Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ζωή Δικταίου: Άκου Ευρώπη / Europe Listen

Καλότυχη δεν θα ’λεγα στις μέρες μας,
πως είσαι Ευρώπη
και δεν θα νιώθεις τη χαρά που άλλοτε
στις παρυφές της Δίκτης, έδρεψες σε άλσος ιερό,
με στάχια ώριμα του θερισμού
και δάφνες στο κεφάλ
με τους καρπούς του Έρωτα
και τα μήλα του πόθου στα χέρια.
Τις έγνοιες και τους κόμπους απ’ τη σκέψη σου
δεν έχεις βρει τρόπο να λύσεις,
ακόμη αγαπημένη.
Μάταια ψάχνεις να κρυφτείς
μέσα στην άβυσσο που έχτισες
μάταια, γιατί οι ναοί σου γέμισαν θυσίες
και θρήνοι αντηχούν στις ρεματιές σου,
μάταια, γιατί η αναπάντεχη ώρα έφτασε
γιατί, κρατώ στο χέρι εγώ τον κεραυνό,
μην το ξεχνάς,
ο νους σου θα γυρίζει πάντα εδώ τις νύχτες
κι εδώ θα σβήνεις την ξανθή σου φλόγα.
Να ξέρεις,
άλλους ύμνους δεν θ’ ακούσεις την αυγή
να υψώνονται για εσένα στους αιθέρες
και λόγια απ’ τα ουράνια βάθη
δεν θα ειπωθούν ξανά
όσο η αρετή σου πλέει μες στο βούρκο
και εσύ σε σάπια πέλαγα
αφήνεις να βουλιάζει η στέρεη δόξα σου.
Όχι, πριν η λαχτάρα σου
για το καινούριο αγκάλιασμα φανερωθεί
όχι, πριν δέσεις τη λευκή κορδέλα
στο λαιμό του ταύρου
και πλύνεις με το δάκρυ σου
το αίμα και το κρίμα
από χιλιάδες που άφησες πληγές
ν’ ανοίξει ο εγωισμός,
όχι, πριν του Ζέφυρου οι πνοές
διαλαλήσουν στα πέρατα του κόσμου
πως θέλεις να είσαι, δική μου,
για να μείνεις η Ευρώπη του μύθου,
δική μου, στο δικό μου ακαταμέτρητο σύμπαν.
Όχι και στο θυμό μου, γενναιόδωρος μαζί σου,
δεν θέλω να γυρνάς με πείσμα αλύγιστο,
χωρίς να έχεις την ταυτότητα που σου έδωσα
όχι θνητή, εσένα που σου φύσηξα θεία πνοή και φως
μεθώντας με το ρόδινο βελούδο των χειλιών σου,
νεκρή και σκοτεινή ψυχή
δεν θα σε θέλουν οι αιώνες που έρχονται
και θα ρωτήσει η Ιστορία, τους αιώνες.
Πως γίνεται να λησμονάς το ρίσκο σου
να με ακολουθήσεις στο ταξίδι,
θυμήσου θυγατέρα των κέδρων της Ανατολής,
Ευρώπη, που σε ανάθρεψε η Φοινίκη
με άσπρο χυλό και μέλι,
όταν στην Κρήτη φτάνοντας σε αγκάλιασα
στο χώμα κοίταζες κατακόκκινη και ντροπαλή
η Κρήτη, ευλόγησε την ένωση μας…
Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις
απ’ τη χαραμάδα της μνήμης,
το Μάη, όταν ανθούν οι παπαρούνες στον κάμπο
έχουν το χνούδι των χειλιών σου,
απ’ τα φιλιά και τους χυμούς που πότισαν τη γη
και τώρα, πως δε λογαριάζεις
τίποτα απ’ τα ακριβά που έζησες
και πως ατίμητα στεφάνια θέλεις
να φορείς με ψεύτικα στολίδια
και είναι η βούληση σου εκδικήτρα κι άδικη.
Γιατί τα πλήθια κύματα του Αιγαίου δεν ακούς
