Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ» ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ: Αντιθέσεις σε πολλά «ταμπλό»

Τι κρύβει το βέτο της Γαλλίας στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής πίσω από τον «πάγο» σε Β. Μακεδονία και Αλβανία

Το βέτο της Γαλλίας στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις για τη Β. Μακεδονία και την Αλβανία στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής, που σε κανονικές συνθήκες θα ήταν μία τυπική διαδικασία, προκαλεί αντιδράσεις και αποτυπώνει την όξυνση των ανταγωνισμών όχι μόνο στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και απέναντι σε ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία.

Είναι ενδεικτικό ότι οι ΗΠΑ, αμέσως μετά το «μπλοκάρισμα», εξέδωσαν ανακοίνωση, εκφράζοντας την ενόχλησή τους από αυτήν την εξέλιξη. Οπως αναφέρει μάλιστα σε ανακοίνωσή του ο εκπρόσωπος του αμερικανικού ΥΠΕΞ, «ελπίζουμε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα καταλήξει σε συμφωνία με μία θετική απόφαση και για τις δύο χώρες, πριν τη Σύνοδο των Δυτικών Βαλκανίων – ΕΕ, τον Μάη του 2020».

Το υπόβαθρο όλων των τελευταίων εξελίξεων δεν είναι άλλο από την αντιπαράθεση μεγάλων συμφερόντων και τη διαπάλη για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, όπως για παράδειγμα στη Συρία και την Ανατ. Μεσόγειο, όπου η Γαλλία με την «ΤΟΤΑL» επιδιώκει να αποσπάσει το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο.

Αλλά και η Δανία, που επίσης μπλόκαρε την απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Β. Μακεδονίας και Αλβανίας, μόλις αυτήν τη βδομάδα έδωσε άδεια για να περάσει από τα χωρικά της ύδατα ο αγωγός φυσικού αερίου «Nord Stream» από τη Ρωσία προς τη Γερμανία, που κατασκευάζεται με σύμπραξη Γαλλίας, Ολλανδίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Βρετανίας και έρχεται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Παράλληλα, η στάση της Γαλλίας υπαγορεύεται από τη σφοδρή σύγκρουση για τον έλεγχο νέων αγορών, που συνιστούν «λεωφόρους» μεγάλης κερδοφορίας με πολύ σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές προεκτάσεις, ανοίγοντας όλη τη βεντάλια των ανταγωνισμών στη Βαλκανική.

Αμετακίνητος στόχος η «ευρωατλαντική ολοκλήρωση»

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών – μελών της ΕΕ τάχθηκαν ενάντια στη θέση της Γαλλίας. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η Γερμανία, χωρίς ωστόσο να τραβά το σκοινί. Βασική γραμμή της κριτικής τους προς τη Γαλλία είναι ότι πλήττει την πολιτική της ΕΕ στα Βαλκάνια, άρα αντικειμενικά ευνοεί τους βασικούς ανταγωνιστές της στην περιοχή, δηλαδή τη Ρωσία, την Κίνα, αλλά και την Τουρκία.

Ο αστικός Τύπος και αναλυτές συνηγορούν στο ότι αν η ΕΕ δεν εδραιωθεί στα Δυτικά Βαλκάνια σε αυτή την κρίσιμη οικονομικά και χρονικά συγκυρία, η διείσδυση των άλλων δυνάμεων μπορεί να επικαλύψει σχετικά γρήγορα την υπάρχουσα παρέμβασή της στην περιοχή.

Με μερίδιο περίπου 75%, η ΕΕ παραμένει μεν ο μεγαλύτερος εταίρος των Δυτικών Βαλκανίων στο εξωτερικό εμπόριο, αλλά τα δάνεια των χωρών αυτών από την Κίνα αυξάνονται, ο «δρόμος του μεταξιού» προχωράει, η κατασκευή αυτοκινητόδρομων και σιδηροδρομικών γραμμών με κινεζικά κεφάλαια επίσης.

Στον ενεργειακό τομέα, η Ρωσία έχει πατήσει για τα καλά πόδι, συν το ότι Ρωσία – Τουρκία έχουν σοβαρή παρέμβαση και στις μειονότητες, που τις διευκολύνει σε αρκετά ζητήματα. Ολα αυτά τα ζητήματα επιδρούν καθοριστικά στην πορεία της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης» της Βαλκανικής, που παραμένει στρατηγικός στόχος των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά τις καθυστερήσεις και τις παλινωδίες εξαιτίας των ισχυρών αντιθέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ και με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Το «παζλ» του Ευρωστρατού

Μέσα ακριβώς σ’ αυτόν το λαβύρινθο των ανταγωνισμών, η Γαλλία επιδιώκει να μπει πρώτα και κυρία η ίδια πιο δραστήρια με τους ομίλους της στα Βαλκάνια, που για διάφορους λόγους τα τελευταία χρόνια, μετά το 1990, δεν ήταν στις προτεραιότητές της. Οι ΗΠΑ, όπως άλλωστε και η Γερμανία, δεν καλοβλέπουν αυτό το γαλλικό ενδιαφέρον, γιατί έχουν τα δικά τους ισχυρά συμφέροντα στην περιοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση από την πλευρά της Γαλλίας επικεντρώνεται αυτήν την περίοδο στις ΗΠΑ, με τις οποίες εκφράζεται σύγκρουση συμφερόντων σε μια σειρά από μέτωπα.

