• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η αγία Βαρβάρα (Χρόνια πολλά στις Βαρβάρες, στους βάρβαρους, στις παρθένες και στα βλήματα)

Γράφει ο Στέλιος Κανάκης //

Απολυτίκιον:
«Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό πολύ το αγαπώ…»

Επρόκειτο περί λίαν καλλιγράμμου και καλλιπύγου νεανίδος. Ο πατέρας της γνωστός και πλούσιος ειδωλολάτρης – ο Διόσκορος με τ’ όνομα (καμία σχέση με τους Κάστορα και Πολυδεύκη), από την Ηλιούπολη, αλλά όχι της Αττικής, λόγω της ομορφάδας της την είχε κλειδαμπαρωμένη. Πως σκατά τώρα έγινε χριστιανή… άγνωστο. Εικάζεται πως τη δουλειά την έκανε το άγιο πνεύμα. Θέλοντας όμως, η αχόρταγος νεανίς, να μπαινοβγαίνει στο μπάνιο της όλο το θεϊκό τρίο, ζήτησε να της ανοίξουν τρία παράθυρα ώστε να εισέρχονται απρόσκοπτα και ο πατέρας με τον υιό. Μέσα σ’ αυτόν τον συνωστισμό και το πηγαινέλα από τα τρία σκέλη της ακατανόητης τριάδας, κατέστη… αγία.

Την πήρε πρέφα ο ουτιδανός ειδωλολάτρης και πατέρας της κι άρχισε να την κυνηγά στο πύργο με το χασαπομάχαιρο. Έγινε το «έλα να δεις». Η καλλονή, σε κατάσταση προχωρημένης αγιοσύνης, πήρε τα βουνά. Ξυπόλητη και με την κομπινεζόν (ένα σατενάκι μούρλια). Άνοιξαν τα βουνά αυτοβούλως μια τρύπα και χώθηκε μέσα (έτσι είχε γίνει και με την αγία Θέκλα), αλλά την κάρφωσαν δυο βοσκοί. Την βρήκαν, την έφεραν πίσω και την πλάκωσε σε πολλά και συνήθη σε αυτές τις περιπτώσεις βασανιστήρια, ο Μαρκιανός. Μετά από κάθε βασανιστήριο αυτή θεραπευόταν αυτομάτως και το ίδιο βιολί άρχισε κι η Ιουλία, μια παρακείμενη χριστιανή. Είδε κι αποείδε ο πατέρας της, κόντευε να τρελάνει και τον Μαρκιανό και την έσφαξε ο ίδιος. Η Ιουλιανή και σε ένδειξη διαμαρτυρίας, διότι κανείς δεν έλεγε να τη σφάξει, αποκεφαλίστηκε αφ’ εαυτού της. Με το που τη σφάζει την Βαρβάρα, ο παιδοκτόνος ειδωλολάτρης… πέφτει ξερός, κεραυνοβολημένος από… κεραυνό. Στο τσακ τη γλύτωσε η… σφαγμένη αγία. Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, κατηγορήθηκε, με τη σειρά της, ως μετά θάνατον πατροκτόνος. Μύλος! Είχε όμως τον θεό της και τους συν αυτώ κι έτσι, πεθαμένη, σώθηκε.

Μετά την σφαγή της ησυχάσαμε προς ώρας, αλλά βγήκε βρόμα για το θεϊκό μπάνιο κι έτρεχαν διάφορα καυλοράπανα σ’ αυτό, με την ελπίδα εμφάνισης του θεϊκού τρίο.

Άγνωστο γιατί, θεωρείται η προστάτης του πυροβολικού διαφόρων χωρών (και του δικού μας) καθώς και η αγία των… βλημάτων γενικώς. Επίσης είναι προστάτης της Δράμας, της… Αργυρούπολης (θα νόμισαν την Ηλιούπολη της καταγωγής της για την δική μας και την εξέλαβαν ως… γειτόνισσα), του Ρέθυμνου και, φυσικά, του δήμου αγίας Βαρβάρας Αττικής. Ακόμη των βλογιοκομμένων, των ετοιμοθάνατων, των πυροσβεστών, των μεταλλωρύχων, των αρχιτεκτόνων, των βιβλιοθηκάριων, των λατόμων (Πάρνηθος, Πεντέλης και περιχώρων), των οικοδόμων (εξαιρουμένων του ΠΑΜΕ), των στρατιωτικών μηχανικών, των μαθηματικών, των ναυτεργατών. Και των πυριτιδοποιών. Μάλιστα τις πυριτιδαποθήκες τις λένε «Βαρβάρα» όπως τις τουαλέτες «Καλλιόπη».

