Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Η Βιολέτα Πάρα «πήγε στον ουρανό» πρόλαβε όμως, μπήκε και έμεινε στην καρδιά μας

Η Βιο­λέ­τα Πάρα γεν­νή­θη­κε σε ένα φτω­χό χιλια­νό χωριό στις 4 Οκτω­βρί­ου του 1917. Η ζωή της ποτέ δεν υπήρ­ξε εύκο­λη, αντί­θε­τα όλη της η ύπαρ­ξη ήταν ένας συνε­χής και σκλη­ρός αγώνας.

ποι­ή­τρια, τρα­γου­δί­στρια και συν­θέ­τρια, συλ­λέ­κτρια παρα­δο­σια­κών τρα­γου­διών, υφά­ντρια και γλύ­πτρια. Δεν είναι η εξ ορι­σμού παρα­δο­σια­κή καλ­λι­τέ­χνι­δα μόνον της Χιλής, αλλά ολό­κλη­ρης της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Κόρη, αδελ­φή και μητέ­ρα μου­σι­κών, έκα­νε την τέχνη τρό­πο ζωής της. Ο μεγα­λύ­τε­ρος αδελ­φός της, ο ποι­η­τής Νικά­νορ Πάρα (Βρα­βείο Cervantes Λογο­τε­χνί­ας) την στή­ρι­ξε πολύ στην ανα­ζή­τη­ση της τέχνης της.

Η Βιο­λέ­τα Πάρα πήρε την κιθά­ρα σε μικρή ηλι­κία και άρχι­σε να γρά­φει τρα­γού­δια με τα αδέλ­φια της. Ξεκί­νη­σε την καριέ­ρα της σε μικρούς χώρους, γυρί­ζο­ντας αργό­τε­ρα τη Χιλή με ένα μαγνη­τό­φω­νο και ένα τετρά­διο στο χέρι, όπως η δική μας Δόμνα Σαμί­ου, για να κατα­γρά­ψει ένα μεγά­λο εύρος παρα­δο­σια­κής χιλια­νής λαϊ­κής μου­σι­κής. Η αυξα­νό­με­νη δημο­τι­κό­τη­τά της τελι­κά κέρ­δι­σε τη δική της ραδιο­φω­νι­κή εκπο­μπή και μια πρό­σκλη­ση να εμφα­νι­στεί σε ένα φεστι­βάλ νεο­λαί­ας στην Πολωνία.

Ήταν μια εντυ­πω­σια­κά πολυ­τά­λα­ντη δημιουρ­γός. Τρα­γου­δο­ποιός, τρα­γου­δί­στρια, συν­θέ­τρια, ποι­ή­τρια, γλύ­πτρια, ζωγρά­φος και υφά­ντρα. Μια χαρι­σμα­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα. Το ίδιο χαρι­σμα­τι­κός ήταν ο συνο­δοι­πό­ρος της, συν­θέ­της, στι­χουρ­γός, μου­σι­κός, ποι­η­τής, θεα­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και σκη­νο­θέ­της, Βίκτορ Χάρα. Στη δια­μόρ­φω­ση αυτής της τερά­στιας προ­σω­πι­κό­τη­τας του Νέου Χιλια­νού Τρα­γου­διού η Βιο­λέ­τα Πάρα είχε κατα­λυ­τι­κή επί­δρα­ση. Ο Βίκτορ Χάρα απο­τε­λεί ταυ­τό­χρο­να παρά­δειγ­μα ηρω­ι­κής μορ­φής στη σύγ­χρο­νη πολι­τι­κή ιστο­ρία της Χιλής, αφού τα όργα­να της στρα­τιω­τι­κής χού­ντας, πριν τον δολο­φο­νή­σουν άναν­δρα, απο­φά­σι­σαν να του κόψουν εκεί­να τα θαυ­μα­τουρ­γά δάχτυ­λά του με τα οποία μάγευε με τη μου­σι­κή που έπαι­ζαν εμψυ­χώ­νο­ντας τους συμπα­τριώ­τες του στους κοι­νω­νι­κούς και πολι­τι­κούς αγώνες.

Σκλη­ρή κι από­λυ­τη η Βιο­λέ­τα Πάρα δεν ανή­κε στο συναι­σθη­μα­τι­κό είδος… Εβα­λε τέρ­μα στη ζωή της στα 50 της, στις 5 Φεβρουα­ρί­ου 1967, στην πιο δημιουρ­γι­κή περί­ο­δο της πολυ­σχι­δούς καλ­λι­τε­χνι­κής δια­δρο­μής της. Πίσω της άφη­σε πλού­σιο κλη­ρο­δό­τη­μα, παρα­δο­σια­κή μου­σι­κή στην οποία εμφύ­ση­σε νέα ζωή, λαο­γρα­φι­κό έργο, αλλά και δικά της τρα­γού­δια που κατέ­κτη­σαν τον κόσμο όλο.

Το εμβλη­μα­τι­κό­τε­ρο τρα­γού­δι της, με το οποίο θα γίνει παγκο­σμί­ως γνω­στή είναι το Gracias a la vida (Ευχα­ρι­στώ τη Ζωή), που θα το ερμη­νεύ­σει το 1971 η Μερ­σέ­ντες Σόσα, η μεγά­λη φωνή της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής, όπως επί­σης και η Τζό­αν Μπαέζ.

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο