Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Η Αγγέλισσα του Δέτη

«Ένα τοπίο βγαλμένο από παραμύθι με νεράιδες, σου προκαλεί δέος με την ομορφιά του και εκείνη η Αγγέλισσα» , έτσι θυμάται  η Σεληνιώ, τη γιαγιά Καλλιστώ να περιγράφει μαγικά αυτό το μέρος.

Λένε, πως εδώ στον ακατοίκητο γκρεμό, έρχεται τις νύχτες μια παράξενη Αγγέλισσα, με μιαν άσπρη και μια μαύρη παμπάλαια φτερούγα. Στη μαύρη, έχει δεμένες σε κλωστές τις έγνοιες των ανθρώπων, τις απαρνημένες.
Της αρέσει ν’ απλώνει τον κόκκινο χιτώνα της στην κόψη του χαρακιού και να πετά ακριβώς πάνω από εκεί που πέφτει το νερό. Εκεί, δίχως φόβο, ανοίγει τα τεφτέρια της και διαβάζει, και έχει λένε την εξουσία να διορθώσει τα Μοιρόγραφτα του τόπου και του ανθρώπου…
«Λένε ακόμη, ότι αν φοβάσαι πως κάτι είναι γραμμένο με κάρβουνο στο χέρι σου, πριν σε σημαδέψει, κάνε τον κόπο να πεζοπορήσεις στη στράτα της και έλα να ζητήσεις να σου το σβήσει» , θεωρείς σωστό να ενημερώσεις τις καλές σου φίλες, Ευγενία και Σεληνιώ (μάνα και κόρη), ξενιτεμένες Λασιθιώτισσες στην καταγωγή.

Η Αγγέλισσα του Δέτη Φωτο Γιάννης Ορφανός

Φωτο Γιάννης Ορφανός

Η Σεληνιώ είναι σίγουρη πως στο σκίσμα του βράχου βλέπει μια μεγάλη καρδιά σαν τριαντάφυλλο. Αφορμή να παραδεχτεί τη φήμη της Αγγέλισσας του καταρράκτη. Την έχει ακουστά από την ίδια τη γιαγιά της που το έζησε. Η γιαγιά Καλλιστώ, μαία, ήταν μια από τις πρώτες μαίες που υπηρέτησε τη μαιευτική  επιστήμη στο Οροπέδιο σε μια εποχή σκληρή με ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, για δεκαπέντε και πλέον χρόνια. Με πολλή φόρτιση αλλά και καμάρι θα διηγηθεί σεμνά η Σεληνιώ:

«Τον Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά, η μαία εκείνη, η δική μου γιαγιά και μητέρα της δικής μου μητέρας της Ευγενίας, η Καλλιστώ, μια γυναίκα ξεχωριστή με απίστευτα καλή θωριά και αρχοντική καταγωγή, υπήρξε μια πολύ όμορφη και αριστοκρατική γυναίκα, η οποία στην εποχή της, είχε αποφοιτήσει με άριστα από το Εθνικό Μαιευτήριο Αθηνών.

Αγγέλισσα του Δέτη Η Καλλιστώ δεν ήταν μόνο ευγενική

Η Καλλιστώ δεν ήταν μόνο ευγενική και ιδιαίτερη από τη φύση της, αλλά και οργανωτική όσο λίγες γυναίκες. Κρατούσε ημερολόγιο. Ένα σκληρόδετο τετράδιο στο οποίο κατέγραφε όλους τους τοκετούς που πραγματοποιούσε, αριθμητικά και ετησίως, ενώ στις τελευταίες του σελίδες σημείωνε, προσωπικά γεγονότα της ζωής της, όπως ο γάμος της και η γέννηση των παιδιών της.

Η σχέση της με το Οροπέδιο καταγράφεται ως αγαπητική σχέση ζωής, αφού όχι μόνο δέθηκε με τον τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά βοήθησε να έρθουν στη ζωή με τα μέσα εκείνης της εποχής εκατοντάδες παιδιά στο Οροπέδιο και στην ευρύτερη περιοχή. Ο γάμος της, σύμφωνα με την προσωπική της αναφορά, έγινε το Νοέμβρη του χίλια εννιακόσια τριάντα έξι, στο Ηράκλειο. Όμως τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, θορυβημένη από την αντιπαράθεση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στην οικογένεια της και την οικογένεια του αγαπημένου της, είχε έρθει σε αυτό εδώ το μέρος, μετά από τις υποδείξεις ενός τυφλού γέροντα. Ένα σημάδι, σαν μελανιά ή σαν από κάρβουνο,  στο αριστερό της χέρι, που όσο και αν το σαπούνιζε δεν έφευγε, ήταν αυτό που παρατήρησε και το αξιολόγησε ως προειδοποίηση για κάτι κακό. Οι φιλενάδες της, η Νικηθέα και η Νικαρέτη, την έστειλαν στον τυφλό βρακοφόρο γέροντα στο Νικηθιανό και αυτός, αφού άκουσε την έγνοια της, της είπε να ζητήσει χάρη από την “Αγγέλισσα του Δέτη”…