Τέλος είναι η προστάτης των παρθένων. Εξ ου και η συνήθης επίκληση κατά την διακόρευση: «Αγία μου Βαρβάρα»! Επίσης η φράση: «Δεν έχει τη Βαρβάρα του αυτό», για τα… ξέκωλα.

Μέχρι τον 11ο αιώνα φυλασσόταν το κουφάρι της (με την σατέν κομπινεζόν) στην Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια, άρχισαν να την μοιράζουν ή και να την πωλούν – οι γνώμες διίστανται. Όποιος μεγαλόσχημος επισκεπτόταν την πόλη, τον φίλευαν και με κάποιο κομμάτι της, εν είδη σουβενίρ. Τελευταία, κυκλοφορούν τεμάχιά της και σε… μαγνητάκια. Επίσης και ενίοτε περιφέρουν τα τιραντάκια από την κομπινεζόν.

Έτσι διάφορα τεμάχια του, πάλαι ποτέ, καλλίπυγου σώματός της, υποτίθεται πως θα βρείτε σχεδόν… ολούθε:

Πολλά στην Ιταλία, σε μονές (στην κυριολεξία γίνεται με κόκκαλά της το «έλα μονή στον τόπο σου») του αγίου όρους, στα Καλάβρυτα, μέχρι κι οι Ουκρανοί άρπαξαν που τα ‘χουν στο Κίεβο και οι Ρώσοι στην Πετρούπολη (την δική τους). Αντιθέτως στη δική μας Πετρούπολη έχουν κομμουνιστή Δήμαρχο. Στην αναμπουμπούλα βούτηξε ένα κομμάτι και κάποιος ορεσίβιος και το ‘χουν στην Προυσού Ευρυτανίας.

Ξέμεινε κι ένα δαχτυλάκι για την αγία Βαρβάρα, στον ομώνυμο δήμο της Αττικής. Το δαχτυλάκι αυτό είναι, λένε, που έβαλε η Βαρβάρα κι έγιναν τα Δεκεμβριανά του ’44 και όχι η ξενόδουλη αστική τάξη.

Τον Μάιο του 2015 φέραμε στην Ελλάδα το κυρίως λείψανο διότι το δαχτυλάκι της ιδιοκτησίας μας δεν ηδύνατο, πια, να ανταπεξέλθει στη ζήτηση και στο φόρτο εργασίας.

Κατά την επίσκεψη του κρανίου της, το Μανωλιό το Χαρκιολάκη* έγραψε ποίημα άριστο, υποψήφιο για πούλιτζερ αηδίας:

Λοιπόν, μὲς στοῦ Μαγιοῦ τὸ θάμπωμα
μᾶς ἦλθες, χίλια καλῶς ὅρισες!
ὕστερα ἀπὸ χίλια χρόνια ἀποδημίας
ἀπὸ τὴν πάλαι Βασιλεύουσά μας…
…Καὶ δές, παρακαλῶ, ὅταν καὶ πάλι
θὰ στραφῇς στὴ Βενετιὰ μὲ τὰ χρυσᾶ βελόνια,
νὰ μὴ μᾶς λησμονήσεις χρυσοκόρη Βιθυνή,
μὴ μᾶς ξεχάσεις Σάντα Μπάρμπαρα,
μὲ τόσους γύρω μας γαμψόνυχους
βαρβάρους ψυχοβγάλτες,
ἀνατολίτισσα ἀγαπημένη Ἀδελφή μας…

*Μητροπολίτης Προικοννήσου, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος πάσης Προποντίδος, Ἰωσήφ.

_______________________________________________________________________________________________________

Στέλιος Κανάκης Διδάσκει στην επαγγελματική εκπαίδευση και παράλληλα δραστηριοποιείται στο χώρο του βιβλίου. Έχει γράψει, υπό μορφή ημερολογίων τα «Με τη μουσική του κόσμου», «Οι μουσικοί του κόσμου» και «Δώδεκα μήνες συνθέτες».  Επίσης το «Ιερές Βλακείες» Εμπειρία Εκδοτική 1η και 2η έκδοση – Εκδόσεις Εντύποις 3η και 4η και το «Η Αγρία Γραφή» Εκδόσεις ΚΨΜ.
stelioskanakis@yahoo.gr Facebook: Stelios Kanakis /ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