• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Επανάσταση 1821: Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η αληθινή επέτειος του 1821, του Σπ. Λιναρδάτου

Είναι πραγματικά η 25η Μαρτίου 1821 η πρώτη μέρα της Ελληνικής Επανάστασης, όπως έχει καθιερωθεί να γιορτάζεται η επέτειός της; Και είναι στ’ αλήθεια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ο πρώτος που ύψωσε την ελληνική σημαία, στο μοναστήρι της αγίας Λαύρας; Το θέμα έχει απασχολήσει πολλούς ιστορικούς που ομόφωνα σχεδόν απαντούν: Όχι. Ούτε η 25η Μαρτίου είναι η Μέρα που κηρύχθηκε η Επανάσταση ούτε ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών ήταν από τους πραγματικούς πρωτεργάτες της.

Το θέμα ήλε πριν από λίγες ημέρες – εντελώς βέβαια συμπτωματικά και από λόγους τοπικιστικούς – και στη Βουλή. Τρεις βουλευτές της ΕΡΕ διαφώνησαν για το ποια είναι η πραγματική επέτειος της Επανάστασης. Ο ένας – βουλευτής Μεσσηνίας – ζήτησε να γιορτάζεται η 23η Μαρτίου ημέρα της απελευθέρωσης των Καλαμών. Την πρόταση αυτή την αντέκρουσαν με πάθος οι δύο άλλοι – βουλευτές Αχαΐας – την εθεώρησαν ιεροσυλία και την εχαρακτήρισαν «εθνικώς απαράδεκτον» (Λίγο ακόμη και μέσα στο «υπερεθνικόφρον» μένος τους, θα εχαρακτήριζαν και το συνάδελφό τους που ετόλμησε να την κάνει… όργανον των Σλαύων).

Αλλά, όπως μας δίδαξε ο εθνικός μας ποιητής μας εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό. Και δεν είναι βέβαια ούτε εθνικό ούτε αληθινό ό,τι συμφέρει τα παλιά ή τα καινούρια τζάκια και τους τοπικούς κομματάρχες.

Αλλ’ ας δούμε την ουσία του ζητήματος. Αν βέβαια η όλη υπόθεση περιορίζονταν στο ποια μέρα θα γίνεται ο επίσημος γιορτασμός του 1821, το πράγμα θάχε μικρότερο ενδιαφέρον. Το θέμα όμως είναι πολύ βαθύτερο και συνδέεται με όλη την παραχάραξη της ιστορίας του 1821 που έγινε από τους κρατούντες ύστερα από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

***

Ο Γ. Λαμπρινός στο βιβλίο του «Μορφές του εικοσιένα» γράφει:

«Δύο ήσανε οι σοβαρές επαναστατικέ εστίες στον Μοριά όπου ξεπήδησαν όπου ξεπήδησαν οι πρώτες επαναστατικές φλόγες και σημείωσε την επίσημη αρχή της η Επανάσταση: η Καλαμάτα και η Πάτρα. Και οι δυο τούτες οι Μοραΐτικες πολιτείες κινήθηκαν πριν από την ημέρα του θρύλου (η πρώτη στις 23 και η άλλη από τις 21 του Μάρτη) και με ανθρώπους άλλους από κείνους που έσωσε ως εμάς η ιστορική παράδοση.

Η πρώτη έπεσε με τη συστηματική πολιορκία του αρματωμένου χωρικού λαού με τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους πολέμαρχους. Ο Μαυρομιχάλης ήρθε την ημέρα που έπεσε, ύστερα από μύριους δισταγμούς κι όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η Πάτρα άναψε το ντουφέκι νωρίτερα με τον ξεσηκωμό του ίδιου του λαού της, όταν ακόμη οι τρανοί κοτζαμπάσηδες ήσαν κρυμμένοι στις αψηλές βουνοκορφές των Καλαβρύτων σκιαγμένοι απ’ το κυνηγητό της τούρκικης εξουσίας» (Εκδοση 1943 – σελ. 124)