Αναζητώντας την, έφτασε εδώ που ήρθαμε και εμείς, και στάθηκε  τυχερή, αφού όχι μόνο την είδε και της μίλησε, αλλά την έπεισε και άλλαξε το Μοιρόγραφτο της. Το μαύρο σημάδι που είχε εμφανιστεί στην παλάμη της, εξαφανίστηκε όπως η ίδια ισχυριζόταν στις σαράντα μέρες, οπότε βρήκε το θάρρος να παραβλέψει τη γνώμη των δικών της, πηγαίνοντας κόντρα ακόμη και στο θέλημα του πατέρα της, ένδειξη μεγάλης ανυπακοής για εκείνα τα χρόνια. Η Καλλιστώ είχε δέσει το σημάδι της με μια κλωστή στη μαύρη φτερούγα της Αγγέλισσας, σίγουρη ότι μετά από αυτό μπορούσε να ακολουθήσει τον έρωτα στο Μεγάλο Κάστρο…»

Δακρύζει η Σεληνιώ, στη μνήμη της γιαγιάς της.

Η Ευγενία, φανερά συγκινημένη κρύβει επιμελώς το δάκρυ στον καταρράκτη των ματιών της. Τα χρόνια της νιότης της, τα πέρασε όλα στο Οροπέδιο, σ’ έναν τόπο που χαρίζει την ενέργειά του πηγαία και αυθόρμητα σε όλους. Σταλαγματιές ασήμι και γκρι τα υπέροχα, παρά την ηλικία μάτια της κρατούν τον αξόδευτο έρωτα, αυτόν που ότι και αν κάνεις δεν αντιγράφεται. Εκεί, στο βλέμμα της βουτούν ακόμα και βυθίζονται παράπονα και φεγγάρια.

Μετά από όλα αυτά που έχουν ειπωθεί, ολόκληρη η παρέα μένει εκστατική μπροστά στον καταρράκτη, να τον κοιτά, μέχρι να φανερωθεί η “Αγγέλισσα του Δέτη” , στην άκρη του γκρεμού, και ώσπου να φανερωθεί, θα ανακαλύψουν άλλα σπουδαία μυστικά στον παλμό του νερού που πέφτει, τρέχει, μα δεν χάνεται, γιατί εδώ το νερό είναι αυτό που ξεδιψά τη ρίζα της ζωής σε ρόλο πρωταγωνιστή!

Το καλό με όσους φτάνουν στον καταρράκτη της Πλύστρας είναι ότι ξέρουν γιατί έρχονται. Δεν ενοχλούν σε καμία περίπτωση το διπλανό τους, δεν φωνάζουν, δεν ασχημονούν, εναρμονίζονται με τη φύση και ποτέ δεν αφήνουν σκουπίδια. Οπότε νιώθεις και μαζί και μόνος, αξία ανεκτίμητη στα Λασιθιώτικα βουνά. Ίσως με την πρώτη ματιά το τοπίο να μοιάζει σκληρό και κακοτράχαλο και να σκεφτείς πως δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, όμως κοιτάζοντας προσεκτικότερα θα ανακαλύψεις την κρυφή γοητεία και τη μαγεία του.

Και για να σου μείνει αξέχαστη η διαδρομή, με αφορμή το φευγιό μιας πέρδικας, θα ακολουθήσεις τον πεζοπορικό όμιλο και στο παραδοσιακό τραγούδι:

«Μια πέρδικαν εζύγωνα | Κι όσο εγλάκου εσίμωνα
Από χαράκι σε κλαδί | Πετά μου φεύγει να χαθεί
Χαμοπετά κι εγώ γλακώ | Πιάνω την απού το φτερό
Γλύκα γλυκά τση μίλησα | Κι από χαρά τη φίλησα
Παίζει φτερό και φεύγει μου | Πάει παρέκει λέει μου
Εγώ με του βουνού πουλί | Και δε χωράω στο κλουβί
Κι ας είχα με κρατάς καλά | Να μ’ έχεις πάντα συντροφιά»

 «Η Μάχη του Λασιθιού» Λασίθι, Τόπος Μέγας

«Η Μάχη του Λασιθιού».  Ρουσσέτος Παναγιωτάκης

Ελεύθερη στο δειλινό φως…

Ενορχηστρώνεις φτερά λευκά και μουσικές από τον ψίθυρο των άστρων, διατηρώντας τρυφερή την πίστη σ’ έναν άλλον  ουρανό.

