• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΕΠΟΝ: Της Νιότης-των μεγάλων Ιδανικών και των Αγώνων

Επιμέλεια Βασίλης Λιόγκαρης //

Αφιέρωμα στα 76 χρόνια από την Γέννηση της Ιστορικής, ένδοξης και Ηρωΐκής ΕΠΟΝ.
-Της Νιότης-των μεγάλων Ιδανικών και των Αγώνων.

Κώστα Βάρναλη

Το κελάηδημα της Τσίχλας

Τσίχλα την παρανομιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κι έζησε και πέθανε Τσίχλα.

Ήτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά, δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε-πήδαγε κι έτρεχε.

Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;

Για έν’ από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού και είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.

Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, που φέρνει μεσ’ από το δάσος των πέφκων στην κορφή του βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αφτό ξεχάσει τ’ όνομα του.

Δεν του χρειαζότανε, λες και του’ πεφτε βάρος.

Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτών χωριών, πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσέβ’ η ψυχή, ψυχή του λαού!

Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της κατοχής.

Το χωριό, που λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δύο Ελλάδων: της λέφτερης και της συνεργαζόμενης. Αλλά προς τα εδώ.

Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς μας» να μποδίζει τη λεφτεριά να κατέβει απ’ την κορφή του βουνού προς τα κάτω-στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του Έθνους κι ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα» για τους εχθρούς.

Με την απελευθερωτικήν επιτροπή του χωριού είχανε συχνήν επαφή. Αλλά πως; Μέσον της Τσίχλας. Ήτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρεβάμενης του χωριού, που ο άνδρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών.. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή-σαν ώριμο πλάσμα- κι αδείλιαστη.

Καλός καιρός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη- μα και κρύο τσουχτερό.

Η Τσίχλα, μαζί με άλλα παιδιά(τα σχολειά κλεισμένα!) βγαίναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων.

Παίζανε τόπι.

Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε πιότερο, να το φτάσει.

Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κι η Τσίχλα κυλούσε κι αφτή. Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δυο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσω λαχανιασμένη( για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια!

Αλλ’ αφτό το τακτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τους «εχθρούς» ξένους και δικούς.

«Πρέπει να ιδούμε τι τρέχει, με τρόπο-γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό…».

Αλλά δεν χρειάστηκε τρόπος. Ο πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι των Ναζήδων, έκανε την τελευταία του υπηρεσία « προς την Πατρίδα». Τους πληροφόρησε τι συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή Χριστουγέννων, η Τσίχλα «ξανάκανε» το παιχνίδι της,τρέξανε πίσω από το τόπι, σταματήσανε κι αφτήνε και την ψάξανε. Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.

« Έλα δω, πουλάκι μου», τη ρώτησε ο πρόεδρος. «Ποιος σου το’δωσε τούτο;»

«Μόνη μου το’γραψα»

«Και τι ξέρεις εσύ από τέτοια πράγματα;»

«Όλοι μας ξέρουμε.»

«Και τι άλλο ‘παιχνίδι’ ξέρεις;»

«Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω στις φωλιές τους.»

«Για σκαρφάλωσε σ’ αφτήνε την ελιά να σε ιδούμε;»

Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.

«Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πές μας κανένα ‘σκοπό’ ν’ ακούσουμε. Ό,τι σου αρέσει.»

Κι η Τσίχλα, με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε.

«Μάβρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά…» (Αφτό το τραγούδι ήτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων.)

Μπαμ! μπαμ! μπαμ!…

Οι Γερμαναράδες κι οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και την σκοτώσανε σαν πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.

Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε ξαφνικά στο χωριό οι αντάρτες-και ναζήδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πληρώσαν με τη ζωή τους το άναντρο τους έγκλημα.

Κι ύστερα;

Ύστερ’ από ένα χρόνο η «ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ όλη την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούνε να πνίξουνε το θλιβερό κελάδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας…
……………
Φεβρουάριος του 1942…ιδρύεται η ΕΠΟΝ (στα πλαίσια του ΕΑΜ). Στο κεφάλαιο 27 του βιβλίου μου «Συνοικισμός Χαροκόπου» , σημειώνω:

Ξεκίνησε στις 27 του Σεπτέμβρη ’41 από μια γωνιά της Αθήνας σαν εσωτερική παρόρμηση, σαν μια ανάγκη πανανθρώπινη που θα αγκάλιαζε όλες τις εθνικές δυνάμεις και θα τις κινητοποιούσε στον αγώνα για την απελευθέρωση απ’ τον ξένο ζυγό. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο άπλωσε, κατακυρίεψε τον Ελλαδικό χώρο και αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία των αγώνων του λαού για εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία και προκοπή. Ιδρύθηκε από μια σειρά μικρών λαϊκών κομμάτων με μπροστάρη και καθοδηγητή το κόμμα της εργατικής τάξης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, που ανέλαβε από τις διαμορφωμένες πλέον συνθήκες να παίξει ρόλο ηγετικό, δικαιώνοντας ιστορικά την αποστολή του. Τα αστικά κόμματα αρνήθηκαν ν’ ακολουθήσουν. Επανειλημμένες προσπάθειες που έκανε το ΕΑΜ για να τους πείσει δεν καρποφόρησαν. Ο Σοφούλης, ηγέτης του κόμματος των Φιλελευθέρων, επικαλέστηκε την 40χρονη πολιτική του πείρα για να πείσει ότι τέτοια κινήματα είναι καταδικασμένα σε αποτυχία. Οι ηγέτες των αστικών κομμάτων έβαλαν τη σφραγίδα της αδράνειας και της αποχής πάνω στους αγώνες του ελληνικού λαού κι έκαναν τους εαυτούς τους ξένους προς τους πόθους και τα οράματα του. Στη δύσκολη αυτή στιγμή το έθνος μένει ακέφαλο και προσανατολίζεται μοιραία στους φυσικούς του λαϊκούς ηγέτες, σ’ αυτούς που θα σηκώσουν όλο το βάρος και την ευθύνη του αγώνα.

Στη δύσκολη αυτή στιγμή, ο λαός συσπειρώνεται και δικαιώνει τους δραπέτες των μπουντρουμιών και τους φυγάδες της Ακροναυπλίας και της Ανάφης που, σπώντας τις αλυσίδες τους, θα αναλάβουν και θα ολοκληρώσουν νικηφόρα το τεράστιο έργο της Εθνικής Αντίστασης που αποτελεί το δίδυμο αδέλφι του έπους της Αλβανίας, τιμή και δόξα της σύγχρονης Ελλάδας.

Μια χούφτα στην αρχή. Αφού πέρασε, πολεμώντας, από κάθε χαράκωμα εχθρικό, τράφηκε, θέριεψε, άντρειεψε απ’ τη φλόγα της μάχης, ξαπλώθηκε παντού κι αγκάλιασε ολάκερο τον τόπο. Τον Αύγουστο του ’44 το ΕΑΜ είχε πάνω από 1,7 εκατομμύρια μέλη.

Σκοπός του ΕΑΜ είναι:

1) Απελευθέρωση απ’ τον ξένο ζυγό και απόκτηση της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας.
2) Μετά την απελευθέρωση, προκήρυξη τίμιων εκλογών με το σύστημα της απλής αναλογικής.
3) Κατοχύρωση του κυριαρχικού δικαιώματος του ελληνικού λαού, όπως αποφασίσει μόνος του τον τρόπο της διακυβέρνησης του.
4) Απ’ αυτές λοιπόν τις αδάμαστες ψυχές πήρε σάρκα και οστά το όραμα της Εθνικής Αντίστασης κι έγινε πραγματικότητα. Μαζί τους τάχθηκε τότε η αφρόκρεμα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου κι έδωσε βάρος και υπόσταση στην όλη προσπάθεια.
5) Μερικούς μήνες αργότερα, τον Φλεβάρη του ’42, ιδρύθηκε στα πλαίσια του ΕΑΜ, η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ) και κάλυψε τα νιάτα του τόπου.
6) Τον Ιούλη του ’42, δημιουργείται η ένοπλη έκφραση του ΕΑΜ. Γεννιέται ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός(ΕΛΑΣ)…

Απόσπασμα από το βιβλίο μου : «Συνοικισμός Χαροκόπου»/ δεύτερη έκδοση/ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ/ΑΘΗΝΑ 1998.

_________________________________________________________________________________________________________

Ο Βασίλης Λιόγκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες, εργάτες, πολυφαμελίτες. Έζησε στα πρώτα παιδικά του χρόνια τη λαίλαπα της κατοχής και μεταφέρει τις τραυματικές αυτές εμπειρίες στα γραφτά του. Σπούδασε θέατρο και για ένα διάστημα δούλεψε σ’ αυτό. Αργότερα απορροφήθηκε από την παραγωγική διαδικασία όπου εργάστηκε σε διάφορες βιομηχανίες. Ο Βασίλης Λιόγκαρης είναι συγγραφέας της γενιάς και της τάξης του. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.