Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

ΕΣΣΔ _Ήρεμες ήταν οι αυγές _ επίκαιρο 52+ χρόνια Φωτο-Video

2ος παγκό­σμιος ΕΣΣΔ και μια ομά­δα γυναι­κών — πυρο­βο­λη­τών, που μόλις έχουν αρχί­σει να γνω­ρί­ζουν τη φρί­κη του πολέ­μου ξεκι­νούν με το διοι­κη­τή τους για μια επι­κίν­δυ­νη απο­στο­λή. Στην πορεία θα έρθουν αντι­μέ­τω­πες με τους Γερ­μα­νούς και έπει­τα από σκλη­ρές μάχες θα σκο­τω­θούν όλες. Ο σκη­νο­θέ­της δεν ενδια­φέ­ρε­ται τόσο για την απει­κό­νι­ση του ηρω­ι­σμού αυτών γυναι­κών, όσο για την ανά­πτυ­ξη των δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και την εξέ­λι­ξη των χαρα­κτή­ρων τους: Δηλα­δή την από­το­μη μετα­μόρ­φω­ση των κορι­τσιών από χαρού­με­να, ανέ­με­λα παι­διά με κέφι, δρο­σιά και διά­θε­ση για έρω­τα σε ριψο­κίν­δυ­νες και απο­φα­σι­στι­κές γυναί­κες που δίνουν μάχη με το θάνα­το, σώμα με σώμα κατα­φέρ­νο­ντας, να υμνή­σει με εξαι­ρε­τι­κό τρό­πο την ειρή­νη, να καταγ­γεί­λει τον πόλε­μο και να απο­ζη­τή­σει το άπια­στο όνει­ρο: τη γαλήνη.

Γρά­φει ο \\  Αστέ­ρης Αλα­μπής _Μίδας

Το “Ήρε­μες ήταν οι αυγές” (κατά λέξη οι αυγές εδώ είναι ήσυ­χες _ρωσικά: А зори здесь тихие, A zori zdes tikhie – αγγλ. The Dawns Here Are Quiet) είναι σοβιε­τι­κό πολε­μι­κό δρά­μα του 1972 σε σκη­νο­θε­σία Stanislav Rostotsky βασι­σμέ­νο στο ομώ­νυ­μο μυθι­στό­ρη­μα του Boris Vasilyev. Η ται­νία πραγ­μα­τεύ­ε­ται βαθιά αντι­πο­λε­μι­κή εστιά­ζει σε μια φρου­ρά γυναι­κών Σοβιε­τι­κών του Κόκ­κι­νου Στρατού_ήταν και υπο­ψή­φια για Όσκαρ στην κατη­γο­ρία Καλύ­τε­ρης Ξενό­γλωσ­σης Ται­νί­ας. Δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Karelia Ruskeala (σύνο­ρα με Φιν­λαν­δία) και γυρί­στη­κε ακρι­βώς εκεί.

(παρέν­θε­ση)
«Κάθε άνθρω­πος που αγα­πά την ελευ­θε­ρία, χρω­στά­ει στον Κόκ­κι­νο Στρα­τό περισ­σό­τε­ρα από ό,τι μπο­ρεί ποτέ να πλη­ρώ­σει». Με αυτά τα λόγια του Έρνεστ Χέμιν­γου­εϊ «υπο­δε­χό­μα­στε» την Ημέ­ρα της Αντι­φα­σι­στι­κής Νίκης των Λαών, που όσο κι αν προ­σπα­θεί η ΕΕ να εξα­φα­νί­σει απα­γο­ρεύ­ο­ντας για τρί­τη συνε­χή χρο­νιά τις εκδη­λώ­σεις μνή­μης στη γερ­μα­νι­κή πρω­τεύ­ου­σα, ξεχνά­ει ότι είναι σπόρος…

Ένας σπό­ρος ποτι­σμέ­νος με το αίμα εκα­τομ­μυ­ρί­ων νεκρών, που όσο πιο βαθιά τον θάβεις τόσο περισ­σό­τε­ρο συνε­χί­ζει να ανθί­ζει. Η 9η Μάη δεν παρα­γρά­φε­ται από τη συλ­λο­γι­κή μνή­μη, για­τί φρο­ντί­ζουν οι απα­ντα­χού κομ­μου­νι­στές για αυτό και δεν επι­σκιά­ζε­ται από τις απα­γο­ρεύ­σεις των συμ­βό­λων, τις μετο­νο­μα­σί­ες και την προ­πα­γάν­δα για δήθεν εξί­σω­ση κομ­μου­νι­σμού και ναζι­σμού που επι­χει­ρεί­ται όλα τα τελευ­ταία χρό­νια. Η Αντι­φα­σι­στι­κή Νίκη απο­τυ­πώ­θη­κε και στην 7η τέχνη, δίνο­ντάς μας σπου­δαί­ες αντι­πο­λε­μι­κές ται­νί­ες που συγκα­τα­λέ­γο­νται στα αρι­στουρ­γή­μα­τα του παγκό­σμιου κινη­μα­το­γρά­φου. Με όπλο τους την κινη­μα­το­γρα­φι­κή μηχα­νή πλάι στις ται­νί­ες μυθο­πλα­σί­ας οι Σοβιε­τι­κοί ρίχτη­καν με αυτα­πάρ­νη­ση στη μάχη των ντο­κι­μα­ντέρ, που παί­ζουν εξί­σου σπου­δαίο ρόλο στη δια­τή­ρη­ση της ιστο­ρι­κής μνήμης.

Σπου­δαία ντο­κου­μέ­ντα απο­τε­λούν ται­νί­ες όπως «Η Πτώ­ση του Βερο­λί­νου» των Γελι­σα­βέ­τα Σβί­λο­βα και Γιού­λι Ράιζ­μαν, «Η Μόσχα αντε­πι­τί­θε­ται» των Ιλία Κοπά­λιν και Λεο­νίντ Βαρ­λά­μοφ, ο σπου­δαί­ος, μετα­πο­λε­μι­κά γυρι­σμέ­νος, «Αλη­θι­νός φασι­σμός» του Μιχα­ήλ Ρομ. Ακό­μα θα μπο­ρού­σα­με να θυμη­θού­με και τη σει­ρά 20 ωριαί­ων ντο­κι­μα­ντέρ «Επι­χεί­ρη­ση Μπαρ­μπα­ρό­σα» (ο Μεγά­λος Πατριω­τι­κός Πόλε­μος), που δεν ανή­κει μεν στο κινη­μα­το­γρα­φι­κό είδος αλλά στη­ρί­χτη­κε στα σοβιε­τι­κά επί­και­ρα και υπάρ­χει σε κάθε σπί­τι ανα­γνω­στών του «Ριζο­σπά­στη». Η πεντα­λο­γία _«Η Απε­λευ­θέ­ρω­ση» του Γιού­ρι Οζε­ροφ, που ακο­λου­θεί τα γεγο­νό­τα, τις ιστο­ρι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες και τις μεγά­λες μάχες του Κόκ­κι­νου Στρα­τού. «Η Μοί­ρα Ενός Ανθρώ­που» και «Αγω­νί­στη­καν για τη μητέ­ρα πατρί­δα» του Σερ­γκέι Μπο­νταρ­τσούκ, «Το ημί­χρο­νο του θανά­του» του Εβγκέ­νι Καρέ­λοφ, «Ο πατέ­ρας του στρα­τιώ­τη» του Ρέζο Κέι­τζε, Zόγια του Λεβ Αρν­σταμ και κλεί­νο­ντας αυτή τη μικρή ανα­φο­ρά στον κινη­μα­το­γρά­φο αφή­σα­με για το τέλος «Τα παι­δι­κά χρό­νια του Ιβάν» του Αντρέι Ταρ­κόφ­σκι, «Όταν περ­νούν οι γερα­νοί» του Μιχα­ήλ Καλα­τό­ζοφ, «Γυμνό ανά­με­σα στους λύκους» του Φρανκ Μπάιερ, και το «Έλα να δεις» του Ελέμ Κλίμοφ.

Η τέχνη του κινη­μα­το­γρά­φου στην υπη­ρε­σία των λαών της ΕΣΣΔ

Ήρεμες ήταν οι αυγές

Η ται­νία ανοί­γει έγχρω­μη, με μια κοπέ­λα να βγά­ζει το κρά­νος της μοτο­σι­κλέ­τας — κατα­σκη­νώ­νο­ντας με τις φίλες της. Στη συνέ­χεια μετα­το­πί­ζε­ται στο καλο­καί­ρι του 1942, στην ίδια περιο­χή, εν μέσω του Β’ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου, λίγο πίσω από τη σοβιε­τι­κή πρώ­τη γραμ­μή στο Ανα­το­λι­κό Μέτωπο.