Σμιλεύοντας αρχέτυπες εικόνες του έρωτα, πέρα από τη δόνηση του φιλιού, η αφοσίωση, η μεταφυσική φαντασίωση και ο θάνατος χωρίς να σου προκαλεί λύπη, χωρίς αγωνία πια.

Ντυμένες στα μεταξωτά, οι μνήμες της νιότης και οι ώρες οι δακρυσμένες του αποχωρισμού στα δίχτυα της γοητείας του θρύλου. Παραδομένη στο πάθος του ανέμου μια ξεχασμένη παπαρούνα λιτανεύει ακόμη το κόκκινο στη σκουριά του βράχου.

Φτερά ανοιχτά, ένα άσπρο και ένα μαύρο, εκεί που μόνο με τη σιωπή αντέχεις να ζήσεις. Με την παλιά σου σκέψη, στην καινούρια ζωή, αφήνεις τα σημάδια της σκιάς στη συντριβή της μέρας, ναι, τώρα πια, η ελευθερία σου αδιαπραγμάτευτη.

Η ζωή δεν ξέρει από δικαιοσύνη, δεν έχει σφραγίδα …

Στην αληθινή παράσταση ανάσα μοναχική, αυτή που ελπίζει στη φθινοπωρινή βροχή και στην αντανάκλαση των άστρων πάνω στο ραγισμένο σου καθρέφτη, ένα αμυδρό φως, αξόδευτο το φως Καλλιστώ, Ευγενία, Σεληνιώ, Ζωή…


Απόσπασμα από το βιβλίο
«Λασίθι, Τόπος Μέγας»
Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα, Μάης του 2020


* H Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου]  γεννήθηκε στην Κρήτη.
Οι ρίζες της είναι στο Οροπέδιο Λασιθίου. Στο Τζερμιάδο μεγάλωσε, εκεί έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Δεν έγινε δασκάλα όπως ονειρευόταν όταν ήταν παιδί. Την κέρδισε η Τουριστική Εκπαίδευση. Ζει και εργάζεται στην Κέρκυρα. Μένει σταθερά αφοσιωμένη στην οικογένεια. Είναι παντρεμένη και τιμούν τη ζωή της δύο παιδιά. Καταθέτει την ευγνωμοσύνη της στο φως και στο ταξίδι του, αυτό που δικαιώνει την αιωνιότητα, για να δικαιωθεί ταπεινά στη σιωπή και αθόρυβα στο καθαρό βλέμμα θυμίζοντας την αλμύρα, την πιο αρχαία γεύση ζωής στο δάκρυ. Πιστεύει στην αγάπη. Συνηθίζει να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει.
Την γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Η Αγάπη αντέχει το ρίσκο στ’ ανοικτά και τινάζει το χνούδι της λήθης στη βροχή. Της αρέσει η βροχή. Προτιμά τη μωβ ομπρέλα, μα έχει πάντα και μια κόκκινη, για να μπορεί να πληγώνει τις άφεγγες νύχτες το σκοτάδι. Την πολεμούν οι λέξεις. Γίνονται όχημα μαγείας, γι’ αυτό και δεν αναρωτιέται πια «γιατί γράφω;» Όπως αναπνέει, μιλάει, ονειρεύεται, συμφιλιώνεται με τη ζωή και τον θάνατο μαγικά, έτσι και η ανάγκη της να γράφει. Ακουμπά στο παρελθόν, όμως η λέξη που την καθορίζει είναι το «Αύριο…»

Βιβλία:  «Μια κούρσα για τη Χαριγένεια», εκδόσεις Φίλντισι, «Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο», εκδόσεις Φίλντισι, «Ιστορίες για φεγγάρια», εκδόσεις Έψιλον. 

Δημοσιευμένα ποιήματα και διηγήματα με το ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου.  Δισκογραφική συνεργασία με Γιάννη Νικολάου και Νίκο Ανδρουλάκη.