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τις πηγές. Ο Γ. Φίνλεϋ που δεν είχε καμιά συμπάθεια στους καπεταναίους, τους Φιλικούς και τους λαϊκούς αγωνιστές, αλλά δε χαρίζεται και στους Κοτζαμπάσηδες γράφει:

«Συχνά αναφέρονται σαν πρώτες επαναστατικές κινήσεις τα γεγονότα που συνδέονται με το Γερμανό και τους προεστούς της Αχαΐας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο λαός με την παρακίνηση των Φιλικών πήρε άφοβα τα όπλα, ενώ οι άρχοντές του καιροσκοπούσαν».

Είναι γνωστό πως από τα τέλη του 1819 γίνονται στο Μοριά προετοιμασίες για εθνικό σηκωμό. Οι αγρότες και ο υπόλοιπος λαός που υπόφερε τα πάνδεινα από τους αγάδες και τους κοτζαμπάσηδες, άκουγαν με ενθουσιασμό τους απόστολους της Φιλικής που τους κατηχούσαν πια ανοιχτά ακόμα και μέσα στα καφενεία. Όπως γράφει ο Σπηλιάδης «το μυστικόν της Εταιρείας διεδόθη εις τον λαόν και το πνεύμα της Επαναστάσεως κυριέυει όλα τα πνεύματα». Σε λίγο, με την καθοδήγηση των φιλικών, οι οπλοποιοί, οι σιδηρουργοί, οι ξυλουργοί δουλεύουν κρυφά και ετοιμάζουν όπλα και πολεμοφόδια, δεκάδες πατριώτες βγαίνουν στα βουνά και γυμνάζονται στο ντουφέκι, τραγουδώντας τα ηρωικά τραγούδια του Ρήγα.

Αντίθετα όμως από το λαό, οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος – ακόμη κι εκείνοι που οι φιλικοί με την ψεύτικη διαβεβαίωση πως πίσω από τη ανώτατη αρχή κρύβεται η Ρωσία, είχαν κατορθώσει να τους μυήσουν στα μυστικά της Εταιρείας – είναι διστακτικοί. Φοβούνται μη χάσουν τα αγαθά και τα προνόμια τους. Θέλουν να βεβαιωθούν πως είναι εξασφαλισμένη η νίκη της Επανάστασης για να πάνε με το μέρος της. Για να επιταχυνθεί ο Σηκωμός, να σπάσουν οι αντιδράσεις και να συντονιστεί ο αγώνας, η Φιλική στέλνει στην Πελοπόννησο το φλογερό πατριώτη, το δαιμόνιο οργανωτή τον Παπαφλέσσα. Μόλις οι κοτζαμπάσηδες μαθαίνουν τον ερχομό του στην Ύδρα τρομάζουν. «Χαθήκαμε« έλεγε ο ένας. «Θα μας πάρει στο λαιμό του» φώναζε ο άλλος ( Σπηλιάδη, τ. Α’). Στέλνουν λοιπόν τον Σπ. Αρβάλη στην Ύδρα για να πείσει τους προεστούς να μην το αφήσουν να περάσει στο Μοριά και σε ανάγκη να τον φυλακίσουν. Αλλά ο Αρβάλης όταν συναντήθηκε με τον Παπαφλέσσα στις Σπέτσες, έγινε θερμός οπαδός του. Άκουσε και πίστεψε στο κήρυγμά του και γυρίζοντας στην Πελοπόννησο προσπάθησε να σπάσει τους δισταγμούς των κοτσαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Αυτό τρόμαξε ακόμη πιο πολύ τους προεστούς που αποφασίζουν να εξοντώσουν τον Παπαφλέσσα ή τουλάχιστον να τον φυλακίσουν. Αλλά ο Παπαφλέσσας που μαθαίνει τα σχέδιά τους παίρνει τα μέτρα του, ειδοποιεί τους δικούς του που στέλνουν ένοπλους για να τον συνοδεύσουν, περνά στο Ναύπλιο, στο Άργος και τέλος μεταμφιεσμένος σε Τούρκο Αγά φτάνει φτάνει στη Βοστίτσα (Αίγιο). Εκεί συγκεντρώνονται γύρω του οι φιλικοί της περιοχής κι αρχίζουν τις εντατικότερες προετοιμασίες για την Επανάσταση.

