• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ζωή Καρέλλη, σεμνή παρουσία στην ποίηση

Η Ζωή Καρέλλη που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1901 και πέθανε το στις 17 Ιούλη 1998.

Ξεχώρισε  με το έργο της, αλλά και με τη σεμνή παρουσίασή της στο χώρο των Γραμμάτων και της Τέχνης. Μέσα από την ποίησή της εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία και σκιαγραφεί τον έρωτα, τη μοναξιά, το πέρασμα του χρόνου και το θάνατο. Η καλλιτεχνική της δημιουργία, είναι επηρεασμένη από όλα τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα μας και τους ανθρώπους της γενιάς της. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1935, ενώ το 1940 θα εκδώσει τη συλλογή “Πορεία”.

«Ολόκληρο το έργο της διαπνέεται από σεβασμό και εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, από έντονο κοινωνικό προβληματισμό, που την οδηγούν σε συνειδητή στάση ζωής για κρίσιμα ζητήματα που δοκιμάστηκαν στην εποχή μας. Ο πόλεμος και η Κατοχή του ’40 τη γεμίζουν οργή και της εμπνέουν μερικές από τις καλύτερες ποιητικές σελίδες. Υμνεί με χάρη και πάθος την ειρήνη. Οσο αγαπάει τη ζωή, άλλο τόσο μισεί τον πόλεμο. Η ποιήτρια της Θεσσαλονίκης δίνει συγκλονιστική περιγραφή από το δράμα της Κατοχής, όπως το αποτυπώνει μέσα στους δρόμους της πεινασμένης πόλης. Και είναι ο ποιητικός της οίστρος απαράμιλλος, όταν υμνεί τους αγώνες της Γυναίκας – Μητέρας για ανεξαρτησία και ισοτιμία» (Από την ανακοίνωση της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ με την αναγγελία θανάτου της ποιήτριας).

Πόθοι

Πόθοι νεανικοί,

σαν πολύ ωραίοι, νεανικοί εραστές,

με άψογη την αγνότητα της ορμής,

μ’ απαράμιλλη περηφάνεια κι ευγένεια.

Έσβησαν.

Όπως για κάποιους νέους λεν,

πως ο θεός τους αγάπησε

και νέοι πεθάναν.

Ίσως να εξαφανίστηκαν δίχως επιστροφή,

κάποιαν ωραία βραδιά,

με πλήρες φως, μελιχρό, της σελήνης.

H εκδοχή, πως ανίερα χέρια

τους έπνιξαν σε άνομα πάνω κρεβάτια,

σε δωμάτια για φτηνή ηδονή,

– ας την αποτρέψουμε,

τούτη την αποτρόπαια σκέψη.

Tα φαντάσματα που ξανάρχονται

ανήσυχα των πόθων,

πανέμορφα, τραγικά πρόσωπα,

ομολογούν κάποιο έγκλημα,

εν τούτοις.

 

Tου Kαλοκαιριού, III

Άψογα και προπάντων ζωντανά,

ωραία σώματα νεανικά,

τούτη ζητώ τη βεβαιότητα.

Mη μου θυμίσεις την αρετή,

έχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά

με σκελετό χρυσό, φυλάγει

από το φως τ’ άχροα μάτια της.

Έχει αραιά μαλλιά, κοκκινωπά,

ασπριδερή επιδερμίδα, όλο φακίδες

κιτρινωπές.

Πες, αν μπορεί

να καταλάβει μια τέτοια γυναίκα

την υπερηφάνεια που χαρίζει ο ήλιος

στο λαμπρό σώμα, εφηβικό,

εκείνου του εφήβου ακριβώς,

που στάθηκε γυμνός και όρθιος,

στην πλώρη της άσπρης βάρκας.

Περνούσε το βαποράκι

της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά

και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά,

χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες.

 

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

Τούτ’ οι περίσκεπτοι, κρυφά τόσο υπερήφανοι, Ιουδαίοι

του βασιλέως καλεσμένοι, υποχωρητικοί,

πώς δέχτηκαν τα ιερά βιβλία τους,

το διαλεχτό, ξεχωριστό τους λόγοι,

την πνευματική οικοδομή του παιδειμένου έθνους των

να παραδώσουν σε ειδωλολάτρες;

Αντιπρόσωποι αυτοί του περιούσιου λαού,

του μόνου αληθινού Θεού οι αγαπητοί,

πώς δέχτηκαν να πλάσουν σ’ άλλη γλώσσα

τη λαλιά τους;

Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων

κι’ η γλώσσα η Ελληνική, μοναδική,

στην έξοχη ακμή της, εκείνη

που στην έντασή της, παίρνει μια λάμψη

τραγική σχεδόν, καθώς πάει ν’ αποδείξει, ίσως

τι σημαίνει η απεριόριστη ελευθερία.

 

Η γλώσσα η Ελληνική,

στην αυστηρή ομορφιά της και στην ορθή οξύτητά της,

η θαυμάσια γλώσσα, αυτή

είχε γοητέψει τους ιερούς Εβραίους

και δέχτηκαν, περίπου τρεις αιώνες π.Χ.

να φανερώσουν εκείνη την αναμονή,

όπου, μοιραία πια, δεν θα επαληθεύονταν δική τους.