• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΗΜΕΡΑ ΜΗΤΕΡΑΣ – ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ

Παρουσιάζει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Μια αναλυτική παρουσίαση του βιβλίου ΜΑΝΑΑΑ… της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου-Χαλβατζή

Και η παγκόσμια μέρα της μητέρας, όπως και η μέρα της γυναίκας, έχει καταντήσει μια εμπορική φιέστα με σχόλια μελό, αφιερώματα γλυκανάλατα, μηνύματα αντιδραστικά –γεμάτα κοινωνικού αυτοματισμού, αλλά και συνειδητά δουλεμένα – για το «προορισμό» της γυναίκας για ένα και μόνο ρόλο, αυτό της αναπαραγωγής του είδους. Κατά τ’ άλλα, οι διαφημιστικές εταιρείες παροτρύνουν στην αγορά πλυντηρίου, σίδερου, ηλεκτρικής σκούπας για να διευκολύνεται η μητέρα στο βασικό της ρόλο   – ο καθένας ανάλογα με την τσέπη του – καρφώνοντας τη συνείδηση μονόπλευρα στον ρόλο της εξυπηρέτησης των άλλων. Και βέβαια δεν λείπουν και τα λουλούδια. Φυσικά απευθύνονται στη μεγάλη πλειονότητα, μια και στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα τα πρακτικά προβλήματα είναι λυμένα.  Παρ’ όλο που ο τίτλος του βιβλίου που θα αναλύσουμε εδώ, δίνει με την πρώτη ματιά αφορμή για παρερμηνείες σ’ ό, τι αφορά τον «αρχέγονο» ρόλο του γυναικείου φύλου, η ουσία του βιβλίου ανοίγει ενδιαφέροντες ορίζοντες και εστιάζει σε πτυχές που σπάνια θα τα βρούμε στην παγκόσμια λογοτεχνία. Μιλάμε για το ΜΑΝΑΑΑ…της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου που η πρώτη έκδοσή του κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Η διαλεκτική της δημιουργίας της ζωής

Ο τίτλος του βιβλίου είναι μια κραυγή, δίνει μια καθολική, παγκόσμια διάσταση περνώντας όλα τα σύνορα, παρ’ όλο που τα διηγήματα διαδραματίζονται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Είναι μια κραυγή από το βάθος του χρόνου και «από τα σωθικά της γης» με τα λόγια της συγγραφέα. Μια πανάρχαια κραυγή από την οποία αρχίζει και στην οποία καταλήγει όλη η ζωή. «Και εποίησα Ανθρωπο»  είναι ο τίτλος του τέταρτου αφηγήματος και στον επίλογο διευκρινίζεται ότι το βιβλίο δεν φωτίζει μονόπλευρα τη γυναίκα, αλλά ένα ενδιαφέρον διαλεκτικό δίπολο. Έτσι διαβάζουμε: «Αλλά το τραγούδι ετούτο της μητρότητας δεν το τραγούδησα μόνη. Δε θα μπορούσα να το τραγουδήσω μόνη. Γιατί η φύση έπλασε το θηλυκό και το αρσενικό σαν ενιαίο δίπολο της ζωής και, εκείνη, στην εξέλιξή της εξύψωσε τη γυναίκα και τον άντρα σε συντρόφους. Σου οφείλω, λοιπόν, σύντροφέ μου, τη μητρότητά μου. Γιατί με το δικό σου σώμα και τη δική σου αγάπη έγινα μάνα, συνδημιουργέ και πατέρα των παιδιών μου» (σελ. 231).  Επομένως, συνδημιουργός ο άντρας και όχι κυρίαρχος. Η ιστορία σε ισορροπία, στο φυσιολογικό διαλεκτικό δίπολο δρόμο της, τον οποίο είχε χάσει από τα αρχαία χρόνια, όταν με την επιβολή της ταξικής κοινωνίας και- λόγω ατομικής ιδιοκτησίας- η γυναίκα περιορίστηκε κυρίως στον αναπαραγωγικό της ρόλο ως παθητικού δέκτη του σπόρου-σπέρματος με τον άντρα να θεωρείται πια δημιουργός της ζωής, το ενεργό στοιχείο. Μια εξέλιξη που ο Φρίντριχ Ένγκελς χαρακτήρισε «παγκόσμια ήττα του γυναικείου φύλου» και που ανακλάται στη λογοτεχνία, όπως στην τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια» και δη στο τρίτο μέρος «Ευμενίδες», όπου αντανακλάται η ιστορική διαπάλη της ανερχόμενης πατριαρχίας (ανάγκη της ατομικής ιδιοκτησίας για να εξασφαλίζει την πατρότητα) με την μητριαρχία που αντιπροσώπευε το παλαιότερο καθεστώς το οποίο έχανε έδαφος με την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων ως συνέπεια της αλλαγής του τρόπου παραγωγής. Το γυναικείο φύλο απαξιώθηκε πια και περιορίστηκε η βασική σημασία της στην αναπαραγωγή του είδους κυριαρχούμενο απ’ αυτούς που είχαν την παραγωγή στα χέρια τους και ήθελαν, γι αυτό, να ελέγχουν και την αναπαραγωγή. Στην ως άνω τριλογία ο Απόλλων εκφράζει γλαφυρά τη νέα αντίληψη με το επιχείρημα που επισφραγίζει στο επίπεδο των σχέσεων την κατάργηση της μητριαρχίας:

