• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η Αθήνα τον Οκτώβρη του 1944

του Βασίλη Λιογκάρη* //

Η μεγάλη μέρα δεν άργησε να φτάσει. Μόλις είχα σχολάσει από την κυρά – Βαρβάρα και κατηφόριζα την Ευαγγελιστρίας να βγω Θησέως. Θεέ μου, τι ήταν αυτό που είδαν τα μάτια μου! Ένα βουερό ανθρωπομάνι να πυκνώνει από τις παρόδους της οδού Θησέως και να ανηφορίζει στην Αθήνα. Γυναίκες και άντρες και παιδιά. Ντυμένοι και ξυπόλητοι, γεροί και σακατεμένοι, άγνωστοι και γνωστοί. Φιλιούνται και αγκαλιάζονται. Τραγουδούν και πανηγυρίζουν να χαρούν τη χιλιοματωμένη λευτεριά.

Σκέφτομαι πως η μάνα δεν θα είναι σπίτι να με περιμένει και χώνομαι μαζί τους. Ρίχνω τα βιβλία στον κόρφο ( τσάντα δεν κρατούσα ) και μπλέκομαι αγκαλιά με άλλους πιτσιρικάδες που τραγουδούσαν Ελασίτικα τραγούδια.

Βγαίνουμε στην λεωφόρο Συγγρού κι ανταμώνουμε τις άλλες γειτονιές: Νέα Σμύρνη, Δουργούτη, Κουκάκι, Νέος Κόσμος. Κι ο χείμαρρος φουντώνει.

Στο άγαλμα του Βύρωνα, λεφούσια από το Παγκράτι, την Καισαριανή, το Μετς, τη Νέα Ελβετία.

Ανθρωποπλημμύρα από τις συνοικίες φτάνει και κατακλύζει λαίμαργα κάθε άδειο χώρο. Ένα ατέλειωτο πανηγύρι.

Η Αθήνα παραληρεί. Οι σκλάβοι χύνονται στους δρόμους. Χαρτόνια γίνονται πλακάτ και πουκάμισα, μαντίλες και κασκόλ γίνονται σημαίες. Χωνιά στα σταυροδρόμια σαλπίζουν το χαρμόσυνο άγγελμα και δίνουν τόνο στο τραγούδι.

Η Αθήνα είναι λεύτερη. Τρικούβερτος χορός και γλέντι στήνεται στο Σύνταγμα. Οι φοιτητές ανοίγουν τις πύλες του Πανεπιστημίου. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι, λιανά μα σβέλτα σαν ιτιές, ανεμίζουν την σημαία στην ταράτσα της Νομικής. Η αδούλωτη Αθήνα ξανασαίνει.

Και είναι η ανάσα χείμαρρος, ποτάμι αληθινό που απλώνει σπιθαμή τη σπιθαμή, τόπο τον τόπο και πλημμυρίζει στράτες και σπίτια και γωνιές και πάρκα και πλατείες.

Οι ανάπηροι του Αλβανικού μετώπου, σούρνοντας τα καρότσια τους, κινάνε για το Σύνταγμα. Από κοντά τραυματίες του ΕΛΑΣ με επιδέσμους στο κεφάλι και στα χέρια δεκανίκια. Ο λαός νοιώθει νικητής και ξεφαντώνει. Δεν έχω λόγια να το περιγράψω. Η ψυχή μου είναι τεράστια και πάλι δεν μπορεί να χωρέσει αυτή την ομορφάδα.

Στις 9 το πρωί οι Γερμανοί κατέβασαν την σβάστικα που βρώμιζε πάνω από τρία χρόνια τον βράχο της Ακρόπολης. Παρέδωσαν τα κλειδιά και ξεκουμπίστηκαν.

Ματωμένος και τραχύς ο δρόμος που τράβηξε ο λαός της Αθήνας, του Πειραιά, της Ελλάδας ολάκερης ώσπου να έρθει η λύτρωση.

Και τούτη την ώρα της χαράς που την γλεντάμε, το τίμημα είναι βαρύ και πολυπληρωμένο. Πάνω από 400.000 οι νεκροί, 50.0000 οι όμηροι που δεν γύρισαν από τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης, 20.000 οι κρατούμενοι, 13.000 τα νεκρά παλικάρια του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ και 1500 πόλεις και χωριά κατεστραμμένα. Αν μπούνε στην μία πάντα της ζυγαριάς, τι θα πρέπει να πάρει η άλλη για να ισιώσει;

Λευτεριά αληθινή. Εθνική ανεξαρτησία, πολιτική και κοινωνική αναγέννηση. Ανοικοδόμηση και προκοπή και πάνω από όλα Ειρήνη! Αλίμονο…

Είχε πέσει το απόγευμα σαν πήρα την απόφαση να γυρίσω στο σπίτι. Η μάνα ήταν αναστατωμένη. Σαν την είδα να δαγκάνει τον καρπό του χεριού της, κατάλαβα τι με περιμένει. Προσπάθησα να της εξηγήσω πως τούτη τη μέρα έτσι και έτσι.. Τον χαβά της, έπρεπε να μου της βρέξει για να ανταποδώσει τα ίσα. Παρόλο το ξύλο που έφαγα, την αλησμόνητη κείνη μέρα της 12ης Οκτωβρίου 1944 την έζησα και την χάρηκα με την ψυχή μου. Το βράδυ έφεξε και ο συνοικισμός μας του Χαροκόπου και ο κόσμος βγήκε όπως πρώτα σεργιάνι.

 

* Από το βιβλίο μου «Συνοικισμός Χαροκόπου»