• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Η ΕΣΣΔ, το μουσείο, το τείχος, εμείς και το fb – του Στέλιου Κανάκη

Διάβασα πως πρόκειται να γίνει στη Ρωσία Μουσείο επιτευγμάτων της ΕΣΣΔ. «Η ΕΣΣΔ ήταν ένα μεγαλειώδες έργο παγκόσμιας κλίμακας», δηλώνουν διάφοροι Ρώσοι ιθύνοντες.

Ήταν! Πόσα χρόνια από τότε! Μάλιστα καθάριζε και για τους υπόλοιπους βασανισμένους απ’ τον καπιταλισμό. Αλλά εμείς ενοχλούμασταν από το… τείχος του Βερολίνου. Κι ας μη γνωρίζουμε – ακόμη και σήμερα πολλοί, που βρισκόταν αυτό το γαμημένο το Βερολίνο σε σχέση με την επικράτεια της ΛΔΓ. Μας ερχόταν κάπως και το ότι, αν ήμασταν στην ΕΣΣΔ, δεν θα μπορούσαμε να… ταξιδεύουμε. Όχι δηλαδή πως στον καπιταλισμό ήμασταν κοσμογυρισμένοι, αλλά είχαμε να λέμε. Η πλάκα είναι πως, απ’ όσους ταξιδεύουν στη Γερμανία σήμερα, ελάχιστοι αντιλαμβάνονται το ότι όλα τα προγράμματα, όλων των ταξιδιωτικών γραφείων σε πάνε μόνο στην πρώην ΛΔΓ και κανείς δεν αναρωτιέται γιατί συμβαίνει αυτό. Βερολίνο, Πότσδαμ, Λειψία, Δρέσδη. Και στο… τείχος. Κι εκεί που ‘ναι πεσμένο να ‘σου και ξεπροβάλει πίσω του το συγκρότημα της Mercedes Benz.

Κι όλο και παίρναμε κανένα τετρακίνητο SUV. Μη και μας πιάσει χιόνι στις ταβέρνες της Χασιάς. Συνήθως κορεάτικο. Προσέφερε καλύτερη σχέση όγκου-τιμής. Και τα Σαββατόβραδα ανεβαίναμε και σε κανένα τραπέζι «εκπολιτισμένου» σκυλάδικου ή χαζεύαμε τη γκόμενα που λικνιζόταν πάνω σ’ αυτό. Όχι πως ήμασταν του σκυλάδικου, αλλά πήγαινε η παρέα κι απ’ την άλλη η κλασική μουσική δεν είναι για όλες τις ώρες. Στο κάτω-κάτω δεν ζούσαμε στην ΕΣΣΔ για να τη βγάζουμε με μπαλέτο, συναυλίες και θέατρο. Όλο… κουβερτούρες πια, νισάφι. Καλή η τέχνη αλλά μην πάθουμε και ζάχαρο! Και περνούσαν τα χρόνια. Η ΕΣΣΔ υπονομεύτηκε κι ένα βράδυ – στις 25 Δεκέμβρη, που γεννιούνται οι θεοί, η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο και το αστέρι υπεστάλη. Να λοιπόν που δεν θα χρειαζόταν να κουβαλάνε καλσόν και οι… γαμιάδες στα ταξίδια τους στην ΕΣΣΔ για να ξελαμπικάρουν. Τώρα έρχονταν εδώ οι πρώην σοβιετικές. Στην παραζάλη του κόσμου τους που γκρεμίστηκε σε μια νύχτα, τους έμενε μόνο το κορμί τους να ξεπουλήσουν μπας και τη βγάλουν. Αλλά μήπως κι εδώ γαμούσαν;

Με τα χρόνια οι γενιές των ανθρώπων διερράγησαν σ’ εκείνους που δεν μπορούσαν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς την ΕΣΣΔ και σ’ αυτούς που δεν μπορούσαν ν’ αντιληφτούν ζωή με ΕΣΣΔ. Κι όλοι μάθαμε να μετράμε «νεκρούς» του… Στάλιν. Πολλά εκατομμύρια! Που αν τα πρόσθετες χρειαζόσουν και Κινέζους ή Ινδούς για να βγουν τα νούμερα.

