τέχνη και μέσω αυτής θέλει να μεταδώσει τα αισθητικά, φιλοσοφικά, οικολογικά και άλλα πιστεύω του, γιατί δεν θα έχει το αντίστοιχο δικαίωμα ο πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης;

Αρκεί να το αισθάνεται ως ανάγκη.

Πώς όμως – με ρωτάτε – θα το κάνει;

Αν εννοείτε, πώς θα διαδοθεί το έργο των καλλιτεχνών και πώς θα υπάρξει ένας γόνιμος προβληματισμός πάνω σε ζητήματα Τέχνης και πολιτισμού, τότε η απάντηση είναι ότι η ύπαρξη και η ανάπτυξη ενός – εν μέρει αυθόρμητου και εν μέρει οργανωμένου – πολιτιστικού κινήματος (μέσω συλλόγων, λεσχών κ.λπ.) είναι ό,τι το καλύτερο.

Αυτό θα ήταν ένα καλό κίνητρο και για τους δημιουργούς, να βγαίνουν από την εσωστρέφεια και να αναστοχάζονται για τον ρόλο τους μέσα στην κοινωνία.

Αν όμως το ερώτημα «πώς» έχει την έννοια του «με ποιον τρόπο» πρέπει να δράσει ο καλλιτέχνης, τότε σίγουρα θα μείνει αναπάντητο.

Αυτό το «πώς» είναι κάτι που καλά καλά δεν το ξέρει ούτε ο ίδιος ο δημιουργός.

Ο ένας δημιουργός μπορεί να θέλει να καταγγείλει τον καπιταλισμό με μια αλληγορία, ο άλλος το κάνει με κάποια ιστορικά παραδείγματα, ένας τρίτος διαλέγει να υμνήσει τους εργατικούς αγώνες κι ένας τέταρτος «σκιτσάρει» με αδρό τρόπο την καλοταϊσμένη κοιλιά ενός τραπεζίτη ή δείχνει τα αδηφάγα δόντια του. Κι όταν ακόμα το θέμα ενός έργου είναι δεδομένο, όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή τα εκφραστικά μέσα, η πλοκή, η περιγραφή των χαρακτήρων και των συναισθημάτων και πολλά άλλα είναι στην απόλυτη δικαιοδοσία του καλλιτέχνη.

Ο δημιουργός βάζει κάτω το ταλέντο του και – το κυριότερο – πολλή και σκληρή δουλειά, για να αντλήσει το αποτέλεσμα, το συγκεκριμένο έργο, μέσα από έναν άγνωστο βυθό, που είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο ίδιος του ο εαυτός. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο το να «ανακαλύψει», όσο το να εφαρμόσει στην πράξη, ασυνείδητα, κάποιους κανόνες – υπαρκτούς ή υποτιθέμενους – και για να βάλει, συχνά το ίδιο ασυνείδητα, με το έργο του, τους δικούς του, εντελώς καινούριους κανόνες. Γι’ αυτό κάθε δημιουργός, καλλιτέχνης, επιστήμονας, τεχνίτης κ.λπ., πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθερος όταν δημιουργεί. Από κει και πέρα το κοινό, ο οποιοσδήποτε δέκτης, μπορεί να πει τη γνώμη του. Γιατί και ο κρίνων – ο καλλιτέχνης – κρίνεται.

— Τελικά η Τέχνη μπορεί ν’ αλλάξει τα πράγματα;

— Φυσικά. Όπως άλλωστε και η παιδεία και η επιστήμη και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Και ίσως περισσότερο. Γιατί, όση λογική κι αν εμπεριέχει, εκφράζεται με το συναίσθημα. Αυτό, το συναίσθημα, είναι που τελικά κάνει τη διαφορά, που κινεί τον κόσμο.

Αν η Τέχνη είναι ένα «όπλο άσφαιρο», γιατί τότε η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από απαγορεύσεις, φιμωμένους καλλιτέχνες και στάχτες από καμένα βιβλία;

Εδώ, σε μας, ένα αξεπέραστο παράδειγμα άμεσης συμβολής της Τέχνης στους γενικότερους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες ενός λαού, είναι το καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’60.

Και η Τέχνη ωστόσο δεν είναι το άπαν. Πολλά στελέχη των ναζί και ο ίδιος ο Χίτλερ ήταν φιλότεχνοι. Ενα κριτήριο, επομένως, δεν αρκεί. Κανένα είδος της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν μπορεί από μόνο του να κινήσει τα πράγματα. Η μια ανθρώπινη πτυχή επηρεάζει την άλλη. Ψάχνουμε για τον τέλειο συνδυασμό.