παρά ποθείς τις συμφορές και τους θανάτους των λαών
κι αμέτρητους τρόπους μηχανεύεσαι
για να γεννάς κακομοιριές και πάθη.
Αφήνεις δίχως έλεος, άσπλαχνα,
να παίρνουν αποφάσεις, άρχοντες λέει,
μα δεν είναι οι άρχοντες σου θεοτίμητοι,
και συ θαρρείς πως κάθεσαι ειρηνικά στο θρόνο,
μα δεν ακούς… ο πόλεμος σέρνεται γύρω σου.
Ευρώπη, δεν είναι οι Κορύβαντες Κουρήτες
που χτυπούν τα κύμβαλα
δεν είναι ο χορός της μύησης σου,
και τα τραγούδια, δεν είναι των Μουσών.
Ήχοι βαρβάρων, που έχουν πόθο αψύ τον πλούτο
και παραχορτασμένοι που την ύβρη υπηρετούν
αυτοί, το θάνατο σου μηχανεύονται με αυθάδεια
και μοίρα ολέθρου σου ετοιμάζουν για ξημέρωμα.
Ευρώπη, ποιος να σε ξυπνήσει από το λήθαργο,
στον ύπνο σου, άλλοι,
σχεδιάζουν σπαραγμούς και οδύνες
υψώθηκαν πάνω απ’ το μέτρο οι μνηστήρες
και θαρρούν πως τράνεψαν, τόσο,
για να μπορούν και τους θεούς να μέμφονται
πικροί αντίπαλοι μ’ αδικομαζωμένα κέρδη
αδείλιαστα τη μοιρασιά έχουν βάλει στο βωμό
καταραμένοι και ξεδιάντροποι θα σβήσουν στον αιώνα.
Έτσι όπως είσαι, δεν σου αξίζουν ρόδα ανθισμένα
μισώ τους τρόπους σου, μα όχι εσένα,
αστραφτερό το βλέμμα πια δεν έχεις
και η μέρα ήρθε που τη δόξα τερματίζει
ήρθε, με τον ψίθυρο που δεν ήθελες να ακούσεις
κι ήταν δικός μου ο ψίθυρος,
αυτόν που ο Νότος, μέσα από χιλιάδες φυλλωσιές
πάσκισε να σου φέρει, με το φεγγάρι στο κανίσκι
και τα άστρα στα δίχτυα,
να σου θυμίσει τ’ αφρισμένα κύματα που πέρασες
σαν άστραφτε το φιλντισένιο σώμα σου
κάτω από τον ήλιο της Δήλου
και απ’ το κρασί που ήπιες και μέθυσες
είχε κρατήσει το άρωμα,
για να σε πείσει να λυγίσεις
μα εσύ, είσαι ήδη
στα στενά της Χάρυβδης παραδομένη.
Αύριο… Ευρώπη,
όταν τη σκουριασμένη διαμαρτύρηση
από την πόρτα που έκλεισες θ’ ακούς,
μόνη θα ’ρθεις, ικέτιδα με δίχως όνομα,
στο δρόμο το στενό
της ανελέητης ανάγκης σα βρεθείς
την αλυσίδα σου, στα πόδια μου να ρίξεις.
Τα πληγωμένα μου αγάλματα θρηνούν
μα όχι τόσο για τα σπασμένα μέλη τους,
όσο γι’ αυτή την ξενιτιά που όρισες πατρίδα.
Βαριά τα βλέφαρα σου κλείνεις
θαρρείς και δεν αισθάνεσαι πως δεν ανήκουν
σε κανένα από τα βάθρα σου, οι Καρυάτιδες
και η Αφροδίτη και η Νίκη κι ο Αρπιστής
και η πληγωμένη μου, η γενναία Αμαζόνα
και τ’ άλλα σμιλεμένα μάρμαρα,
δικά μου, ταγμένα
στα μεγάλα μου ιερά να στέφονται
με καταπόρφυρες ροές από το άρμα του ήλιου
αγγέλλοντας το δίκαιο όρκο της τιμής και της ζωής
όταν η αγάπη των κοινών θνητών
πυργώνει πιο ψηλά από τα νέφη και τον Όλυμπο
τον αθάνατο Έρωτα και το υφάδι της Ελευθερίας
χαλκεύοντας τους νόμους της φυλής