Έχο­ντας ζητή­σει στρα­τιώ­τες που δεν πίνουν και συνα­δελ­φώ­νο­νται με γυναί­κες, ο Λοχί­ας Βάσκοφ ανα­λαμ­βά­νει απροσ­δό­κη­τα μια ομά­δα νεα­ρών γυναι­κών αντια­ε­ρο­πο­ρι­κών πυρο­βο­λη­τών σε έναν σιδη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό μακριά από την πρώ­τη γραμ­μή. Ο Βάσκοφ, που δεν συνη­θί­ζει να διοι­κεί γυναί­κες και να συγκρού­ε­ται μαζί τους για καθη­με­ρι­νά θέμα­τα. Κατά τη διάρ­κεια μιας αερο­πο­ρι­κής επι­δρο­μής, ένα από τα κορί­τσια, η κατώ­τε­ρη λοχί­ας Rita Osyanina, καταρ­ρί­πτει ένα εχθρι­κό αερο­σκά­φος και παρα­ση­μο­φο­ρεί­ται ενώ ο διά­λο­γος και οι έγχρω­μες ανα­δρο­μές αρχί­ζουν να απο­κα­λύ­πτουν τις ιστο­ρί­ες των γυναι­κών. Απο­δει­κνύ­ε­ται επί­σης ότι η Ρίτα επι­στρέ­φει τακτι­κά κρυ­φά φαγη­τό στη μητέ­ρα και το μωρό της, που δεν βρί­σκο­νται πολύ μακριά από το μέρος.

Μια μέρα, έχο­ντας κου­βα­λή­σει κρυ­φά σιτη­ρέ­σια στην οικο­γέ­νειά της κατά τη διάρ­κεια της νύχτας, συνα­ντά δύο Γερ­μα­νούς αλε­ξι­πτω­τι­στές στο δρό­μο της επι­στρο­φής στη φρου­ρά. Ο Βάσκοφ επι­λέ­γει πέντε εθε­λο­ντές: Rita, Zhenya, Lisa, Galya και Sonia, για να ξεκι­νή­σουν μαζί του μια απο­στο­λή για να τους εξα­λεί­ψουν. Απο­φα­σί­ζουν να δια­σχί­σουν το έλος για να ανα­χαι­τί­σουν τους Γερ­μα­νούς, αλλά η πορεία είναι αργή και ύπου­λη, με απο­τέ­λε­σμα η Galya να χάσει τη μπό­τα της και να συνε­χί­σει απτό­η­τη χωρίς στο βάλ­το και στα κατσά­βρα­χα. Όταν τελι­κά φτά­νουν στον προ­ο­ρι­σμό τους οι Γερ­μα­νοί αλε­ξι­πτω­τι­στές τους, περι­μέ­νουν — μάλι­στα υπάρ­χουν δεκα­έ­ξι αντί για δύο. Οι γυναί­κες μπλο­φά­ρουν κόβο­ντας δέντρα και ανά­βο­ντας φωτιές, κάτι που θα κάνει τους Γερ­μα­νούς να αλλά­ξουν κατεύ­θυν­ση, νομί­ζο­ντας ότι υπάρ­χουν πολ­λοί πολί­τες στο πέρα­σμά τους. Αν και το σχέ­διο σχε­δόν απο­τυγ­χά­νει, το θρά­σος της Zhenya την τελευ­ταία στιγ­μή να πηδή­ξει μισό­γυ­μνη στο παγω­μέ­νο ποτά­μι πεί­θει τους αλε­ξι­πτω­τι­στές να κάνουν μια παρά­καμ­ψη μέσα στο δάσος. Ο Βάσκοφ στέλ­νει τη Lisa πίσω στη βάση για ενί­σχυ­ση, ενώ η Zhenya κουρ­νιά­ζει κάπου πλευ­ρι­τω­μέ­νη _προφανώς με πνευμονία.

Η ομά­δα που έμει­νε στο δάσος ετοι­μά­ζε­ται να αλλά­ξει δρο­μο­λό­γιο για να απο­φύ­γει την άμε­ση επα­φή με τα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα, ακο­λου­θεί ανταρ­το­πό­λε­μος με τους Γερ­μα­νούς. Η Sonia σκο­τώ­νε­ται από ξιφο­λόγ­χη και η Galya πυρο­βο­λεί­ται και πεθαί­νει αμέ­σως από τα τραύ­μα­τά της, ενώ ο Βάσκοφ, για να δημιουρ­γή­σει αντι­πε­ρι­σπα­σμό, οδη­γεί τους Γερ­μα­νούς μακριά από τις δύο ζωντα­νές, πυρο­βο­λώ­ντας τους με το περί­στρο­φό του ένα Nagant (αυτό που είχαν όλοι οι σοβιε­τι­κοί αξιω­μα­τι­κοί του κόκ­κι­νου στρα­τού) καθώς τον κυνη­γούν μέσα στο δάσος,  πυρο­βο­λεί­ται στο χέρι, αλλά κατα­φέρ­νει να ξεφύ­γει — συνει­δη­το­ποιώ­ντας ότι δεν έχουν έρθει οι ενι­σχύ­σεις και έχο­ντας ψευ­δαι­σθή­σεις για τη Λίζα, η οποία σε μια κατα­πλη­κτι­κή σκη­νή _αφού πέρα­σε κακο­τρά­χα­λα χιλιό­με­τρα, λίγα μέτρα από τους δικούς της _φωνάζοντας βοή­θεια στο που­θε­νά, πνί­γε­ται _την “κατα­πί­νει” ο υγρός βάλτος.

 

Από θαύ­μα συνα­ντά Rita και Zhenya, αγκα­λιά­ζο­νται φυσι­κά και συνει­δη­το­ποιεί ότι δεν υπά­κου­σαν τις εντο­λές του να υπο­χω­ρή­σουν. Ψάχνει στον γυλιό του για μια χει­ρο­βομ­βί­δα για να κάνει μια επί­θε­ση αυτο­κτο­νί­ας, αλλά δια­πι­στώ­νει ότι τα κορί­τσια έχουν βγά­λει τον πυρο­κρο­τη­τή. Αν και τους απει­λεί να τους περά­σει στρα­το­δι­κεία επει­δή συνε­χί­ζουν να παρα­κούν τις εντο­λές, αυτές αρνού­νται να φύγουν και ετοι­μά­ζο­νται να στή­σουν ενέ­δρα στους Γερ­μα­νούς. Εν ανα­μο­νή και των τριών τους, η Rita τραυ­μα­τί­ζε­ται από θραύ­σμα­τα  χει­ρο­βομ­βί­δας και λέει στη Zhenya να την αφή­σει. Συνει­δη­το­ποιώ­ντας ότι είναι στρι­μωγ­μέ­νοι, παρα­κού­ει _για πολ­λο­στή και τελευ­ταία φορά τις εντο­λές του Βάσκοφ και χλευά­ζει _δελεάζει τους Γερ­μα­νούς μέσα στο δάσος, όπως έκα­νε πριν ο Βάσκοφ και αφή­νει την τελευ­ταία της πνοή. Ο Βάσκοφ _τελευταίος των Μοϊ­κα­νών πλέ­ον μένει με τη Rita παρά τη θέλη­σή της περι­ποιώ­ντας της τις πλη­γές  και υπο­σχό­με­νος να την πάει πίσω στη βάση. Αυτή του ζητά να φρο­ντί­σει τον γιο της στο διπλα­νό χωριό … της δίνει ένα φιλί στο μάγου­λο και εκεί­νη του δίνει εντο­λή να φύγει για να βρει διέ­ξο­δο. Ο Βάσκοφ, δίνο­ντάς της το περί­στρο­φο του υπα­κού­ει αλλά σύντο­μα επι­στρέ­φει για να δια­πι­στώ­σει ότι η Ρίτα αυτοπυροβολήθηκε.

Απελ­πι­σμέ­νος, οπλι­σμέ­νος μόνο με ένα μαχαί­ρι, έχο­ντας μια σφαί­ρα στο περί­στρο­φό του και μια χει­ρο­βομ­βί­δα χωρίς δυνα­τό­τη­τα πυρο­δό­τη­σης, κινεί­ται προς την περιο­χή όπου ξεκου­ρά­ζο­νται οι Γερ­μα­νοί μετρώ­ντας τις πλη­γές τους. Μαχαι­ρώ­νει έναν, πυρο­βο­λώ­ντας με την τελευ­ταία του σφαί­ρα άλλον και μπλο­φά­ρο­ντας με τη χει­ρο­βομ­βί­δα, πιά­νει ένα οπλο­πο­λυ­βό­λο και ανα­γκά­ζει τους υπό­λοι­πους Γερ­μα­νούς να ρίξουν τα όπλα ουρ­λιά­ζο­ντας: Πέντε κορί­τσια… πέντε νεα­ρά κορί­τσια ήταν εδώ, μόνο πέντε, και δεν περά­σα­τε !! Θα σας σκο­τώ­σω με τα χέρια μου _με τα ίδια μου τα χέρια _αι ας με κρί­νουν…, αλλά ένα σοβιε­τι­κό ραδιο­φω­νι­κό ανα­κοι­νω­θέν τον ηρε­μεί και τελι­κά παίρ­νει τους ενα­πο­μεί­να­ντες Γερ­μα­νούς ως αιχ­μα­λώ­τους στις σοβιε­τι­κές γραμ­μές. Οι υπό­λοι­πες γυναί­κες του συντάγ­μα­τος, που έχουν έρθει για να σώσουν την ομά­δα, βρί­σκουν τον Βάσκοφ στα όριά του από την εξά­ντλη­ση, αλλά ζωντανό.