— Η εκδήλωση πραγματοποιείται στο Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ, έναν χώρο στον οποίο φιλοξενείται η δραστηριότητα καλλιτεχνικών ομάδων, αναπτύσσεται και από εδώ η μορφωτική – πολιτιστική παρέμβαση της ΚΝΕ με μικρές εκδηλώσεις, αφιερώματα, βιβλιοπαρουσιάσεις κ.λπ. Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη σας, να έρχεται η νεολαία σε επαφή με την πρωτοπόρα – προοδευτική Τέχνη;

— Οι «μικρές» εκδηλώσεις είναι το ίδιο χρήσιμες με τις μεγάλες, εκείνες όπου ο καλλιτέχνης μεταδίδει το έργο του στο απρόσωπο, μεγάλο κοινό. Η σημασία των μικρών εκδηλώσεων είναι, κατά τη γνώμη μου, αναντικατάστατη. Δίνουν κίνητρα για προβληματισμό σε όσους συμμετέχουν. Πρώτ’ απ’ όλα στους ίδιους τους καλλιτέχνες, τους δημιουργούς.

Ας ξαναδούμε όμως ακόμα μια φορά τις λέξεις «πρωτοπόρος» και «προοδευτικός», αναφορικά με την Τέχνη. Υπάρχουν έργα που μπορεί να τους αποδοθούν αυτοί οι χαρακτηρισμοί χωρίς να ανήκουν στην πολιτική Τέχνη. Άλλο πράγμα να βάζεις την Τέχνη στην υπηρεσία της προόδου, της κοινωνικής επανάστασης και άλλο πράγμα το να κάνεις επανάσταση στην Τέχνη. Αυτά τα δυο – οι διαφορετικοί προσδιορισμοί του «προοδευτικού» και του «επαναστατικού» – συχνά, συμπίπτουν. Αυτό γίνεται στο χώρο της πολιτικής Τέχνης φυσικά. Παράδειγμα, ο Αϊζενστάιν και άλλοι πρωτοπόροι του σοβιετικού κινηματογράφου. Αλλά και ο Μαγιακόφσκι.

Και έξω, λοιπόν, από το χώρο της πολιτικής Τέχνης, μπορούμε να βρούμε καλλιτεχνήματα που επηρεάζουν μακροπρόθεσμα αλλά το ίδιο ουσιαστικά τη ζωή μας.

Και ο ρόλος της προοδευτικής νεολαίας, στην περίπτωσή μας της ΚΝΕ, είναι να ανακαλύπτει ακριβώς αυτά τα έργα, να τα αναλύει και να τα φέρνει πιο κοντά στα μέλη της και γενικότερα τη νεολαία.

— Έχετε συνεργαστεί με κάποιους από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες. Ποιες είναι οι στιγμές που σας έχουν σημαδέψει;

— Να σας απαριθμήσω μερικές. Θυμάμαι σαν να είναι τώρα τον Μίκη Θεοδωράκη να σταματάει τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη μέση μιας συναυλίας το 1963, νομίζω, στο Ναύπλιο και να με καλεί να απαγγείλω, 20 χρόνων τότε εγώ, το πρώτο μου πολιτικό ποίημα με τίτλο «Ενας άνθρωπος». `Η την πλήρη σαστιμάρα μου, το Μάρτιο του 1963, στην πρώτη συναυλία των Λεοντή – Λοΐζου, στο «Ακροπόλ», καθώς, τη στιγμή που απήγγελλα το ίδιο ποίημα, διέκρινα ξαφνικά στην πρώτη σειρά καθισμάτων τον Γιάννη Ρίτσο και τον Νικηφόρο Βρεττάκο να με κοιτούν και να μου χαμογελούν. Θυμάμαι το πώς γράφτηκαν και το πώς διαδόθηκαν τα «Γράμματα από τη Γερμανία» το 1966, αλλά και το πώς απαγορεύτηκε η κυκλοφορία τους σε δίσκο. Το πώς συνόδευσα το 1982 από τη Μόσχα στην Αθήνα, με το αεροπλάνο, τον φίλο μου Μάνο Λοΐζο, νεκρό.

Και, κυρίως, θυμάμαι κάποιες από τις φορές που άγνωστοι άνθρωποι με πλησιάζουν σε εκδηλώσεις ή στο δρόμο για να μου πουν τι σημαίνουν γι’ αυτούς τα τραγούδια στα οποία έχω συμβάλει με τον στίχο μου. Και τι καλύτερη, τέλος, στιγμή από το να βρίσκεσαι σ’ ένα πεζοδρόμιο και να περνάει δίπλα σου μια πορεία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, τραγουδώντας το «Πάγωσε η τσιμινιέρα»

Επιμέλεια  Ομάδα ¡H.lV.S!

Επικοινωνία – [ FaceBook |>1<|-|>2<| ] – Blog