στ’ αμόνι της αλήθειας.
Θα μου γυρέψεις αμοιβή της αρετής,
μα δεν θα λάβεις, ποιας αρετής,
βλέπεις, λησμόνησες τη θεία Ευγνωμοσύνη
κι εγώ, μετρώ τ’ αποκεφαλισμένα όνειρα.
Σαν τι θα γίνεις, αν εκείνα που σου χάρισα
στης λήθης το ποτάμι αφήσω να κυλήσουν,
πως λόγο θα αρθρώσεις για τον Έρωτα
και στην ψυχή, ποια θεραπεία, με ποια λέξη,
σε ποιο αμφιθέατρο η Δημοκρατία να υμνηθεί
και πως ο ενθουσιασμός να σε οδηγήσει σε συμπόσια,
η μελωδία, η αρμονία, ο χορός, που θα βρουν θέατρα,
και πως θα αποκαλείς τις πιο μεγάλες σου ορχήστρες.
Ακαδημία και φιλοσοφία και φαινόμενα και σκέψη
δώρα, προικιά πολιτισμού
πιότερο κι απ΄ του κόσμου το χρυσάφι
ακριβό το πνεύμα.
Σκέψου, όταν μελαγχολήσεις από φόβο,
που θα βρεις φωνή να το ιστορήσεις.
Μα πάλι, δεν μπορώ να σ’ αρνηθώ
γι’ αυτό πλατεία σου ετοίμασα
ανάβοντας ξανά αρχαίους πυρσούς,
στη Δίκτη, εκεί πρώτη φορά, στο λίκνο μου
σε κλίνη από μάρμαρο λευκό περίτεχνο,
τρύγησα του ανθοστόλιστου κορμιού σου
τη χαρά και τη συγκίνηση
και εσύ την πιο τρανή τη δόξα,
τότε κέρδισες, Ευρώπη.
Λύρα εφτάχορδη σου πρόσφερα, ν’ ακούς,
να μη μπορείς να κρατηθείς μακριά
κι από τη φλογισμένη αστραπή του πόθου σου,
ποτέ να μην λυθείς και να ξεφύγεις.
Ο χρυσαετός θα λύσει τον αρχαίο χρησμό σε Ανατολή
αγέννητο παιδί θα στο μηνύσει
και με λαχτάρα
για το γυρισμό σου θα μιλήσεις
στη Δύση, με έργα βαθυστόχαστα,
έδωσε η μάντις η τυφλή απάντηση στο χρόνο,
σαν καταλάβεις πως σε χθόνιο αγώνα σε τραβούν
και σπέρματα κακού φυτρώνουν,
όλο πιο πολλά στη γη σου,
την ώρα που αψηφάς τον κίνδυνο που ελλοχεύει,
γυρνάς δήθεν αμέριμνη,
με το χυδαίο χιτώνα της αλαζονείας
αυτόν που σε έχει αλλοτριώσει
και παιανίζεις την αυτοκαταστροφή, τρελή,
στη συνδιαλλαγή με τους εμπόρους του θανάτου.
Ιέρειες του πόνου άλλες
δεν θα βρεις να σε υπηρετήσουν
στον κύκλο του Έρωτα αγιάζει η συμφιλίωση
κι είναι το νήμα ασήμι και χρυσό μιας άλλης έλευσης.
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, το προσωπείο να πετάξεις
κι αυτά τα χάρτινα κλειδιά του δεσμοφύλακα
τα βρόμικα, να ρίξεις στην πυρά
κι όχι ψυχές, λάθη που είχες κάνει κι άλλοτε…
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, αψίδα Ειρήνης θα σου πλέξω
με μυρτιές και κληματόβεργες
απ’ τα ηφαίστεια νησιά
από την τυραννία και το χλευασμό να σε γλιτώσω.
Θα μείνω εδώ, η ελπίδα αντέχει
στη χώρα που γεννήθηκε το φως
να περιμένω, στ’ αλώνια τα πανσέληνα
εδώ που ξύπνησε
η καρδιά κι ο νους της οικουμένης
έλα, ν’ αφουγκραστείς απ’ την αρχή
το μέλλον σου, Ευρώπη.