«δεν είναι η μάνα που γεννά αυτό που λένε

παιδί της. Θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα

Ο άντρας που σπέρνει, αυτός γεννά. Κείνη σαν ξένη

το φύτρο σώζει, αν ο θεός γερό τ’ αφήσει».

Απόφθεγμα-καταδίκη που προσκρούει ακόμα στην ίδια τη ρίζα των λέξεων «γυναίκα-γέννα». Αυτά τα έργα οπωσδήποτε αντανακλούν μια τεράστια αλλαγή στον τρόπο παραγωγής που εξελισσόταν βαθμιαία στη διάρκεια αιώνων και που εδώ περιγράφηκε σχηματικά, γιατί δεν είναι του παρόντος μια εκτενέστερη ανάλυση. Πιστεύω, ότι ο τίτλος «Και εποίησα Άνθρωπο» στο τέταρτο αφήγημα της παρούσας έκδοσης δεν είναι τυχαίος. Το διέπει η διαλεκτική της φύσης, όπου το μόνο απόλυτο είναι η αέναη αυτοκίνηση της ύλης. Αν ο αναγνώστης νομίζει τώρα ότι έχει να κάνει με ένα δύσκολο, επιστημονικό βιβλίο που απευθύνεται στους λίγους, κάνει λάθος. Το αφήγημα-επίλογος είναι το φιλοσοφικό επιστέγασμα μιας γιατρού-συγγραφέα που παρατηρεί μέσα της τη δημιουργία της νέας ζωής και που μετά από ένα μονόλογο έρχεται σε διάλογο με το αγέννητο παιδί της παρατηρώντας τα «μικροσκοπικά, αόρατα κύτταρα» στα σπλάχνα της, τη δημιουργία της ζωής. Τα τρία διηγήματα που προηγήθηκαν προσγειώνουν τον αναγνώστη στη σκληρή πραγματικότητα. Θα πάμε σε τρεις γυναίκες, τη Βαγγελιώ, τη Φραγκούλαινα και τη Λέγκω, γυναίκες του χωριού, του μόχθου, αγρότισσες κοντά στη γη, στην πρωτογενή παραγωγή. Από διήγημα σε διήγημα υπάρχει μια κλιμάκωση στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά και στο μπόι των πρωταγωνιστριών.