 

Τριά­ντα χρό­νια μετά το τέλος του πολέ­μου, επι­σκέ­πτε­ται ξανά την περιο­χή της μάχης με έναν αξιω­μα­τι­κό, που υπο­νο­εί­ται ότι είναι γιος της Ρίτας. Το κορί­τσι φτά­νει με ένα μπου­κέ­το λου­λού­δια από τον φίλο της, για να παρευ­ρε­θεί  σε ένα μνη­μό­συ­νο για τις πέντε στρα­τιω­τί­νες που πέθα­ναν εκεί. Αφή­νει τα λου­λού­δια στο μνη­μό­συ­νο και οι τρεις τους απο­δί­δουν τα σέβη τους.

Ο σκη­νο­θέ­της Stanislav Rostotskiy υπο­σχέ­θη­κε στον εαυ­τό του να κάνει μια ται­νία για τις κόκ­κι­νες γυναί­κες στον μεγά­λο πατριω­τι­κό πόλε­μο, όταν βρέ­θη­κε ο ίδιος μπρος σε ένα εχθρι­κό τανκ στο πεδίο της μάχης και ένας άγνω­στος στρα­τιώ­της μαζί με μια νοσο­κό­μα την Anna Chugunova έσω­σαν τη ζωή του.

Το ομώ­νυ­μο μυθι­στό­ρη­μα, που δημο­σιεύ­τη­κε το 1969 στο περιο­δι­κό «Yunost», προ­κά­λε­σε μεγά­λη απή­χη­ση στους ανα­γνώ­στες, καθι­στώ­ντας ένα από τα πιο δημο­φι­λή βιβλία για τον Πόλε­μο, ενώ το 1971, η ιστο­ρία ανέ­βη­κε στο θέα­τρο Taganka της Μόσχας.

Από τις πρω­τα­γω­νί­στριες μόνο η Olga Ostroumova ήταν κάπως γνω­στή από την ται­νία Dozhivyom do ponedelnika _Θα ζήσου­με μέχρι τη Δευ­τέ­ρα (1968). Για τους υπό­λοι­πους ηθο­ποιούς, η ται­νία έγι­νε πραγ­μα­τι­κό ντε­μπού­το στη μεγά­λη οθό­νη. Σύμ­φω­να με τους ίδιους, «τέτοιοι ρόλοι σου πέφτουν μια φορά στη ζωή». Ο 26χρονος Andrey Martynov έπαι­ξε πει­στι­κά τον ρόλο του Fedot Vaskov (ο οποί­ος, σύμ­φω­να με το κεί­με­νο του βιβλί­ου, ήταν 32 ετών) και φαι­νό­ταν πολύ πιο ώρι­μος στην οθό­νη από την ηλι­κία του.

Τα γυρί­σμα­τα ξεκί­νη­σαν τον Μάιο του 1971 στην Καρε­λία και συνε­χί­ζο­νταν καθη­με­ρι­νά, από την αυγή μέχρι το σού­ρου­πο, χωρίς δια­κο­πή, συχνά σε σκλη­ρές συν­θή­κες — σε κρύο, σε πραγ­μα­τι­κό βάλ­το, σε δάση. Για τον Rostotskiy, η τοπο­θε­σία των γυρι­σμά­των ήταν θεμε­λιώ­δης. Ο Ισθμός της Καρε­λί­ας είναι γεμά­τος κρα­τή­ρες από θραύ­σμα­τα όπλων όλων των δια­με­τρη­μά­των και βελη­νε­κών, και δεκα­ε­τί­ες αργό­τε­ρα ο πόλε­μος αντη­χού­σε ακό­μα σε αυτά τα μέρη. Η Elena Drapeko θυμά­ται: “Όταν παί­ζα­με “πόλε­μο” στα παι­δι­κά μου χρό­νια, παί­ζα­με με ό,τι είχε απο­μεί­νει από αυτόν. Μερι­κά από τα ευρή­μα­τα εξερ­ρά­γη­σαν και πολ­λά παι­διά από τη γενιά μου πέθα­ναν έτσι. Ο πόλε­μος δεν πήγε που­θε­νά από εδώ, ολό­κλη­ρη η γη ήταν ποτι­σμέ­νη με ατσά­λι και αίμα». Και πρό­σθε­σε: “Για όλους όσους γύρι­σαν αυτήν την ται­νία, ήταν η προ­σω­πι­κή τους μνή­μη. Άλλω­στε, όλοι, ο σκη­νο­θέ­της, ο οπε­ρα­τέρ, ο καλ­λι­τέ­χνης, ακό­μη και ο make-up artist — ήταν όλοι συμ­με­τέ­χο­ντες στον Μεγά­λο Πατριω­τι­κό Πόλεμο.”

Οι ηθο­ποιοί κου­βα­λού­σαν τού­βλα στα σακί­δια τους για να έχουν πραγ­μα­τι­κό βάρος, ο Rostotskiy, που κόντε­ψε να μεί­νει ανά­πη­ρος όταν γλί­στρη­σε και έπε­σε, σκαρ­φα­λώ­νο­ντας σε βρά­χους, έκα­νε όλη τη δια­δρο­μή μπρος-πίσω πολ­λές φορές μέσα από τα δάση και τα κατσά­βρα­χα, δια­σχί­ζο­ντας βάλ­τους όπως και οι άλλοι. Η Olga Ostroumova θυμή­θη­κε πώς τους έλε­γε συχνά ο σκη­νο­θέ­της: «Μην στε­να­χω­ριέ­στε, κορί­τσια, δεν λυπη­θή­κα­με στον πόλε­μο, ήμα­σταν νέοι, ερω­τευ­τή­κα­με, θέλα­με να ζήσου­με, γελά­σα­με». Και τον κατα­λά­βα­με τέλεια».

Ο Rostotskiy έπει­σε τις ηθο­ποιούς να γδυ­θούν για τη σκη­νή του λου­τρού κόντρα στα ειω­θό­τα του σοβιε­τι­κού κινη­μα­το­γρά­φου εκεί­νης της περιό­δου, που τέτοια ξεκά­θα­ρη κινη­μα­το­γρά­φη­ση γυμνού γυναι­κεί­ου σώμα­τος δεν επι­τρε­πό­ταν με τίπο­τε, αλλά ο σκη­νο­θέ­της της ται­νί­ας επι­δί­ω­κε εξή­γη­σε την ουσία της σκη­νής στις ηθο­ποιούς (που έπρε­πε να πει­στούν να γδυ­θούν μπρο­στά στην κάμε­ρα) ως εξής: «Κορί­τσια, πρέ­πει να δεί­ξω πού θα πάνε οι σφαί­ρες. Όχι σε ανδρι­κά σώμα­τα, αλλά σε υπέ­ρο­χα σώμα­τα γυναι­κών που γίνο­νται μάνες” Υπο­σχέ­θη­κε ότι μόνο αυτός και ένας κάμε­ρα­μαν θα έμε­ναν για να τρα­βή­ξουν _ Ωστό­σο, μόλις γδύ­θη­καν οι γυναί­κες, ο εικο­νο­λή­πτης δεν άντε­ξε σκαρ­φά­λω­σε στο βαρέ­λι κι έπε­σε μέσα.

Το τρα­γού­δι του του­ρί­στα ερμή­νευ­σε ο Vladimir Ivashov.

Υπο­ψή­φια για Όσκαρ Καλύ­τε­ρης Ξενό­γλωσ­σης Ται­νί­ας το 1972, πήρε “ανα­μνη­στι­κό” στο Φεστι­βάλ Βενε­τί­ας (1972), καλύ­τε­ρη ται­νία της χρο­νιάς σύμ­φω­να με τη δημο­σκό­πη­ση του περιο­δι­κού «Σοβιε­τι­κή Μεγά­λη Οθό­νη», Πρώ­το Βρα­βείο (1973) στο VI All-Union Film Festival in Alma-Ata — Βρα­βείο Λένιν Κομ­σο­μόλ (1974),  Κρα­τι­κό Βρα­βείο ΕΣΣΔ το (1975) top βαθ­μο­λο­γία 8.1\10 στο imdb

Η ται­νία έγι­νε κλα­σι­κή του σοβιε­τι­κού κινη­μα­το­γρά­φου, μια από τις πιο αγα­πη­μέ­νες λαϊ­κές ται­νί­ες αφιε­ρω­μέ­νη στο θέμα του πολέ­μου _από τις περισ­σό­τε­ρο γνω­στές της σοβιε­τι­κής δια­νο­μής —το 1973  την παρα­κο­λού­θη­σαν 66 εκα­τομ­μύ­ρια στους κινη­μα­το­γρά­φους, άλλοι τόσοι και παρα­πά­νω τα επό­με­να χρό­νια, με “άπει­ρες” προ­βο­λές μέσω δια­δι­κτύ­ου και ιδιω­τι­κές, ενώ το 2002, σύμ­φω­να με έρευ­να του Bashkirov & Partners, ανα­γνω­ρί­στη­κε ως η πιο δημο­φι­λής ται­νία για τον Μεγά­λο Πατριω­τι­κό Πόλεμο.


Το πρω­τό­τυ­πο είναι Α\Μ με χρω­μα­τι­στά μόνο την αρχή και το τέλος
Εδώ είναι σε σύγ­χρο­νη ψηφια­κή επεξεργασία

Στη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση, η ται­νία ήταν μετα­ξύ εκεί­νων που συνι­στώ­νται για προ­βο­λή ως μέρος του σχο­λι­κού προ­γράμ­μα­τος σπου­δών, επί­σης περι­λαμ­βά­νε­ται στο εκπαι­δευ­τι­κό πρό­γραμ­μα των πανε­πι­στη­μί­ων που ειδι­κεύ­ο­νται στη δημοσιογραφία.