Οι προεστοί χωρίς να εγκαταλείψουν το σχέδιο της εξόντωσης του Παπαφλέσσα υποχρεώνονται να συζητήσουν μαζί του και να τον ακούσουν. Έτσι στις 26 του Γενάρη αρχίζει η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, όπου είχαν συγκεντρωθεί οπι πιο σημαντικοί κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας: Οι Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σ. Χαεραλάμπης, ο Σ. Θεοχαρόπουλοςς, ο Ν. Λόντος, κι οι δεσποτάδες Παλαιών Πατρών Γερρμανός, ο Προκόπιος από τα Καλάβρυτα κι ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός. «Η εν Βοστίτση γενομένη συνέλευσις των προχούντων, μικρά μεν ήτο κατά τον αριθμόν των συνελθόντων προσόπων, αλλ’ η δειλία τους ήτο μεγαλυτέρα» (Φωτάκου, τ. Α΄).

Ο Παπαφλέσσας για να προλάβει κάθε μπαμπεσιά τους, φτάνει με τα παλικάρια του, που είχαν κρυμμένα τα άρματα κάτω απ’ τις κάπες τους» (Δημ. Φωτιάδη «Καραϊσκάκης», σελ. 90). Σε πέντε συνεδριάσεις ο φλογερός επαναστάτης αγωνίζεται να εγκαρδιώσει και να μεταπείσει το τρομοκρατημένο και αντιδραστικό αρχοντολόι. Ακούει τις πιο φοβερές βρισιές και συκοφαντίες όχι μόνο από τους κοτζαμπάσηδες αλλά και από τους αντιπροσώπους του Θεού, τους δεσποτάδες. Ο πιο φοβερός ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Αυτός κυρίως έδωσε τη μάχη κατά του αντιπροσώπου της φιλικής. Έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον», που δεν φρόντιζε για τίποτα άλλο «ειμή τίνι τρόπωνα ερεθίση την ταραχήν του ΄Εθνους δια να πλουτίση εκ των αρπαγών», Αλλά φαίνεται πως κι ο Παπαφλέσσας δεν χάρισε κάστανα του δεσπότη. Του απάντησε πως αυτός κατάφερε να γίνει αρχιερέας αφού δωροδόκησε τους τρανούς του Πατριαρχείου!

Τελικά ο Παλαιών Πατρών απάντησε στον Παπαφλέσσα εκ μέρους και των άλλων αρχόντων ότι θεωρούν όλα όσα τους είπε «μηδαμινώτατα και σαθρά» και τον διέταξαν να περιορισθεί και να πάψει να ξεσηκώνει το Λαό. Δοκίμασαν μάλιστα να τον φυλακίσουν με μπαμπεσιά στο Μέγα Σπήλαιο, αλλά ο Παπαφλέσσας κατάφερε να κάνει κι εκεί οπαδούς της Επανάστασης τους περισσότερους καλόγερους.

Οι Τούρκοι που είχαν μάθει το μυστικό της Φιλικής από την προδοσία ενός άλλου κοτζαμπάση, του Σωτήρη Κουγιά, καλούν τους δεσποτάδες και προεστούς στην Τριπολιτσά. Η είδηση φέρνει σύγχυση και πανικό στους προύχοντες της Αχαΐας. Ο Α. Ζαΐμης, ο Α. Λόντος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και άλλοι συγκεντρώνονται στην Αγία Λαύρα για να δουν τι θα κάνουν. Εκεί «συσκεφθέντες απεφάσισαν, όπως ομολογεί στα απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών, να μην δώσουν αιτίαν τινά, αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις μέρος ασφαλές και μερισθέντες ανεχώρησαν εις διάφορα χωρία των Καλαβρύτων».