Στην επιχείρηση αναβάθμισης του ρόλου της Γαλλίας μέσα και έξω από την ΕΕ, σοβαρό προβάδισμα έχουν πάρει οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, στους οποίους Γαλλία και Γερμανία έχουν πετύχει ένα σοβαρό εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία, πράγμα που συνδέεται με την επιδίωξη της ΕΕ για «στρατηγική αυτονομία» στην άμυνα (PESCO, Ευρωπαϊκό Ταμείο Αμυνας, Ευρωστρατός κ.λπ.).

Η Γαλλία επιμένει ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην ανάγκη ύπαρξης Ευρωστρατού «για την πιο αποτελεσματική άμυνα της ΕΕ» από την Κίνα, τη Ρωσία και τις ΗΠΑ. Θυμίζουμε ότι από τον Νοέμβρη του 2018, όταν εξελισσόταν ακόμα η συζήτηση για την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία για τα πυρηνικά μεσαίου βεληνεκούς, ο Μακρόν δήλωνε πως «το κύριο θύμα είναι η Ευρώπη και η ασφάλειά της», ώστε «να μπορεί να αμυνθεί μόνη της και να μην εξαρτάται από τις ΗΠΑ». Επομένως, σύμφωνα με τον Μακρόν, «δεν θα προστατεύσουμε τους Ευρωπαίους αν δεν αποφασίσουμε να έχουμε έναν πραγματικό ευρωπαϊκό στρατό».

«Λάδι στη φωτιά» από τη στάση των ΗΠΑ στη Συρία

Εξίσου αιχμηρός υπήρξε ο Μακρόν απέναντι στις ΗΠΑ και μετά το «πράσινο φως» που έδωσαν για την τουρκική εισβολή στη Βόρεια Συρία, αποσύροντας τα στρατεύματά τους από την περιοχή.

Ενισχυτικά σ’ αυτό, η κατεξοχήν «φωνή» του Μακρόν στο Ευρωκοινοβούλιο, η ευρωβουλευτής του κόμματός του, Loiseau, επικεφαλής της Επιτροπής Αμυνας του ΕΚ, ανέφερε πριν από λίγες μέρες σχετικά με τη Συρία ότι «η Ατλαντική Συμμαχία, η οποία έχει ως στόχο να χρησιμεύσει ως βάση για την ασφάλειά μας, χτυπήθηκε και φαίνεται να έχει παραλύσει. Αλλά πάνω απ’ όλα, πού είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση; Δεν μπορούμε να χαρούμε που ο ρόλος της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή ενισχύεται. Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με το γεγονός ότι ο Αμερικανός σύμμαχός μας μας θεωρεί αμελητέους στις επιλογές του. Εάν δεν αντιδράσουμε, η ιστορία θα είναι χωρίς εμάς και ίσως ακόμη και εναντίον μας. Ποτέ δεν χρειαζόμασταν τόσο πολύ στρατηγική αυτονομία όσο σήμερα. Δεν χρειαζόμασταν ποτέ τόσο πολύ μια ευρωπαϊκή άμυνα που να μας επιτρέπει να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, να επιβάλουμε να μας σέβονται και να σέβονται τις αξίες μας όταν οι συμμαχίες μας αποτυγχάνουν».

Αυτοί οι σχεδιασμοί στο πλαίσιο της ΕΕ έχουν προκαλέσει ανησυχία και εκνευρισμό στους Αμερικανούς, οι οποίοι, συν τοις άλλοις, έχουν μεγάλο πελατολόγιο πώλησης στρατιωτικών εξοπλισμών σε κράτη – μέλη της ΕΕ και δεν θέλουν να το χάσουν…

Ο «εμπορικός πόλεμος»

Σημαντικό κεφάλαιο στην αντιπαράθεση Γαλλίας – ΗΠΑ αποτελεί και η από πλευράς Γαλλίας επιβολή ψηφιακού φόρου 3% επί των εσόδων από ψηφιακές υπηρεσίες που παρέχουν στη χώρα επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών άνω των 25 εκατ. ευρώ και 750 εκατ. ευρώ παγκοσμίως. Πρόκειται για τον λεγόμενο φόρο «GAFA» (από τα αρχικά των αμερικανικών ομίλων «Google», «Apple», «Amazon», «Facebook»), ο οποίος έχει αναδρομική ισχύ από τις αρχές του 2019 και πλήττει καίρια τις αμερικανικές εταιρείες. Ανάλογη αντιπαράθεση υπάρχει και για τον έλεγχο της τεχνολογίας δικτύων.

Ο εκατέρωθεν «εμπορικός πόλεμος» ΗΠΑ – ΕΕ στην περίπτωση της Γαλλίας περιλαμβάνει και ένα επιπρόσθετο κόστος, που αυτή δέχεται από τους δασμούς των ΗΠΑ στα τυριά και τα κρασιά της, σε δύο προϊόντα δηλαδή στα οποία κατέχει πρωτοπόρα θέση στις παγκόσμιες εξαγωγές. Γάλλοι βιομήχανοι ζητούν μάλιστα από την κυβέρνηση να εφαρμόσει αντίποινα με δασμούς στην «Coca – Cola». Η Γαλλία επηρεάζεται επίσης και από τους φόρους σε ατσάλι και αλουμίνιο, αφού διαθέτει σιδηρουργική βιομηχανία.

Χρειάζεται τέλος να συνυπολογιστεί (χωρίς αυτό να είναι το κύριο, όπως προβάλλεται από τα αστικά ΜΜΕ) η πολιτική αξιοποίηση από τη γαλλική κυβέρνηση του μπλοκαρίσματος στην ενταξιακή διαδικασία της Αλβανίας και της Β. Μακεδονίας ως κίνηση για την αποτροπή νέων μεταναστευτικών ροών, δεδομένου ότι στη Γαλλία οι Αλβανοί είναι οι δεύτεροι σε πληθυσμό που αιτούνται άσυλο. Κίνηση που αποδίδεται προκειμένου ο Μακρόν να αποσπάσει δυνάμεις από την Λεπέν.

Το «μάλε – βράσε» μέσα στην ΕΕ

Η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ δεν μπορεί βέβαια να επισκιάσει μια σειρά σκληρών αντιπαραθέσεων που «τρέχουν» αυτή την περίοδο μέσα στην ΕΕ, με αιχμή τον προϋπολογισμό της και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο έως το 2027, όπου η Γαλλία αρνείται την πρόταση της φιλανδικής προεδρίας για προϋπολογισμό ίσο με το 1,1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και επιτίθεται στο ακόμα χαμηλότερο 1% που προτείνει η Γερμανία. Αν και αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί να λυθεί άμεσα, οι τριβές επηρεάζουν όλο το φάσμα της πολιτικής της ΕΕ.

Οπως δήλωσε ο Μακρόν μετά τη Σύνοδο Κορυφής, «αυτοί που θέλουν τη διεύρυνση δεν μπορούν να μιλάνε για 1% στον προϋπολογισμό της ΕΕ». Ανάλογες αντιπαραθέσεις βρίσκονται επίσης σε εξέλιξη για τα μερίδια κάθε κράτους – μέλους στη νέα ΚΑΠ, τις προδιαγραφές των «πράσινων στόχων» στο όνομα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, όπως και για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ενωσης και της Ενωσης κεφαλαιαγορών που συνιστούν πρόσθετα σημεία τριβής.

Συμπερασματικά, η κίνηση της Γαλλίας να μπλοκάρει την ενταξιακή πορεία Β. Μακεδονίας και Αλβανίας στην ΕΕ εξηγείται από τη μειονεκτική θέση που έχει στα Βαλκάνια αυτή τη στιγμή, έναντι των βασικών ανταγωνιστών της, την οποία επιζητά να αναβαθμίσει κερδίζοντας χρόνο, με «εργαλείο» πίεσης και την άρση του βέτο στη διαδικασία της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης», αποσπώντας κέρδη και ανταλλάγματα για τα μονοπώλιά της στην περιοχή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, έχει ενδιαφέρον και μια σχετική αναθέρμανση των σχέσεων Γαλλίας – Ρωσίας αυτήν την περίοδο.

Σε ό,τι αφορά, τέλος, τη Γερμανία, παρά την εναντίωσή της με τη Γαλλία σε μια σειρά από ζητήματα, προτίμησε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της στη γαλλική κίνηση «εντός των πλαισίων», γιατί η «αντιαμερικανική» ατζέντα που προβάλλει ο Μακρόν τη διευκολύνει, τουλάχιστον σ’ αυτήν τη φάση. Και οι δύο χώρες υπολογίζουν ότι τους παίρνει ακόμα ο χρόνος μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής το Μάη του 2020 στο Ζάγκρεμπ να λύσουν βασικούς μεταξύ τους «λογαριασμούς» και αυτούς με τις ΗΠΑ, χωρίς – όπως εκτιμούν – να επωφεληθούν η Κίνα και η Ρωσία στα Βαλκάνια.

Ευρωπαίος επίτροπος Διεύρυνσης: Οι Βρυξέλλες εμφανίζονται να αθετούν τις υποσχέσεις

Ο Ευρωπαίος επίτροπος Διεύρυνσης, Γιοχάνες Χαν, παρατήρησε από την πλευρά του πως οι Βρυξέλλες εμφανίζονται να αθετούν τις υποσχέσεις τους, με το «μπλόκο» σε Βόρεια Μακεδονία και Αλβανία.

Σημειώνεται ότι παρότι η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ υποστήριξε την ενταξιακή προοπτική των δύο χωρών, κατά τη συνάντηση που είχε με τον Μακρόν έκανε σαφές ότι τάσσεται υπέρ της γαλλικής άποψης για αναμόρφωση των διαδικασιών διεύρυνσης.