Το “The Dawns Here Are Quiet” μαζί με το πως δενό­τα­νε τ΄ατσάλι “How the Steel Was Tempered _ Kak zakalyalas stal ” (1973) είναι από τις πιο δημο­φι­λείς σοβιε­τι­κές ται­νί­ες στην Κίνα (εκτι­μή­θη­κε ιδιαί­τε­ρα από τον Deng Xiaoping).
Remake 2015 _σε μια κάτω του μέτριου ομό­τι­τλη ται­νία από τον Renat Davletyarov και στα Ταμίλ ως Peranmai, με πρω­τα­γω­νι­στή τον Jayam Ravi.

Το βιβλίο έγι­νε και κινε­ζι­κή τηλε­ο­πτι­κή σει­ρά το 2005 σε σκη­νο­θε­σία Μάο Γουέινινγκ.

________________________

(τίτλοι αρχής)
Κεντρι­κό κινη­μα­το­γρα­φι­κό στού­ντιο για παι­διά και νέους Μαξίμ Γκόρκυ

- Πάμε!
— Ναι, πάμε!
Ρομαντικοί.

Φτά­νει!
Η ειρή­νη μόνο ένα άπια­στο όνειρο.
Πάμε…

Στα μετό­πι­σθεν: Τι διοι­κη­τής είναι αν δε βρί­σκει τις μπό­τες του;
Εδώ είναι! Τις έρι­ξα κάτω απ’ το κρεβάτι.

Όταν οι άντρες γυρί­ζουν απ’ το μέτω­πο, θέλουν να γλεντήσουν.
Εγώ δε θα ανε­χτώ παρα­βί­α­ση των κανονισμών.
Σύντρο­φε ταγ­μα­τάρ­χα! _Πέντε μέρες σκοπιά!

Δε μ’ αφή­νει να την αρμέ­ξω χωρίς τσεμπέρι.
Κάνε μία ανα­φο­ρά, θα σε επι­πλή­ξω και θα σου στεί­λω και­νούρ­γιους στρατιώτες.
Και τότε θα είναι όλα εντάξει.

Στείλ­τε τύπους που δεν πίνουν και δεν απλώ­νουν χέρι στα κορίτσια.
Εννο­είς ευνούχους;
Όπως το πάρετε.
Δε μπο­ρείς ούτε την τάξη
να δια­τη­ρή­σεις. Γυναίκες!

Οι πολί­τες δεν είναι υπό την ευθύ­νη μου.
Αυτοί είναι που δημιουρ­γούν προβλήματα.
Σύντρο­φε ταγ­μα­τάρ­χα, ελά­τε στο σπίτι.
Το σαμο­βά­ρι είναι ακό­μα ζεστό.

Όχι, ευχα­ρι­στώ, πρέ­πει να φύγω.
Κι εσύ, διμοιρίτη,
μπες στη διά­θε­ση του αρχηγείου.
Θα σου στεί­λω στρα­τιώ­τες, Βασκόφ,
που δε θ’α­πλώ­νουν χέρι
στο ποτό και στις γυναίκες.


Σύντρο­φε επιλοχία,
οι 1ος και 2ος ουλα­μοί της 3ης διμοιρίας
της 5ης αντια­ε­ρο­πο­ρι­κής μοίρας…
ήρθαν να υπε­ρα­σπι­στούν το σταθμό!
Ανα­φέ­ρει η λοχί­ας Κιριάνοβα!

Η τελευ­ταία αντια­ε­ρο­πο­ρι­κή μονάδα
στε­γα­ζό­ταν σε σκηνές.
Εκεί­νοι ήταν άντρες, όχι κορίτσια.

- Πως λέγεσαι;
— Μπρί­τσκι­να, Λιζαβέτα.
— Από που είσαι;
— Από το Βολογκντά.
Δού­λευ­ες σε κολχόζ;
Δού­λευα. Αλλά πιο πολύ βοη­θού­σα τον πατέ­ρα μου.
Είσαι έξυ­πνο κορίτσι.

Ωραία. Καμία δε βγαίνει
απ’το στρα­τό­πε­δο χωρίς άδεια.
— Ούτε για να μαζέ­ψου­με μούρα;
— Λάθος εποχή.
Δε μπο­ρού­με να πάμε ούτε για χόρτα,
σύντρο­φε επιλοχία;

Λιού­ντα, Βέρα, Κάτια, σκοπιά!
Η τοπο­θέ­τη­ση των φρου­ρών πρέπει
να γίνε­ται σύμ­φω­να με τους κανονισμούς.

Πωλί­να Γεγκό­ρο­βα, θα’πρε­πε να ντρέπεσαι!
Είσαι γυναί­κα στρατιώτη.
— Γι’αυ­τό φέρ­σου ανάλογα.
— Έλα, Γεφγκράφοβιτς…
η ζωή δεν είναι εύκολη.

Ενώ για μια γυναί­κα, όπως λένε,
αρκεί ένα χάδι.
Βολεύ­τη­κες εδώ και δίνεις διαταγές!
Ποιος βολεύτηκε;
Έχει 16 θραύ­σμα­τα στο κορμί!
Οι πολί­τες στα αμπρί!

Αερο­σκά­φος!
Δώδεκα!
Έτοι­μη, δεξιά!
Έτοι­μη, αριστερά!
— Ταχύ­τη­τα 140!
— Δεκαοχτώ!

Κοντι­νές βολές!
— Στο στόχο!
— Πυρ!
Ταχύ­τη­τα 150!
Δώδεκα!
Δέκα!
Οχτώ!

Μέσερ­μιτς στα δεξιά! Χτυ­πή­στε το πρώτο!
Ταχύ­τη­τα 180! Μακριές βολές!
Πυρ!
— Από­στα­ση δεκαέξι!
— Από­στα­ση δεκαέξι!
Λιντούχα!

Για­τί πυρο­βο­λούν και στα δύο;
Πρέ­πει να χτυ­πή­σουν μόνο ένα!
Τα ξέρεις όλα; Τα κορί­τσια πολεμάνε,
κι εσύ κρύ­βε­σαι σε μια τρύπα!
Βγες και πολέ­μα! Κρύ­βε­σαι πίσω
απ’τις φού­στες των γυναικών!

Ο καθέ­νας στο πόστο του στον πόλεμο!

Τι, Λιζα­βέ­τα; Πως είναι;
— Επι­φα­νεια­κό τραύμα.
— Θα κλείσει.
Τα Μέσερ­σμιτς φεύγουν!

Στο κατό­πι! Τρεις!
Ταχύ­τη­τα 140!
Διορ­θώ­στε το στόχο!
Κοντι­νές βολές!
Χτύ­πα το, Ρίτα!
Πυρ!

- Στο στόχο.
— Πυρ!
Το χτύ­πη­σαν! Το χτύπησαν!
Μπρά­βο, Οσιάνινα!

- Το αλε­ξί­πτω­τό του δεν άνοιξε.
— Ίσως είναι τραυματισμένος.

Μη σπα­τα­λά­τε πυρο­μα­χι­κά, θ’ αστοχήσετε.
Προ­χώ­ρα, Γκάλκα.
— Σύντρο­φε επιλοχία!

- Τι θέλεις;
Μη στα­μα­τάς! Αλλιώς θα βου­λιά­ξου­με όλοι!
Η μπό­τα μου βγήκε!
— Που πας;
— Να τη βοηθήσω!

Στά­σου! Δε γυρ­νά­με πίσω!
Μπρί­τσκι­να, άπλω­σε το παλού­κι σου.
Βγες από ‘κει, Κομελκόβα!
Κρα­τή­σου, Ζένια!
Ήρε­μα, ήρε­μα. Το νησί δεν είναι μακριά.

Οι ντό­πιοι λένε ότι εδώ
ζει ο γέρος του δάσους.
— Ποιος;
— Ένας διάβολος.
Ιστο­ρί­ες των γιαγιάδων.

Έχω βρα­χεί ακρι­βώς μέχρι το…
Εννοώ, μέχρι τη μέση μου.
Για­τί δεν έβγα­λα το βρα­κί μου;
Ζένια!

Όρθιες!
Θα στε­γνώ­σου­με και θα
ζεστα­θού­με στην άλλη μεριά.
Κου­νη­θεί­τε, κορί­τσια, κουνηθείτε!
Μεί­νε­τε κάτω μέχρι να σας διατάξω
να ανοί­ξε­τε πυρ.

Αλλιώς θα ξεχά­σω ότι είστε γυναίκες.
Ο βρα­δι­νός αέρας είναι πυκνός και υγρός,
και η αυγή είναι ήρε­μη εδώ.

Η φωνή ακού­γε­ται και 5 μίλια μακριά.
Στη Σόνια. Παντο­τι­νά δικός σου, Μίσα.
Ωχ, μαμάκα…
Κρά­τα την ανά­σα σου!
Θα δεις τη μαμά σου μόνο αν επιβιώσεις.
Νιώ­θω να βρά­ζω μέσα μου.