Η πικροδάφνη

Στο πρώτο διήγημα, Η πικροδάφνη, η πρωταγωνίστρια ζει και δρα στους πανάρχαιους ρυθμούς της ζωής της υπαίθρου: «Μοίρα τραχιά, αλλά αληθινή και περήφανη, σαν του πατέρα Ταϋγετου» (σελ. 9, 1η έκδοση). Σε κάποιες σύντομες φράσεις, ανάμεσα στις γραμμές, σχεδόν παρεμπιπτόντως, μπαίνουν μεγάλα κοινωνικά ζητήματα που δεν τα βιώνει συνειδητά η πρωταγωνίστρια, αλλά σαν τα δεδομένα της μοίρας που δεν μπορεί να τα αλλάξει, μονάχα να υποστεί. Αυτά της προκαλούν ένα αμαρτύρητο πόνο της αδικίας που υφίσταται, αλλά να διαμαρτυρηθεί, πόσο μάλλον να αντισταθεί, θα αποτελούσε ύβρη, παραβίαση των αυστηρών, άγραφων νόμων της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας. Αυτό που της μένει είναι η γνωστή, βουβή, καρτερική προσαρμογή. Ένα παράδειγμα: «Νύφη στο χωριό, δεν είχε κοντά της κανένα δικό της». Έτσι, μια απλή κουβέντα φανερώνει μια πανάρχαια κοινωνική κατάσταση. Η Βαγγελιώ, σαν νύφη στο χωριό του άντρα της, είναι «ξένη», συγκεντρώνει ευκολότερα τα πυρά και έχοντας μακριά τη φυσική προστατευτική ασπίδα των δικών της (άλλο που συχνά δεν εκπληρώνουν αυτό το φυσικό ρόλο τους) υφίσταται μια αυτόματη ανισότητα. Η γυναίκα σαν κυρίως αναπαραγωγικό στοιχείο και σ’ ό, τι αφορά την παραγωγή βοηθητικό στοιχείο, άρα δευτερεύουσας σημασίας, ακολουθεί τον άντρα της και με το γάμο της μετακόμιζε συνήθως στο χωριό του άντρα της ή ακόμα και μέσα στο ίδιο το σπίτι της οικογένειάς του. Έτσι ήταν οργανωμένες οι παλαιότερες αγροτικές κοινωνίες ακολουθώντας άγραφους νόμους που, ωστόσο, πάντα στηρίζονταν σε μια πραγματικότητα. Όταν η πραγματικότητα αυτή αλλάζει, δημιουργείται η προϋπόθεση για την αλλαγή των σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί, αλλά πολύ αργά και αφήνοντας επιβιώσεις ή/και απόηχους των παλαιότερων καταστάσεων. Μέσα σ’ αυτούς τους ρυθμούς, τα έθιμα και τα ήθη που, κατά τα φαινόμενα τίποτα δεν θα μπορούσε να τα αλλάξει και η υποταγή στους πανάρχαιους άγραφους νόμους ήταν δοσμένη, συμβαίνουν καμιά φορά τα απροσδόκητα, τα ανατρεπτικά. Συμβαίνουν, όταν ο άνθρωπος δεν αντέχει άλλο την υποταγή, την παθητική υπακοή σε όσα του επιβάλλονται, ξεφεύγει και κάνει μια πράξη υπέρβασης. Μια πράξη που τη γεννάει ένας πόνος αβάσταχτος και που απελευθερώνει τη συνείδηση. Ο φόνος του ίδιου του ανάπηρου παιδιού της που κάνει η Βαγγελιώ, ήταν στην ουσία μια πράξη μεγάλης αγάπης η οποία ταυτόχρονα εμπεριέχει ένα απόλυτο αντίθετο: η μάνα παίρνει τη ζωή που η ίδια είχε γεννήσει. Δεν χωράει εδώ η μικρόψυχη κριτική, αν «είχε δικαίωμα να το κάνει».  Μετά από χρόνια έρχεται η κάθαρση, η λύτρωση. Συμβολικά «επιστρέφει» η δολοφονημένη κόρη (ποτέ, βέβαια, η μάνα δεν μπορούσε να τη βγάλει από την καρδιά, από το νου, από τη συνείδησή της, πόσο μάλλον από το υποσυνείδητο). Η μάνα παρακαλεί το γιο της να ξεχώσει τα κόκκαλα της νεκρής αδερφής του. Εκείνος της λέει: «Πάμε μάνα. Απόψε θέλω να ‘σαι ευτυχισμένη. Ήρθε στο σπίτι μας και στο χωριό μας ξανά η Φωτεινή μας…» Κι εκείνη ψιθύρησε: «Σ’ ευχαριστώ, παλικάρι μου, …και τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν…Ένα κλάμα ασταμάτητο, λυτρωτικό. Τώρα πια δεν υπήρχε λόγος να το σταματήσει» (σελ. 45).  Μετά από λίγο πεθαίνει, λυτρωμένη πια, ενώ ο γιος της κραυγάζει ΜΑΝΑΑΑ…