Όπως παρατηρεί ορθά ο Τ. Σταματόπουλος, «στην Αγία Λαύρα όχι μόνο δεν ύψωσαν σημαίαν επαναστατικήν ο Π.Π. Γερμανός και οι άλλοι κοτζαμπάσηδες, αλλά εκεί ακριβώς εκδηλώθηκεν όλος ο φόβος τους για την επανάσταση και η απεγνωσμένη τους προσπάθεια να την ματαιώσουν». («Ο εσωτερικός αγώνας πριν και κατά την επανάσταση του 1821», σελ. 157). Αλλά και ο Σπ. Τρικούπης ομολογεί πως «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της επαναστάσεως» (Σπ. Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ Α’, σελ. 368)

Ο Παπαφλέσσας παρατώντας τους έντρομους κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας κατέβηκε στη Μάνη όπου βρήκε τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, το Νικηταρά κι άλλους καπεταναίους κι αγωνιστές που ήταν έτοιμοι για την Επανάσταση. Μαζί ιδρύουν λίγο έξω από την Καλαμάτα το πρώτο στρατόπεδο του αγώνα που μάζεψε σε λίγο δυο χιλιάδες αρματωμένους κι αρχίζουν τη συστηματική πολιορκία της Καλαμάτας. Στο μεταξύ στις 16 του Μάρτη, οι Ν. Σολιώτης, και Ανδρ. Πετιμεζάς, με εντολή του Παπαφλέσσα που ήθελε να βιάσει τα πράματα στήνουν καρτέρι και σκοτώνουν δυο Τούρκους σπαχήδες στο δρόμο Καλαβρύτων – Τριπολιτσάς, κοντά στο Λιβάρτσι. Αμέσως το τουφεκίδι απλώθηκε σ’ όλο το Μοριά.

Στην Πάτρα η τουρκική φρουρά μόλις έμαθε πως οι Πετιμεζαίοι χτύπησαν τον διοικητή των Καλαβρύτων Αρναούτογλου και το ασκέρι του, έκλεισε τον τουρκικό πληθυσμό στο φρούριο και την άλλη μέρα, στις 21 του Μάρτη ξεχύθηκε στην πόλη μ’ αλαλαγμούς και τουφεκιές και πολιόρκησε το σπίτι του Φιλικού Παπαδιαμαντόπουλου. Αλλά τότε ένας γενναίος Φιλικός ο τσαγκάρης Παν. Καρατζάς κάλεσε το λαό στα όπλα κι άρχισαν πολυαίμακτες συγκρούσεις που κράτησαν ολόκληρη τη μέρα. Το βράδυ οι Τούρκοι είχαν πάθει πανωλεθρία κι υποχρεώθηκαν να κλειστούν κυνηγημένοι στο Φρούριο. Έτσι ο λαός έμεινε κύριος της πόλης και γιόρτασε τη νίκη του. Ύστερα από τρεις μέρες έφτασαν οι πρόκριτοι στην απελευθερωμένη πια πόλη και σχημάτισαν το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον».

«Ψέμα λοιπόν πως ο Γερμανός ύψωσε πρώτος τη σημαία της Επανάστασης. Τη σημαία την ύψωσε ο Καρατζάς μαζί με τους δικούς του που όλοι τους ανήκανε στη μέση τάξη, στο λαό κι όχι στο αρχοντολόγι» (Κορδάτος «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας», τομ Β’, σελ. 185).

Είναι φανερό πως το θρύλο τον δημιούργησαν οι ίδιοι οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος που κυριάρχησαν μετά την Επανάσταση κι έκαναν ό,τι τους ήταν δυνατό, να προβληθούν αυτοί ως ελευθερωταί του Έθνους και να μειώσουν τη συμβουλή των αληθινών αγωνιστών που τους κατέτρεχαν, τους φυλάκιζαν και τους καταδίκαζαν ακόμη και σε θάνατο (Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα) σαν …προδότες!

 

Σπ. Λιναρδάτος, Αυγή 24/3/1959