Θα υπάρ­χει μία μαμά για τον καθένα
μετά τον πόλεμο.

Τους βλέ­πεις; Να’τοι. Και οι δυο.
Τρεις _Τέσσερις _ Πέντε _
Έξι  _Έξι. Επτά. _Οχτώ. Εννιά. _Εννιά. Δέκα.
Έντε­κα. Δώδε­κα. _Δώδεκα. Δεκα­τρείς. _Δεκατέσσερις. Δεκα­πέ­ντε. _Δεκαπέντε. Δεκαέξι.
Κού­κε, κού­κε, πόσα χρό­νια για να ζήσω;

Τέλος πρώ­του μέρους

Τρεις _Τέσσερις _ Πέντε _
Έξι  _Έξι. Επτά. _Οχτώ. Εννιά. _Εννιά. Δέκα

Παρά­ξε­νες φιγού­ρες. Μοιά­ζουν με φαντάσματα.

Στεί­λε εδώ τη Μπρίτσκινα.
Σύρ­σου, συντρό­φισ­σα διερμηνέα.
Από τώρα θα ζού­με πάνω στις κοι­λιές μας.

Χαμο­γέ­λα, Μπρίτσκινα.
— Οι βάλ­τοι είναι οι χειρότεροι.
— Ναι, το ξέρω.
— Θα τα καταφέρω.
— Ξεκου­ρά­σου λίγο στο νησί.

Ανέ­φε­ρε στην Κιριά­νο­βα ότι έχου­με αλλα­γή κατάστασης.
Η δύνα­μή μας δεν αρκεί. Μην ξεχά­σεις το παλού­κι σου.
— Πήγαι­νε, Λιζα­βέ­τα! Καλύ­τε­ρα ν’α­φή­σεις το όπλο σου.
— Ν’α­φή­σω και τις σφαί­ρες μου;

Κακή δου­λειά, κορί­τσια. Κακή.
Ώστε μετρή­σα­με δεκα­έ­ξι… απ’ό­σo μπο­ρώ να κρίνω.
Έστει­λα τη Μπρί­τσκι­να πίσω στη βάση.
Δε θα έρθουν πριν το απόγευμα.

Πρέ­πει να τους κάνου­με να μη φτάσουν
στην κορ­φή και να πάνε από γύρω.
Γύρω από τη λίμνη Λεγκόντ. Πως όμως;

Καη­μέ­νη Μπρί­τσκι­να, την έστει­λα με άδειο στομάχι.

Σύντρο­φε επι­λο­χία, κι αν πέσουν σε ξυλοκόπους;
Ποιους ξυλο­κό­πους; Που; Τα δάση είναι άδεια, γίνε­ται πόλεμος.
Οι γυναί­κες κόβουν τα ξύλα σήμερα.
Αλή­θεια, κορί­τσια. Αυτό είναι κρί­ση εξυπνάδας!
Θα στή­σου­με μεγά­λη παρά­στα­ση _και ξέρω ακρι­βώς που θα το κάνουμε.

- Περί­με­νε να σε κουβαλήσω.
— Ανοη­σί­ες, θα τα καταφέρω.
Έχεις ακό­μα πυρετό.

- Το νερό είναι κρύο.
— Σήκω­σε τη φού­στα σου πιο ψηλά.
Αυτή δεν είναι επί­ση­μη δια­τα­γή, σύντρο­φε επιλοχία.

Προ­σπα­θή­στε να κάνε­τε πολύ καπνό.
Κάντε πολύ θόρυ­βο σπά­ζο­ντας κλαδιά.
Να παρου­σιά­ζε­στε και να εξαφανίζεστε.
Μόνο μην το παρακάνετε.
Πέφτει!
Τηλε­φω­νή­σα­με στο πριονιστήριο.
Θα στεί­λουν τα φορτηγά.

Στά­σου! Πίσω! Πίσω!

Καθώς άνθι­ζαν οι μηλιές και οι ροδακινιές
Η πρω­ι­νή δρο­σιά σερ­νό­ταν στο ποτάμι.
Στην όχθη πήγε η μικρή Κατιούσα
Την από­το­μη όχθη του ποτα­μού στη δροσιά.
Στην όχθη άρχι­σε να τραγουδάει
Για έναν περή­φα­νο γκρίζο
αετό της στέ­πας, Για τον…

Βανιού­σα, που είσαι;
Ελά­τε, κορί­τσια, ελά­τε για βουτιά!
— Ερχό­μα­στε, Ζένια!
— Ερχόμαστε!

Τηλε­φώ­νη­σαν από το πριονιστήριο.
Έρχο­νται τα φορ­τη­γά. Γι’ αυτό ντύσου.Σταμάτα να παί­ζεις με τη φωτιά!
Ντύσου.
Ζεστά­νε­τέ την.
Φεύ­γουν, Ζένια. Φεύγουν.

Άντε, Εβγκέ­νια, με έβα­λες κι έκα­να μπάνιο.
Μόνο αν η Μπρί­τσκι­να τα κατα­φέ­ρει, βέβαια.
Θα τα κατα­φέ­ρει, είναι έξυ­πνο παιδί.

Ας πιού­με στα γρή­γο­ρα πόδια της Μπρίτσκινα.
Και στα έξυ­πνα μυα­λά σας.
Τα χει­ρό­τε­ρα πέρα­σαν τώρα.
Μόλις γυρί­σου­με, θα φροντίσω
να πάρε­τε όλες έπαινο.

Και η Ζένια παράσημο.

Κομ­σο­μό­λα! Κάθε βολή που ρίχνου­με μετράει.
Σύντρο­φε επι­λο­χία, είστε κομμουνιστής;
Φυσι­κά και είμαι.
Τότε πρέ­πει να προ­ε­δρεύ­σε­τε στην κομ­σο­μό­λι­κη συνέ­λευ­σή μας.

Και τι λέει η εισήγηση;
Η επο­νεί­δι­στη δια­γω­γή ενός μέλους στη μάχη. Δειλία.
Θέλε­τε να επι­βάλ­λε­τε κατα­στα­τι­κή μομ­φή στη συντρό­φισ­σα Τσετβερτάκ;

Όχι. Γι’ αυτό με τις ιδιό­τη­τές μου του επι­λο­χία και του κομ­μου­νι­στή, ακυ­ρώ­νω όλες τις συνε­λεύ­σεις μέχρι νεω­τέ­ρας διαταγής.
Φάε, Τσετβερτάκ.
— Φεντότ Γεφ­γκρά­φο­βιτς! — Φεντότ Γεφ­γκρά­φο­βιτς! Σύντρο­φε επι­λο­χία! — Εδώ είμα­στε! Ο ένας και μοναδικός
Φεντότ Γεφ­γκρά­φο­βιτς! Είσαι ζωντα­νός! Καλέ μου! Εδώ είσαι επιτέλους!

Τι είναι, κορί­τσια; Τι είναι; Φάγα­τε τίπο­τα; Κοι­μη­θή­κα­τε καθόλου;
Δε θέλα­με, σύντρο­φε επιλοχία.
Ξεχά­στε το σύντρο­φο επι­λο­χία, αδερ­φού­λες μου. Είμαι αδερ­φός σας τώρα.
Λέτε με Φεντότ, ή απλά Φέντια, όπως μ’έ­λε­γε η μάνα μου. Ξέρω ότι είναι συνη­θι­σμέ­νο όνομα,
αλλά δεν έχω άλλο.

Θάψα­με τη Γκάλ­κα. Η Γκάλ­κα Τσετ­βερ­τάκ έπε­σε στη μάχη.
Και η Λίζα Μπρί­τσκι­να πνί­γη­κε στο βάλτο.
Μαζί με τη Σόνια, χάσα­με τρεις.
Από την άλλη, κρα­τή­σα­με τους Γερ­μα­νούς για 24 ώρες.

Γι’ αυτό προ­τεί­νω να πιού­με στις τρεις αδερ­φές μας. Ας πιού­με στη δόξα τους!
Για­τί δεν εκτε­λέ­σα­τε τις δια­τα­γές μου;
Ποιες διαταγές;Σας διέ­τα­ξα να υπο­χω­ρή­σε­τε ανα­το­λι­κά. Δε θα έρθει καμία βοήθεια.
Και οι Γερ­μα­νοί έρχο­νται κατά δω. Γι’ αυτό δε μπο­ρού­με να χάσου­με χρόνο.

Κι εσύ, Φεντότ;
Είναι η σει­ρά μου να κερ­δί­σω 24 ώρες.
Εκεί­να τα κορί­τσια που δε θα γυρί­σουν ποτέ, θα τα θυμά­μαι ως την τελευ­ταία μου μέρα.

Μη σε νοιά­ζει, Φεντότ, θα τους νικήσουμε.
Θα φύγε­τε από δω αμέ­σως! Σας δίνω 3 λεπτά!
Δε φεύγουμε!
Γι’ αυτή την απει­θαρ­χία… θα σας στεί­λω στο στρατοδικείο! …
Τι μου κάνε­τε, κορίτσια;

Συντρό­φισ­σες οπλί­τισ­σες!  Ο εχθρός, με αρκε­τή δύνα­μη πυρός, έρχε­ται προς τα εδώ. Είμα­στε ακά­λυ­πτοι από δεξιά και από αρι­στε­ρά. Και δεν έρχε­ται καμία βοή­θεια. Γι’αυ­τό δια­τάσ­σω όλες τις οπλί­τισ­σες, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και εμού, να κρα­τή­σουν το μέτωπο.
Κρα­τή­στε! Κι αν δεν έχε­τε τίπο­τα για να κρα­τή­σε­τε, κρατήστε!
Δεν υπάρ­χει εδώ χώρος για τους Γερ­μα­νούς! Επει­δή πίσω μας είναι η Ρωσία. Η πατρί­δα μας, πιο απλά.