 Το αμπελάκι

Η Φραγκούλαινα είναι η πρωταγωνίστρια του δεύτερου διηγήματος Το αμπελάκι, που ξεκινάει με ένα άλλο οδυνηρό, κλασικό πρόβλημα: η ανύπαντρη κόρη μένει έγκυος και πώς να κρυφτεί το γεγονός από την κοινωνία του χωριού. Την κοπέλα τη «χάλασαν» σύμφωνα με τις επικρατούσες αντιλήψεις, δίνοντας πάντα το βαρύτατο στίγμα της αμαρτίας στη γυναίκα. Η κοινωνική ντροπή είναι και για την οικογένεια της κοπέλας που αναγκάζεται να ανατρέξει είτε σε ταπεινωτικά παζάρια είτε να απομακρύνει την κοπέλα από τη στιγμή που αρχίζει να φαίνεται η εγκυμοσύνη είτε επιχειρείται μια ερασιτεχνική ριψοκίνδυνη έκτρωση, όπως στην περίπτωση αυτή. Η κοπέλα σηκώνει στους ώμους της το κοινωνικό στίγμα και όχι ο άντρας, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Μπορεί και να κάνει φτερά ευκολότερα μια και δεν έχει το πρόβλημα των άμεσων συνεπειών απαγορευμένων σχέσεων. Η κοινωνία τον αντιμετωπίζει πολύ λιγότερα αυστηρά ή ακόμα και επαινετικά. Στην περίπτωση του βιβλίου δεν διώχνουν την κοπέλα. Η μητέρα της, η Φραγκούλαινα, είναι καλή γυναίκα. Θέλει να βοηθήσει το παιδί της. Το πονάει, όπως άλλωστε και ο πατέρας. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να παντρέψουν την κόρη με τον πατέρα του αγέννητου παιδιού και εφόσον έχει σκοτωθεί ο άντρας της Φραγκούλαινας από τον αδερφό του, το σήμα έχει δοθεί για μια αλυσίδα τραγικών γεγονότων, ο πρώτος κρίκος της οποίας ήταν η απρόοπτη και απαγορευμένη εγκυμοσύνη. Ενός κακού μύρια έπονται. Η σκηνή της έκτρωσης με πρωτόγονα μέσα που εκτελεί η απελπισμένη μητέρα στην κόρη της, είναι συγκλονιστική. Η συγγραφέας την αναπαρασταίνει με όλες τις φρικιαστικές λεπτομέρειες χωρίς η περιγραφή να μοιάζει με εντυπωσιοθηρική, αλλά ωμά ρεαλιστική για να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη σ’ ένα έγκλημα όχι των γυναικών, όπως κάποιοι προσπαθούν να επιβάλουν σαν άποψη, αλλά απάνθρωπων κοινωνικών καταστάσεων. Το έγκλημα φορτώνεται στο ίδιο το θύμα που έπειτα το αποκαλούν «φόνισσα» απαλλάσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το κοινωνικό σύστημα. Η σκηνή αυτή με τη ρεαλιστική σκληρότητα και υποβλητικά γραμμένη, αποτελεί ένα βροντερό «κατηγορώ». Τη Φραγκούλαινα τη βιάζει ο κουνιάδος της, απροστάτευτη όπως έχει μείνει σαν χήρα. Έτσι η συγγραφέας φωτίζει άλλο ένα κοινωνικό έγκλημα χωρίς τιμωρία.