Αύριο… εν ονόματι της Αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα, καλοκαίρι του 2015

 

Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από την Γεωργία Λαπατά:

 

Europe Listen

Nowadays Europe, I would not say
that you are fortunate
and you will not feel the joy
that you once gathered
on the outskirts of Dykte
in a sacred grove
with ears ready for harvest
and laurels on your head
with the fruits of Love
and the apples of lust in your hands.
My beloved, you have not found a way
to get the anxieties and the knots
out of your mind yet.
In vain, you seek to hide
in the abyss you have created
in vain, because your temples are full of sacrifices
and lamentations echo in your ravines,
in vain, because the unexpected time has come
because I do hold the thunderbolt in my hand
do not forget that.
Your mind will always be back here in the nights
and here you will blow out your golden flame.
Be aware
at dawn you will not listen to any other hymns
elevating for you in the sky
and words from the divine depths
will not be uttered again
since your virtue floats in the mire
and you let your great glory sink
in a rotten ocean.
No, before your craving
for the new embrace is revealed.
No, before tying the white ribbon
to the bull’s neck
and washing with your tear
the blood and the sin
from thousands of wounds which you let
your selfishness open up.
No, before Zephyrus’* breaths
declare to the ends of the world
that you really wish to be mine,
to remain that very Europe of mythology,
mine, in my own immeasurable universe.
No, even in my anger, I am generous with you,
I do not want you to behave with inflexible obstinacy
without keeping the identity I gave you,
not mortal, because I blew divine breath and light into you
intoxicated by the rosy velvet of your lips.
The coming centuries will detest you,
dead and obscure soul,
because History will ask the centuries.
How come that you forget your risk
to follow me throughout the journey.
Remember, daughter of the cedars of the East,
Europe, who were brought up by Phoenicia*
with white pap and honey,
when, upon arriving in Crete, I embraced you
while you had your eyes on the ground, blushed and shy.
Crete blessed our union…
In May you can only look through the crack of memory,
when the poppies blossom in the plain,
they have the fluff of your lips
from the kisses and juices that watered the soil
and now, taking no account of
the precious moments you lived,
you want to wear
dishonourable wreaths with fake ornaments
and your volition is revengeful and unjust.
Why do you not listen to the multitude of waves of the Aegean Sea
instead of longing for the tribulations and deaths of the peoples
contriving innumerable ways
to generate misery and ordeals.
You let the alleged leaders make decisions
without mercy, pitilessly,
but your leaders are not god-honourable
and you think you are sitting peacefully on the throne
but you do not hear that the war is crawling around you.
Europe, they are not Korybantes Kouretes*
who beat the cymbals,
it is not the dance of your initiation
and the songs are not those of the Muses.
It is barbarians’ sounds
who have an immense craving for wealth
and overglutted, they serve the Insult.*
They are the ones who contrive your death with impertinence
and they prepare a pernicious destiny for you at dawn.
Europe, who will wake you up from lethargy,
during your sleep, others plan wails and pains
the aspirants overestimated their capabilities
and believe that they are so great
that they can reproach even the gods.
They are bitter opponents with ill-gotten gains
who have insolently placed the sharing on the altar
but they will end up cursed and shameless
and will be effaced in the future.
As you are now, you do not deserve blossomed roses.
I hate your manners, but not you.
You do not have a sparkling glance any more
and the day has come that your glory terminates.
It has come with the whisper you refused to hear
and that whisper was mine.
The one which the South, through thousands of foliage,
tried to bring you with the moon
in an ornate basket
and the stars in the nets
to remind you of the foamed waves you passed
when your ivory body glittered
under the sun of Delos.*
The South had kept the aroma
from the wine you had and got drunk
to persuade you to be compassionate
but you, you have already surrendered
to the narrow pass of Haryvdis.*
Tomorrow… Europe,
when you hear the rotten protest
from the door you closed,
you will come alone, a nameless suppliant,
and when you find yourself
in the narrow street of merciless need,
you will throw your chain in front of my feet.
My wounded statues lament
but not so much for their broken limbs
as for your sending them abroad to foreign lands
which you defined as their home.
You close your eyelids heavily
as if you do not realise
that Caryatids, Venus, Victory, Harpist,
my brave wounded Amazone
and all the other sculptured marbles
do not belong to any of your pedestals.
They are mine,
predestined to be crowned at my sacred altars
with purple flow from the chariot of the sun
announcing the righteous oath of honour and life
when the love of mortal people
elevates higher than the clouds and Olympus,*
than the immortal Love and the weft of Liberty,
forging the laws of the nation
on the anvil of truth
you will ask for a reward of virtue from me
but you will not receive it,
after all, which virtue,
you see, you are oblivious of the holy Gratitude
and I merely count the decapitated dreams.
What will become of you, if I let, all those I gave you away,
drift in the river of oblivion,
how you will articulate words about Love
and which remedy for the soul, with which words
and in which amphitheatres Democracy will be hymned
and how the elan will lead you to symposia.
Where melody, harmony and dance will find theatres
and how you will call your great orchestras.
Academy, philosophy, phenomena and thought
are gifts, dowries of civilisation,
because intellect is more valuable
than all the gold of the whole world.
Think about it, when you feel melancholy due to fear
where you will find the voice to recount it.
Nevertheless, I cannot renounce you
that’s why I have adorned a square for you
lighting ancient torches again,
at Dykte, my cradle, where for the first time
I gathered the joy and the emotion
of your flowery body
on my bed made of fine white marble.
It was at that time Europe that you won the greatest glory.
I offered you a seven-string lyre to listen to
so that you cannot stay away
and you can never be free to escape
from the burning lightning of your lust.
The golden eagle will solve the ancient oracle in the East
an unborn child will bring you the message
and you will longingly speak about your return
in the West with deeply thoughtful deeds
because the blind prophetess has given the answer through the years.
Then you will realise that you are trapped in an infernal struggle
because more evil seeds grow in your land
while you are defying the lurking danger.
You wander around as if you are carefree
wearing the vulgar cloak of arrogance,
the one which has alienated you,
and playing the paean of your self-destruction, insane,
while conversing with the dealers of death.
You will not find any other priestesses of pain to serve you,
in the circle of Love reconciliation sanctifies
and the thread is silver and gold of another coming.
I will stay here, hope endures
in the country where the light was born,
and wait, until you throw away the mask
and throw those dirty paper keys of the jailer into the fire
rather than the souls, as the mistakes you once made…
I will stay here, hope endures
in the country where the light was born,
and wait, I will make you an arch of Peace
with myrtle and vine branches
from the volcanic islands
because I want to save you from tyranny and derision.
I will stay here, hope endures
in the country where the light was born
and wait, in the full moon threshing-floors
here, where the heart and the mind
of the whole world awoke
come here Europe to listen to your future
right from the start.

Translated into English by
Georgia Lapata
June 2017

Comments
1. Zephyrus: He is the Greek god of the west wind. The gentlest of the winds, Zephyrus is known as the fructifying wind, the messenger of spring.

2. Phoenicia: It was a thalassocratic ancient Semitic civilization that originated in the Eastern Mediterranean.

3. Korybantes Kouretes: When Zeus was born, his mother Gaia took him to Crete and hid the child Zeus in a “ steep cave “. Korybantes beat the cymbals as intended to drown out the infant god’s cries, and prevent his discovery by his cannibal father Cronus.

4. Insult: It describes behaviour that defies the norms of behaviour or challenges the gods, and which in turn brings about the downfall, or nemesis, of the perpetrator of insult.

5. Delos: The island of Delos is one of the most important mythological, historical and archaeological sites in Greece.

6. Charybdis: It was a sea monster, later rationalized as a whirlpool and considered a shipping hazard in the Strait of Messina.

7. Olympus: In Ancient Greek religion and mythology, Olympus was the home of the Twelve Olympian gods. The Throne of Zeus hosted solely him, the leader of the gods. From there he unleashed his thunderbolts expressing his divine wrath.