Σύντρο­φε επι­λο­χία! Γρή­γο­ρα! Η Ρίτα! Εδώ.
— Τι ήταν; Χει­ρο­βομ­βί­δα. Νερό… νερό…
— Αμέσως.
— Όχι!
Πανιά! Εσώ­ρου­χα! Βιάσου!
— Όχι μετά­ξι. Βαμβακερό.
— Δεν υπάρχει.

Σ’ευ­χα­ρι­στώ, Ζένια. Πήγαι­νε… πήγαινε!
— Θα μας καλύψεις;
— Ναι.
Εντά­ξει… εντά­ξει, Ρίτα.
Οι σφαί­ρες δεν πήγαν βαθιά. Θα γίνεις καλά.

Η Ζέν­κα είναι μόνη. Τους τρα­βά­ει μακριά. Τους κάνει να την ακολουθήσουν.
Μπά­σταρ­δοι! Ελά­τε να με πιά­σε­τε, βρωμιάρηδες!

(σιγο­τρα­γου­δά­ει)
Σε μένα, φτω­χή καρ­διά, Έτσι έλε­γε, Παρό­λο που δεν,
Όχι, δεν αγά­πη­σε… Δεν αγάπησε!
Αυτό για τη Ρίτα! Και τη Γκάλκα!
Και τη Σόνια! Και τη Λίζα!
Είσαι ένα φωτει­νό αστέ­ρι, Που λάμπει για πάντα,
Μια σκο­τει­νή, σκού­ρα ψυχή! Ενέ­πνευ­σες… Την καρ­διά μου… με μια ελπίδα!

Ελά­τε εδώ! Ελά­τε, ελά­τε! Α, φοβά­στε; Φίδια!

Πέθα­νε αμέ­σως; Αμέσως.
Μπο­ρού­σε να κρυ­φτεί, αλλά δεν ήθελε.
Που είναι οι Γερμανοί;

Έφυ­γαν.
Αλλά δε μας νίκησαν!
Κατα­λα­βαί­νεις; Δε μας νίκησαν.
Πονάει;
Δε μπό­ρε­σα να σώσω εσάς τις πέντε.
Και για­τί; Για λίγους φρίτσηδες!

Μη λυπά­σαι. Είναι όλα μέρος… του πολέμου.
Επει­δή ο πόλε­μος το εξηγεί;
Και όταν έρθει η ειρή­νη; Πως θα το εξηγήσω;
Τι να απα­ντή­σω όταν μας ρωτή­σουν: _Πως εσείς οι άντρες…
δε μπο­ρέ­σα­τε να σώσε­τε τις μανά­δες μας απ’τις σφαίρες;

Μην το λες αυτό. Πολε­μή­σα­με για την πατρί­δα. Μη βασα­νί­ζε­σαι. Εσύ ξάπλω­σε εδώ. Θα ρίξω μια ματιά γύρω. Έχουν μεί­νει μόνο δύο σφαίρες.
Περί­με­νε. Έλα πιο κοντά. Θυμά­σαι που βρή­κα τους δύο Γερ­μα­νούς στο δάσος; Πήγαι­να στην πόλη να δω τη μαμά μου. Έχει το αγο­ρά­κι μου, τον Ιγκόρ. Είναι τριών χρονών.
Μη στε­να­χω­ριέ­σαι, Ρίτα. Κατά­λα­βα. Πάω να ρίξω μια ματιά κι έρχο­μαι αμέ­σως. Θα γυρί­σου­με στη βάση απόψε.

Φίλα με.
Πρέ­πει να ξυριστείς…
Σκέ­πα­σέ με, με κλα­διά, και πήγαι­νε. Και να γυρί­σεις σίγου­ρα πίσω στη βάση.

Θα γυρί­σου­με πίσω μαζί.
Τι έκα­νες, κορί­τσι μου; Τι έκανες;

Ψηλά τα χέρια!
Χειροβομβίδα!
Χει­ρο­βομ­βί­δα! Χειροβομβίδα!
Χει­ρο­βομ­βί­δα! Χειροβομβίδα!

Όλοι! Όλοι! Στη γωνία!
Στη γωνία! Ψηλά τα χέρια! Ψηλά τα χέρια!
Τι είστε; Κατακτητές;

Πέντε κορί­τσια! Είχα μόνο πέντε κορί­τσια μαζί μου!
Πέντε κορί­τσια! Και δεν περά­σα­τε! Δεν περά­σα­τε! Και θα πεθά­νε­τε εδώ!
Όλους σας! Θα σας σκο­τώ­σω εγώ ο ίδιος όλους σας!

Και μετά ας με δικά­σουν! Ας με δικάσουν!

Εδώ Μόσχα.
Μετα­δί­δου­με ανα­κοι­νω­θέν του Σοβιε­τι­κού Γρα­φεί­ου Πληροφοριών.
Κατά τη διάρ­κεια της 3ης Ιου­νί­ου, καμία μεγά­λη σύγκρου­ση δεν έλα­βε χώρα στο μέτωπο.
Παρ’ό­λα αυτά, σε ορι­σμέ­νους τομείς… σημειώ­θη­καν μικρές τοπι­κές μάχες.

Και άλλη μία νύχτα
Έπε­σε στα κοι­μι­σμέ­να βουνά.
Στον καπνό της φωτιάς
Τα μάτια ανάβουν.
Ο άνε­μος έχει κοπάσει

Με τα τελευ­ταία λόγια του τραγουδιού.

Ίσως πήγε κάπου
Ψάχνο­ντας για σένα.
Τι κι αν όλοι τους
Έτυ­χε να έρθουν εδώ,
Σε αυτό το μεγά­λο μέρος,
Που ακού­γο­νται οι παγετοί.
Πολ­λούς φίλους συναντώ,
Ταξι­δεύ­ο­ντας εδώ κι εκεί.

Μα για­τί ακό­μα δε σε συνάντησα;
Θα συνε­χί­σω να ψάχνω,
Ελπί­ζο­ντας και θέλοντας,
Ακό­μα κι αν μου πάρει γενιές
Να σε ακολουθώ.

Θα συνε­χί­σω να ψάχνω,
Επει­δή έχω ένα προαίσθημα
Ότι σε μια μακρι­νή χώρα θα σε βρω!

- Σ’α­ρέ­σουν;
— Είναι υπέροχα.

Εκεί­να τα φαντά­σμα­τα είναι ακό­μα εδώ.
Με κοί­τα­ξαν σα να
μπή­κα­με στην περιο­χή τους.

Θα ψάχνουν για θησαυρούς.
Πάω να τους ρωτή­σω τι κάνουν εδώ.
Θα’ρ­θω μαζί σου. Να τους διώξουμε.

Σωστά! Επει­δή εδώ είναι η περιο­χή μας.
Δε μας αφή­νουν να κατασκηνώσουμε!
Έτοι­μο, μπαμπά.

Πολύ ωραία, Ιγκόρ.

 <|  Τίτλοι τέλους |>

🔴  ΕΛΙΖΑΒΕΤΑ ΜΠΡΙΤΣΚΙΝΑ 🎈
🔴  ΣΟΦΙΑ ΓΚΟΥΡΒΙΤΣ 🎈
🔴  ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΟΜΕΛΚΟΒΑ 🎈
🔴  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΟΣΙΑΝΙΝΑ 🎈
🔴  ΓΚΑΛΙΝΑ ΤΣΕΤΒΕΡΤΑΚ 🎈

ΑΙΩΝΙΑ ΔΟΞΑ ΣΕ ΑΥΤΕΣ 
ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥΣ

Ο κινη­μα­το­γρά­φος της Νίκης

Στις 6 Μάη 2005, στην κεντρι­κή πλα­τεία του μεγα­λύ­τε­ρου κινη­μα­το­γρα­φι­κού στού­ντιο της Ρωσί­ας και ενός από τα μεγα­λύ­τε­ρα στον κόσμο, του θρυ­λι­κού «Μοσφίλμ», πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μια σεμνή εκδή­λω­ση προς τιμήν των πεσό­ντων κινη­μα­το­γρα­φι­στών του στού­ντιο κατά τη διάρ­κεια του Μεγά­λου Πατριω­τι­κού Πολέ­μου, στο πλαί­σιο των εκδη­λώ­σε­ων για τα 60χρονα της Αντι­φα­σι­στι­κής Νίκης.

Για τους εργα­ζό­με­νους του στού­ντιο — για όσους απέ­μει­ναν μάλ­λον, αφού η καπι­τα­λι­στι­κο­ποί­η­ση Ρωσί­ας δεν άφη­σε ανέ­πα­φο από τις κατα­στρο­φι­κές συνέ­πειές της αυτόν τον κινη­μα­το­γρα­φι­κό «κολοσ­σό» — κάθε άλλο παρά τυπι­κή ήταν αυτή η εκδή­λω­ση. Όχι μόνο για­τί, ούτως ή άλλως, ο Πατριω­τι­κός Πόλε­μος έχει «μπο­λια­στεί» στη συνεί­δη­ση του λαού, αλλά και για­τί το «Μοσφίλμ» μετρά 142 εργα­ζο­μέ­νους του (τεχνι­κούς και ηθο­ποιούς), που δε γύρι­σαν ποτέ από το μέτωπο.

Η ιστο­ρία του «Μοσφίλμ» κατά τη διάρ­κεια του πολέ­μου είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κή για το σύνο­λο της σοβιε­τι­κής κινη­μα­το­γρα­φί­ας την ίδια περί­ο­δο. Ο κινη­μα­το­γρά­φος, σαν κατ’ εξο­χήν μαζι­κό μέσο με απε­ριό­ρι­στες καλ­λι­τε­χνι­κές, αλλά και προ­πα­γαν­δι­στι­κές δυνα­τό­τη­τες, έπαι­ξε πρω­τεύ­ο­ντα ρόλο στη δια­τή­ρη­ση του ηθι­κού των λαών της ΕΣΣΔ. Παράλ­λη­λα, λόγω της φύσης του ως καλ­λι­τε­χνι­κού μέσου, δηλα­δή της υλι­κο­τε­χνι­κής υπο­δο­μής που χρειά­ζε­ται για να παρα­χθεί και που με τα μεγέ­θη της ΕΣΣΔ ήταν βιο­μη­χα­νι­κού επι­πέ­δου, ο κινη­μα­το­γρά­φος, κατά το πρώ­το στά­διο της ναζι­στι­κής επί­θε­σης, αντι­με­τω­πί­στη­κε από τη σοβιε­τι­κή εξου­σία με την ίδια φρο­ντί­δα και προ­σο­χή που επι­δεί­χτη­κε για το σύνο­λο της βιο­μη­χα­νι­κής υποδομής.

Έτσι, στην τιτά­νια προ­σπά­θεια μετα­φο­ράς της πολε­μι­κής και όχι μόνο βιο­μη­χα­νί­ας στα ανα­το­λι­κά εντά­χθη­καν και τα κινη­μα­το­γρα­φι­κά στού­ντιο. Ανά­με­σά τους, το «Μοσφίλμ» της Μόσχας και το «Λεν­φίλμ» του Λένιν­γκραντ (τα οποία είχαν, ήδη, γίνει παγκο­σμί­ως γνω­στά προ­πο­λε­μι­κά, λόγω των σπου­δαί­ων σκη­νο­θε­τών που δημιούρ­γη­σαν σ’ αυτά), που μετα­φέρ­θη­καν εξ ολο­κλή­ρου, μέχρι τον Οχτώ­βρη του 1941, στην Αλμά Ατά στο Καζαχστάν!

 Με επί­κε­ντρο τον άνθρωπο

Εκεί, μεγά­λοι σκη­νο­θέ­τες και ηθο­ποιοί, μαζί με τους τεχνι­κούς όλων των ειδι­κο­τή­των, πραγ­μα­τι­κά, μεγα­λούρ­γη­σαν μέσα σε ιδιαί­τε­ρα αντί­ξο­ες συν­θή­κες. Ολοι δού­λε­ψαν με ρυθ­μούς πολε­μι­κού μετώ­που, με απί­στευ­τες ελλεί­ψεις σε φιλμ και άλλο υλι­κό, αλλά και σε ανθρώ­πι­νο δυνα­μι­κό. Είναι δύσκο­λο να πιστέ­ψει κανείς σήμε­ρα ότι σπου­δαί­ες σοβιε­τι­κές ται­νί­ες εκεί­νης της επο­χής έχουν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει κατά κόρον το ίδιο ντε­κόρ. Κι όμως, από το 1943 — 1945, μόνο το «Μοσφίλμ» πρό­σφε­ρε στους λαούς της ΕΣΣΔ, 20 μεγά­λου μήκους ται­νί­ες, ανά­με­σά τους τις «Χαί­ρε Μόσχα!» του Γιουτ­κέ­βιτς, «Ναύ­αρ­χος Ναχί­μοφ» του Που­ντόβ­κιν, «Ο ουρα­νός της Μόσχας» του Ράι­σμαν κ.ά. Η πρώ­τη πολε­μι­κή ται­νία που γυρί­στη­κε ήταν το 1942 με τίτλο «Ο γραμ­μα­τέ­ας της επι­τρο­πής περιο­χής» του Πίριεφ, ενώ στην Αλμά Ατά θα «έβλε­πε» το «φως» το αρι­στούρ­γη­μα του Σερ­γκέι Αϊζεν­στάιν «Ιβάν ο Τρο­με­ρός». Ακό­μη και η κωμω­δία είχε την τιμη­τι­κή της με ται­νί­ες, όπως «Αντό­σα Ρίμπ­κιν» και «Δίδυ­μοι» του Γιουντίν.

Πρό­κει­ται για μερι­κά μόνον από τα μεγά­λα ονό­μα­τα, όχι μόνο του σοβιε­τι­κού, αλλά και του παγκό­σμιου κινη­μα­το­γρά­φου, που πρό­σφε­ραν υψη­λή κινη­μα­το­γρα­φι­κή δημιουρ­γία μέσα στις χει­ρό­τε­ρες δυνα­τές συν­θή­κες. Παράλ­λη­λα, ομά­δες οπε­ρα­τέρ και σκη­νο­θε­τών «όργω­ναν» το μέτω­πο, κινη­μα­το­γρα­φώ­ντας, και πολ­λοί από αυτούς δεν επέ­στρε­ψαν ποτέ. Το μη μυθο­πλα­στι­κό τμή­μα της σοβιε­τι­κής κινη­μα­το­γρα­φι­κής παρα­γω­γής του πολέ­μου μετρά συνο­λι­κά 100 ντο­κι­μα­ντέρ και 490 σύντο­μα επί­και­ρα, ενώ μόνο το ντο­κι­μα­ντέρ «Τα χρο­νι­κά του Δεύ­τε­ρου Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου» απο­τε­λεί­ται από 3,5 εκα­τομ­μύ­ρια μέτρα φιλμ! Αλλά και από τα μεγά­λα στού­ντιο πολ­λοί ήταν οι κινη­μα­το­γρα­φι­στές, που επέ­λε­ξαν την εθε­λο­ντι­κή έντα­ξή τους σε μάχι­μους σχη­μα­τι­σμούς, όπως η ομά­δα της «Μοσφίλμ» που πολέ­μη­σε στην Ειδι­κή 3η Μοσχο­βί­τι­κη Κομ­μου­νι­στι­κή Μεραρχία.

Έστω και σ’ αυτήν την ελά­χι­στη ανα­φο­ρά σε ένα τόσο μεγά­λο θέμα, όπως αυτό της σοβιε­τι­κής κινη­μα­το­γρα­φί­ας κατά τη διάρ­κεια του πολέ­μου, θα ήταν παρά­λει­ψη, αν έλει­πε μια μικρή ανα­φο­ρά στο μετα­πο­λε­μι­κό σοβιε­τι­κό κινη­μα­το­γρά­φο, που εμπνεύ­στη­κε από τον πόλε­μο. Θα κάνου­με εκτε­νή ανα­φο­ρά από τις 100άδες ται­νί­ες, σε μια μετα­ξύ των σημα­ντι­κό­τε­ρων του είδους: «Ήρε­μες ήταν οι αυγές» (“Την αυγή είναι όλα ακό­μη σιω­πη­λά εδώ”1972) του Στα­νι­σλάβ Ροστό­τσκι _ αυτήν που ο Αντρέι Ταρ­κόφ­σκι, στο διε­θνές κινη­μα­το­γρα­φι­κό φεστι­βάλ της Γιου­γκο­σλα­βί­ας 1971/72 χλεύ­α­σε ως “ασή­μα­ντη”

Το 26ο Διε­θνές Φεστι­βάλ Κινη­μα­το­γρά­φου της Μόσχας (2004) συνο­δεύ­τη­κε από δύο γεγο­νό­τα τα οποία ανα­δει­κνύ­ουν τις δυσά­ρε­στες συνέ­πειες που επι­φέ­ρει η καπι­τα­λι­στι­κή στρο­φή της σημε­ρι­νής Ρωσί­ας στον πολιτισμό.