Στο δεύτερο αυτό διήγημα υπάρχει και η πολιτική διάσταση, η οποία κλιμακώνεται στο τρίτο διήγημα, αλλά με άλλα πρόσωπα και σε άλλες καταστάσεις. Η Φρανκούλαινα έχει αδερφό αγωνιστή εξόριστο. Βοηθάει έμμεσα τον αντιστασιακό αγώνα (ο αντίθετος κουνιάδος εκδικείται τη χήρα με το βιασμό, όπως η φασιστική αντίδραση ιδιαίτερα στα χωρία έκανε αφόρητη τη ζωή των συγγενών των σε φυλακές και εξορίες απόντων αγωνιστών). Η Φρανκούλαινα αντιπροσωπεύει μια εμβρυακή μορφή πολιτικοποίησης μέσα από τη βοήθεια στον αδερφό της, μια μορφή αλληλεγγύης που τη θεωρεί αυτονόητη. Στο τρίτο διήγημα παρακάτω θα δούμε μια πιο προχωρημένη πολιτική συνειδητοποίηση της πρωταγωνίστριας με επίσης κλιμάκωση της δραματικής φόρτισης. Από διήγημα σε διήγημα μεγαλώνει το μπόι των πρωταγωνιστριών, πορεία η οποία δίνεται μέσα από μια συναρπαστική γραφή που κάνει τον αναγνώστη να ζει ο ίδιος  κάθε στιγμή της ψυχικής πορείας των ηρωίδων, αλλά και να βιώνει από κοντά τις συνθήκες της μετεμφυλιακής τρομοκρατίας. Ο ρόλος της λογοτεχνίας να μας δώσει πραγματικότητες που δεν τις ζήσαμε, αλλά κι αυτές που τις ζήσαμε και ζούμε, εκπληρώνεται με όλη την έννοια της λέξης. Στο τέλος του δεύτερου αυτού διηγήματος εμφανίζεται η ελπίδα μέσα από τη σκηνή της αυτοχειρίας της πρωταγωνίστριας, ενώ χτυπάνε αναστάσιμα οι καμπάνες. Είναι Πάσχα. Θάνατος και ζωή. Ζωή και Θάνατος. Σαν μια αναλαμπή ενός φωτεινού μέλλοντος ο πόθος για ένα καλύτερο αύριο περνάει μπροστά από τα μάτια της ψυχής της Φρανκούλαινας στις τελευταίες στιγμές της με τη μορφή καβαλαραίων με κόκκινη παντιέρα και με τη χαμένη κόρη, τη μονάκριβη, μαζί τους με ολόασπρο φόρεμα ντυμένη να φωνάζει τη λέξη που είναι και ο τίτλος του βιβλίου. Με την ίδια κραυγή όπως στο πρώτο διήγημα, τελειώνει και το δεύτερο: ΜΑΝΑΑΑ…

Η εκτέλεση

Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας απευθύνεται στις σχέσεις μάνας-παιδιού (είτε κόρης είτε γιου) στα πολύ δύσκολα και καμιά φορά απρόβλεπτα μονοπάτια της ζωής, αλλά και σε συνθήκες κραυγαλέας και βίαιης, εγκληματικής κρατικής καταστολής. Στο τρίτο διήγημα Η εκτέλεση έχουμε τη σχέση αυτή στο αποκορύφωμα του πόνου, αλλά και του ηρωισμού, της απόλυτης υπέρβασης του Θανάτου. Η πρωταγωνίστρια, η Λέγκω, ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, «δύσκολο πια να πουν το μπόι τους» με τα λόγια του Ποιητή της Ρωμιοσύνης. Η συγγραφέας μπροστά στο μεγαλείο της άλλης μάνας του ρεαλιστικού διηγήματος θα εκφράσει στο Υστερόγραφο ένα αίσθημα ανεπάρκειας που νιώθει: «Έπλασα πολλές ιστορίες, πολλές εκδοχές για να προσεγγίσω την ψυχή της εκείνη τη φοβερή στιγμή. Να ιδώ από πού βρήκε τη δύναμη και την απαντοχή. Καμιά δε με έπεισε, ούτε αυτή που σας διηγήθηκα. –Θεία Λέγκω, σου ζητώ συγνώμη γιατί μίκρυνα τη μεγαλοσύνη σου. Είχα, όμως, ανάγκη να σε καταλάβω» (σελ. 185).

Σίγουρα, η συγγραφέας, όπως κάθε μάνα, διαβάζοντας ή ακούγοντας μια τέτοια ιστορία, φαντάζεται ότι της συμβαίνει της ίδιας και μετράει, σιωπηλά, μέσα στην ψυχή της, τις δικές της δυνάμεις, αν θα μπορούσε με τον ίδιο τρόπο να αντιμετωπίσει την εκτέλεση του παιδιού της. Και ίσως μέσα της να λέει «Εγώ δεν θα το μπορούσα, εγώ δεν θα άντεχα». «Είχα, όμως, ανάγκη να σε καταλάβω» θα πει στο τέλος, σαν υστερόγραφο, συνοψίζοντας τη βασανιστική απορία πολλών γονιών. Και στα τρία διηγήματα πεθαίνει ένα παιδί, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Πεθαίνει, αλλά συμβολικά γεννιέται μια νέα ζωή, γίνεται μια κάθαρση, μια ανάσταση ψυχής, μια ποιοτικά νέα κατάσταση, ενώ στο τέταρτο –αφήγημα- ένα παιδί ετοιμάζεται να γεννηθεί. Θάνατος και ζωή. Ζωή και Θάνατος σε μια αδιάρρηκτη διαλεκτική σχέση δεμένα. Ενώ στο πρώτο ο θάνατος είναι ένα από τα «τυχερά» στη ζωή μιας γυναίκας, στο δεύτερο υπάρχει κλιμάκωση της τραγικότητας: δυστυχία-απόγνωση-αδιέξοδο-αυτοκτονία-λύτρωση και ελπίδα. Στο τρίτο τα πράγματα αποκτούν μια άλλη ποιοτική διάσταση. Εδώ τα γεγονότα που οδηγούν στο θάνατο είναι πολιτικά, είναι απόφαση του επίσημου φασιστικού κράτους και απόφαση μαζί του ανυπότακτου περήφανου αλύγιστου Ανθρώπου. Δεν είναι πια τα προσωπικά «τυχερά» της ζωής που ήταν το «γραμμένο» και που μια τυφλή μοίρα επιβάλλει. Το διήγημα είναι βαθιά ανθρώπινο, φιλοσοφημένο, η εσωτερική πορεία της μητέρας είναι σπαρακτική με στο τέλος μια απόλυτη νίκη πάνω στον εαυτό της και μια οδυνηρή συνειδητοποίηση της κοινωνικής αποστολής της. Δεν είναι πια το ένστικτο που κυβερνάει. Το ένα παιδί της Λέγκως σκοτώνεται στο Αντάρτικο, το άλλο εκτελείται από μοναρχοφασιστικό στρατοδικείο. Συναντούμε τη Λέγκω μαζί με τον άντρα της, κάποτε εξόριστος κι αυτός, στα βαθιά γεράματα με τις αναμνήσεις τους και με τη Λέγκω να λέει: «Πονέσαμε τον πιο φρικτό, τον πιο οδυνηρό πόνο της ζωής…» «Πώς το αντέξαμε και ζούμε». Και η απάντηση του Σωτήρη, του άντρα της: «Αντέξαμε, Λέγκω, γιατί τα παιδιά μας γίνανε λίπασμα ζωής, γίνανε οξυγόνο λευτεριάς, γίνανε φάροι και οδηγητές για τους ανθρώπους». Αυτό το «πώς αντέξαμε;» εκφράζει την απορία όλων, ιδιαίτερα όσων δεν έχουν ζήσει από κοντά τέτοιες καταστάσεις  και προσπαθούν, μαζί με τη συγγραφέα, να καταλάβουν. Η ανάταση του Ανθρώπου σε κάποιες ιστορικές στιγμές μπορεί να μοιάζει για τους μεταγενέστερους απίθανη, αλλά γι αυτό ακριβώς, χρειάζεται να βγάλουμε τα συμπεράσματα μαθαίνοντας τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και κατανοώντας γιατί μπορούν να ανεβάσουν άλλους ανθρώπους στα ύψη του ήθους, αλλά άλλους στα χαμηλά του (αυτό) ξεφτελισμού. Βέβαια, δεν πρέπει να τα βλέπουμε αυτά ξεκομμένα από την ιδεολογία και τα ιδανικά των επιλογών των ανθρώπων και να τα εντοπίζουμε μόνο στην ψυχική τους δύναμη. Αυτή πάντα από κάπου θρέφεται.

Για όσους τα έζησαν, το βιβλίο προσφέρει την αναγνώριση, τη βεβαιότητα ότι δεν πήγαν χαμένες οι θυσίες κι ας μην είχαν το άμεσα προσδοκούμενο και επιθυμούμενο αποτέλεσμα. Για όσους δεν τα έζησαν προσφέρει τη γνώση της ιστορίας των υπέρτατων θυσιών για την ανατροπή της παλαιάς σάπιας καθεστηκυίας τάξης και της κοινωνίας της και τη δημιουργία μιας νέας ανώτερης καλύτερης.  Το βιβλίο της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου-Χαλβατζή δίνει μια σπάνια και επιβλητική στην παραστατικότητά της εικόνα. Έτσι, πράγματι, θα μπορούσε να ήταν. Έτσι, πράγματι, ήταν. Γι αυτό θα αλλάξουμε τα λόγια της στο Υστερόγραφο, ότι δεν την  έπεισε καμία εκδοχή, ούτε αυτή που μας διηγήθηκε και θα πούμε: μας έπεισες! Διότι το παράδειγμα της ανώτατης ηθικής πράξης της αντίστασης, του μη-συμβιβασμού στην υποταγή σ’ όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους, θα είναι πάντα πειστικό.