Συν τω χρόνω, πάνε τα ωράρια, πάνε τα δώρα, οι μισθοί έγιναν χαρτζιλίκι, στο τέλος χάθηκαν κι οι δουλειές. Κι όλο, σε πείσμα εμείς, να μετράμε «νεκρούς» και να γκρεμίζουμε αντιφασιστικά μνημεία. Κι όσο έπεφταν τα μεροκάματα τόσο αυγάτιζαν οι «νεκροί» του Στάλιν. Κι όσο λιγόστευαν τα μνημεία, τόσο αυγάτιζαν οι μαύροι λύκοι. Μυστήρια πράγματα.

Ήταν και μερικές χιλιάδες πνιγμένοι στη Μεσόγειο και κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί του Ιράκ, άλλοι της Λιβύης, της Συρίας, της Υεμένης. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία είχαν τριπλασιαστεί οι καρκίνοι μετά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, αλλά πού να βρεις καιρό με τα εκατομμύρια του… Στάλιν.

Πάνω εκεί ήρθε και το fb! Επί τέλους ζούσαμε! Δείχναμε το νέο μας φλερτ, το αυτοκίνητό μας, το σκυλάκι μας, το γατάκι μας, ό,τι είχε τέλος πάντων ο καθένας, μερικές κυρίες έδειχναν και τα πόδια τους, τις διακοπές μας στο χωριό – εν ανάγκη την καφετέρια που ήπιαμε καφέ, το ταψί με το μπριάμ που μόλις βγάλαμε απ’ το φούρνο. Μάτσο οι selfies, οι παιδικές οι «πως θα ‘μαστε στα 80. Από δε επαναστατικά σύμβολα, να γίνεται της… πουτάνας. Στην κούπα του καφέ, σε μπρελόκ, ποτήρια, μαντήλια, τραπεζομάντιλα, στα νύχια, σε τατού… Να ξεχειλίζει το μέσο από κόκκινες σημαίες τόσο που να λες έγινε η επανάσταση χωρίς εμένα. Κι ο καναπές στο πυρ το εξώτερο. Να θέλεις ν’ αποθέσεις το κορμί σου να σιάξει η μέση σου και να κοκκινίζεις από ντροπή.

Ανεβάζαμε κανένα ποιηματάκι, κανένα τραγουδάκι, διάφορες μαλακίες, περνούσε ο καιρός. Γράφαμε όλοι! Ποιήματα, πεζά και πολλοί στ’ αρχίδια τους. Άλλος τα παιδιά του, τη ζωή του, το παρόν του, το μέλλον του, την αξιοπρέπειά του, όλους τους άλλους…

Και… μνημόσυνα σ’ επιφανείς πεθαμένους. Φτάσαμε να διστάζουν να πεθάνουν οι επώνυμοι, τρομοκρατημένοι απ’ το τι θα ακολουθούσε στις επετείους του θανάτου τους. Άλλοι πάλι απόφευγαν να γεννηθούν ή να γίνουν κάτι τις, γιατί και τότε τους έπιαναν στο πληκτρολόγιο. Μόνο οι παραγνωρισμένοι ήλπιζαν στον μετά θάνατο νεκρολογικό ορυμαγδό τους.

Εν τω μεταξύ, ίσως λόγω υπερεπάρκειας σε καλσόν – μέχρι κι ο Γιώργος φορούσε, δεν γαμούσε κανείς. Κάτι ελπίδες που είχαμε εναποθέσει στα παιδιά μας εξανεμίζονταν μαζί με τη ζωή τους, που με σβησμένο βλέμμα την παρακολουθούσαν, στα τραπεζάκια έξω, να ξεθυμαίνει μπροστά στα μάτια τους. Στράφι και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση που τα είχαμε υποβάλει: Μην το κάνεις με τον εαυτόν σου, πρόσεχε μην κολλήσεις τίποτα… μόνο με προφυλακτικό… μην έχει καμιά αρρώστια… όταν θα’ σαι έτοιμη… μη μείνεις έγκυος… μη σε τυλίξει…

Κι αν κάποιος θαρραλέος, απερίσκεπτος ή χυδαίος τολμούσε να φλερτάρει, αμέσως σιδηροδέσμιος, απ’ την κορεκτίλα με πολιτικά, κατηγορούμενος για σεξουαλική παρενόχληση. Και που να φλερτάρεις; Στη δουλειά που έτρωγες τη μισή σου ζωή, κινδύνευες από δημόσια διαπόμπευση μέχρι κι ευνουχισμό αν σ’ έπιαναν. Οι παρέες είχαν περιοριστεί λόγω κρίσης, η γειτόνισσα στην απέναντι πολυκατοικία σπάνια έβγαινε η άλλη στον τρίτο μετακόμισε – χώρια που η γριά στον πρώτο, κάπνιζε στο μπαλκόνι χειμώνα-καλοκαίρι κι όσο για καμιά βραδινή έξοδο, πού λεφτά. Ούτε τη «μουνάρα», «μουνάρα» δεν μπορούσες να πεις πια. Και γινήκαμε όλοι δικαιωματικοί. Αγώνες για το δικαίωμα του Γιώργη στη φούστα – βγήκε και βιβλίο: «Ωραίο το φουστάνι σου Γιώργο μου». Οδύνη, σπαραγμός κι οργή για τη δημοσιογράφο που πριν 25 χρόνια την παρενοχλούσε ο χοντρομαλάκας (ευτραφοαυτοϊκανοποιούμενος με τα νέα μέτρα) συνάδελφός της κι αυτή θυμήθηκε να διαμαρτυρηθεί σήμερα, διότι τότε είχε ανάγκη την δημοσιογραφία στον «Οργανισμό» και φρονίμως έκανε την πάπια. Πάει και η κότα, ως σεξιστικό. Και τα… κεράσια! Παραπέμπουν στ’ αρχίδια.

Αγώνες για τον δημόσιο θηλασμό στην Πανεπιστημίου. Για το δικαίωμα των οικονομημένων ν’ αγοράζουν μια φουκαριάρα, να την γκαστρώνουν με κάποιο τρόπο και να τους βγάζει παιδί – παρένθετη μητρότητα το είπαν κι ακουγόταν όμορφο. Οι μισοί φωνάζαμε στην Κλαυθμώνος για την παρενθεσία κι οι άλλοι μισοί την αράζαμε στο Μουσείο για το δικαίωμα στην πατρότητα ή μητρότητα ή και τα δύο – μπερδεμένο το έχω, του Μήτσου με τον Τάκη που πρόσφατα στεφανώθηκαν. Στο Οφθαλμιατρείο έβρισκες και κάποιους να διαδηλώνουν πότε ενάντια στις πορδές των βοοειδών, πότε για την απαγόρευση των κρεοπωλών, για τα δικαιώματα του τριφυλλιού έναντι της μοβόρικης λαίλαπας των αιγοπροβάτων, για την αγωνία του αστακού πριν το βράσιμο, το δικαίωμα της σαρανταποδαρούσας στην υπόδηση…

Βρίσκαμε, κάθε τόσο και τους γραφικούς κομμουνιστές ν’ ανηφορίζουν τη Σταδίου που – παραδόξως, με τον καιρό γίνονταν και περισσότεροι, αλλά καμία σχέση με τον δικαιωματισμό αυτοί. Όλο για δουλειά, δικαιώματα ταξικά, δολοφόνοι αμερικανοί, σοσιαλισμός και τέτοια. Σώνει και καλά να χάσουμε τα ταξίδια.

Άλλαξε και η γραμματική. Αρσενικό, θηλυκό, τρίτο φύλο και ουδέτερο. Το τελευταίο πέρασε και στους ανθρώπους. Πως λέγαμε το τραπέζι, το ζώο… τώρα λέμε το Δημήτρη, το Μαρία, το κωλόπαιδο, αν και το τελευταίο προϋπήρχε.

Μερικοί, ως ασύστολοι βιβλιοφάγοι, φωτογραφίζαμε και τα βιβλία που παίρναμε στις διακοπές. Κάτι «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου…», κάτι «Οι θέσεις του Απρίλη» – κι αυτοί οι χριστιανοί δεν έγραψαν τίποτα για… Αύγουστο, τον «Οδυσσέα» του Τζόυς, το «Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο» του Προυστ, τίποτα το σπουδαίο – ψιλοπράματα για την παραλία. Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» το κρατούσαμε για το γυμναστήριο, το χειμώνα.

Κι ο καιρός κύλαγε. Παράλληλα, τείχη υψώνονταν σχεδόν καθημερινά. Είχαμε πήξει στο τείχος κι έτσι το πράγμα έχασε το ενδιαφέρον του. Ξεχάστηκε και του Βερολίνου.