Στην τελευ­ταία εβδο­μά­δα του Ιού­νη, στη διάρ­κεια των πρώ­των ημε­ρών της διορ­γά­νω­σης, η κολε­κτί­βα των εργα­ζο­μέ­νων του Μου­σεί­ου Κινη­μα­το­γρά­φου της Ρωσί­ας, μαζί με πλή­θος πολι­τών, χάλα­σαν τη «λάμ­ψη» — χολι­γου­ντια­νού τύπου — του Φεστι­βάλ, δια­δη­λώ­νο­ντας κατά της έξω­σης του Μου­σεί­ου από το ιστο­ρι­κό του κτί­ριο στην περιο­χή της Πρέσ­νια και τη μετα­τρο­πή του σε καζί­νο. Το θέμα ανέ­δει­ξε ανα­λυ­τι­κά ο Ριζο­σπά­στης στο κυρια­κά­τι­κο ένθε­το της 13-Ιού­νη. Το κεντρι­κό σύν­θη­μα των δια­δη­λω­τών ήταν: «Ο κινη­μα­το­γρά­φος δεν είναι μόνο μπίζ­νες — Είναι και Τέχνη», το οποίο απευ­θυ­νό­ταν βασι­κά στην Ένω­ση Κινη­μα­το­γρα­φι­στών της Ρωσί­ας και προ­σω­πι­κά στον πρό­ε­δρό της και γνω­στό σκη­νο­θέ­τη, Νικί­τα Μιχαλ­κόφ. Αυτό για­τί η Ένω­ση κατέ­χει το 32% των μετο­χών της εται­ρί­ας «Κινο­τσέ­ντρ», η οποία δια­χει­ρί­ζε­ται το Μου­σείο, μετο­χές που θα πωλη­θούν στην εται­ρία «ψυχα­γω­γί­ας» με την επω­νυ­μία «Αρλε­κί­νο», ώστε να μετα­τρα­πεί σε καζίνο.

Μια “ήσυχη” κατεδάφιση…

Ελά­χι­στες μέρες πριν την παρα­πά­νω δια­δή­λω­ση — την οποία υπο­στή­ρι­ξαν και ξένοι κινη­μα­το­γρα­φι­στές, προ­σκε­κλη­μέ­νοι του Φεστι­βάλ, όπως ο Κου­έ­ντιν Ταρα­ντί­νο και ο Μπερ­νά­ντο Μπερ­το­λού­τσι — και στις παρα­μο­νές της διορ­γά­νω­σης, ένα παλιό, διώ­ρο­φο σπί­τι κατε­δα­φι­ζό­ταν… «ησύ­χως». Η κατε­δά­φι­ση αυτή δε θα ήταν είδη­ση, αφού στη Μόσχα έχει εξα­πο­λυ­θεί κυριο­λε­κτι­κά ένα πολε­ο­δο­μι­κό «πογκρόμ» ενα­ντί­ον του ιστο­ρι­κού της κέντρου, το οποίο «ανοι­κο­δο­μεί­ται» από το ιδιω­τι­κό κεφά­λαιο μέσα σε πλή­ρη ασυ­δο­σία. Στην προ­κει­μέ­νη περί­πτω­ση, όμως, η υπό­θε­ση έχει ενδια­φέ­ρον — και εκτός της Ρωσί­ας — αφού εκεί γεν­νή­θη­κε και πέρα­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια ο σημα­ντι­κός Σοβιε­τι­κός σκη­νο­θέ­της, Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η εφη­με­ρί­δα «Ισβέ­στια» ανα­κί­νη­σε το θέμα με μια συνέ­ντευ­ξη της αδερ­φής του σκη­νο­θέ­τη, Μαρί­νας Ταρ­κόφ­σκα­για, η οποία, περ­νώ­ντας από το σπί­τι τυχαία, είδε στη θέση του… ένα οικό­πε­δο και ένα πανό με τη φωτο­γρα­φία του διά­ση­μου αδελ­φού της. Αξί­ζει να δού­με λοι­πόν πώς συμπε­ρι­φέ­ρε­ται το σημε­ρι­νό, καθε­στώς της Ρωσί­ας ακό­μη και στα διά­στη­μα «τέκνα» του, ακό­μη και σ’ αυτά που σήμε­ρα «δια­φη­μί­ζει».

Στο σπί­τι αυτό έζη­σαν τρεις γενιές των Ταρ­κόφ­σκι, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του πατέ­ρα του Αντρέι και ποι­η­τή, Αρσέ­νι Ταρ­κόφ­σκι, και του συγ­γρα­φέα αδελ­φού του, Μιχα­ήλ. Ο Αντρέι έζη­σε εκεί μέχρι το 1962, δηλα­δή μέχρι και το τέλος της βασι­κής εκπαί­δευ­σης. Το 1969 το σπί­τι μετα­τρά­πη­κε σε οικο­τρο­φείο για τις οικο­γέ­νειες των εργα­τών μιας φάμπρι­κας. Το 1987, ένα χρό­νο μετά το θάνα­το του σκη­νο­θέ­τη, πάρ­θη­κε μια από­φα­ση κατε­δά­φι­σης, η οποία δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, διό­τι η επι­τρο­πή που συστή­θη­κε, στο πλαί­σιο της Ένω­σης Κινη­μα­το­γρα­φι­στών της ΕΣΣΔ, για την ανά­δει­ξη της καλ­λι­τε­χνι­κής κλη­ρο­νο­μιάς του συγ­γρα­φέα, απο­φά­σι­σε να μετα­τρέ­ψει το κτί­ριο σε Μου­σείο Αντρέι Ταρκόφσκι.

…μετά από μια «περίεργη» απόφαση

Η σχε­τι­κή μελέ­τη άρχι­ζε να εφαρ­μό­ζε­ται στις αρχές του ’90 και στο πλαί­σιό της αφαι­ρέ­θη­κε η παλιά στέ­γη και άρχι­σε η ανα­μόρ­φω­ση του δεύ­τε­ρου ορό­φου. Τίπο­τα όμως δεν πρό­λα­βε να ολο­κλη­ρω­θεί, αφού η ΕΣΣΔ δια­λύ­θη­κε και φυσι­κά ουδείς ασχο­λού­νταν με τις παρα­κα­τα­θή­κες ενός δημιουρ­γού. Από τότε και μέχρι την πρό­σφα­τη κατε­δά­φι­σή του, το σπί­τι ήταν χωρίς σκε­πή, χωρίς κου­φώ­μα­τα και είχε μετα­τρα­πεί σε σκουπιδότοπο.

Μία από­πει­ρα να εντα­χθεί το κτί­ριο στα σχέ­δια των μοσχο­βί­τι­κων αρχών για «ανα­καί­νι­ση» όσων παλιών κτι­ρί­ων θα μπο­ρού­σαν να ενδια­φέ­ρουν τις ιδιω­τι­κές κατα­σκευα­στι­κές εται­ρί­ες — αφού δε δίνε­ται πλέ­ον δημό­σιο χρή­μα σε αυτούς τους τομείς — έπε­σε στο κενό. Μια και δεν το ήθε­λε κανείς, το ανέ­λα­βε το Μου­σείο Κινη­μα­το­γρά­φου, το οποίο μάλι­στα κέρ­δι­σε και μια δικα­στι­κή δια­μά­χη για τον περι­βάλ­λο­ντα χώρο του με μια εται­ρία που τον διεκ­δι­κού­σε. Για μια ακό­μη φορά συντά­χθη­κε μελέ­τη ανα­κα­τα­σκευ­ής του, ενώ μια ακό­μη ελπί­δα εμφα­νί­στη­κε όταν το σπί­τι τέθη­κε υπό την «προ­στα­σία» της Υπη­ρε­σί­ας Μνη­μεί­ων της πρω­τεύ­ου­σας, σαν ιστο­ρι­κό μνη­μείο. Ο στό­χος ήταν να γίνουν τα εγκαί­νια το 2002, έτσι ώστε να συμπέ­σουν με τα 70χρονα του σκη­νο­θέ­τη. Μετα­ξύ άλλων, στα σχέ­δια ήταν η προ­στα­σία των προ­σω­πι­κών του αρχεί­ων (12.000 αντι­κεί­με­να), η δημιουρ­γία μιας αίθου­σας προ­βο­λών και εκθε­σια­κών αιθου­σών, βιβλιο­θή­κης κ.ά.

«Αίφ­νης», το Φλε­βά­ρη του 2001, οι αρχές της Μόσχας, με σχε­τι­κό έγγρα­φό τους στο οποίο μάλι­στα προσ­διο­ρί­ζε­ται σαφώς το κτί­ριο ως «ιστο­ρι­κό μνη­μείο», νοι­κιά­ζουν (ουσια­στι­κά παρα­δί­δουν) το σπί­τι στην ιδιω­τι­κή κατα­σκευα­στι­κή εται­ρία «Κομου­νάλ­να­για Τεχνι­κά» για χρή­ση 15 ετών! Σε μια προ­σπά­θεια να σωθούν τα προ­σχή­μα­τα, στο έγγρα­φο ανα­φέ­ρε­ται ότι η εται­ρία «υπο­χρε­ού­ται» να αφή­σει ένα τμή­μα του σπι­τιού «εις μνή­μη» του σκη­νο­θέ­τη. Τον Απρί­λη του ίδιου χρό­νου, το αρμό­διο όργα­νο του δήμου της Μόσχας συζη­τά αν τελι­κά θα υπάρ­χει στη Μόσχα «Σπί­τι — Μου­σείο Ταρ­κόφ­σκι» ή όχι! Το ενδια­φέ­ρον της υπό­θε­σης είναι, ότι οι εκπρό­σω­ποι της εται­ρί­ας είπαν στο συμ­βού­λιο πως παραι­τού­νται του δικαιώ­μα­τός τους στο συγκε­κρι­μέ­νο κτί­ριο, αφού τους έρχε­ται φθη­νό­τε­ρα να χτί­σουν νέο κάπου αλλού, αντί να ανα­και­νί­σουν το «ερεί­πιο». Τρία χρό­νια μετά, στα τέλη του περα­σμέ­νου Ιού­νη, το σπί­τι κατεδαφίστηκε…

 

 

 

 

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο