• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η κοινωνιολογία των πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου //
Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε την ταξική βάση («ταξικότητα») και την οργανωτική δομή των πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς, καθώς   από αυτούς τους παράγοντες εξαρτάται η αξιοπιστία του προγραμματικού τους λόγου (αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού, αντιφασιστικού κ.ο.κ.). Επομένως θα γνωρίζουμε, αφήνοντας στην άκρη τις εξαγγελίες, τι αυτές μπορούν να κάνουν, μέχρι που μπορούν να φτάσουν. Ο ταξικός χαρακτήρας μιας πολιτικής οργάνωσης ελέγχεται κοινωνιολογικά, αν πληρούνται δύο βασικοί όροι. Ο ένας έχει να κάνει με την κοινωνική βάση αυτών των οργανώσεων (ταξικές θέσεις των μελών τους), και ο δεύτερος, αν αυτές έχουν αυτονομηθεί από άτομα, παρέες και πρακτικές, συγκροτώντας μια «δομή», ώστε ο προγραμματικός τους λόγος να εμφανίζεται ενιαίος, και να μην αλλάζει ανάλογα με τα άτομα, τον εργασιακό χώρο, τη γεωγραφική περιοχή κ.ο.κ. Ο δεύτερος λόγος είναι εξίσου σημαντικός, καθώς η εκπροσώπηση ταξικών συνιστά κοινωνική σχέση και όχι προσωπική σχέση. Στις προθέσεις μας είναι να περιγράψουμε το πρόβλημα και να διατυπώσουμε κάποια ερευνητικά ερωτήματα ώστε στη συνέχεια αυτά να υποστηριχτούν  και εμπειρικά.

Ο πρώτος όρος πληρείται σε ένα βαθμό, αν μια πολιτική οργάνωση διαθέτει ικανοποιητικά και αντιπροσωπευτικά ερείσματα στους χώρους δουλειάς, στα εργοτάξια, στη πόλη, στο χωριό κ.α. Εκεί που παράγεται ο κοινωνικός πλούτος και γίνεται αντικείμενο ιδιοποίησης. Εδώ λαμβάνουν χώρα οι διεργασίες (τριβές, ζυμώσεις, δράσεις) που φέρνουν τις ταξικές θέσεις κοντά στην ταξική συνείδηση (ταξική πάλη) δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης. Η σύγκληση ταξικής θέσης και ταξικής συνείδησης είναι το πλέον καθοριστικό στοιχείο για να προσδιορίσουμε τον ταξικό χαρακτήρα μιας πολιτικής οργάνωσης, γιατί αλλιώς ο καθένας/μία μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάνει «ταξικό», «αντικαπιταλιστικό» αγώνα, πόσο μάλλον, όταν πολλοί, αποσυνδέοντας την ταξική συνείδηση από την ταξική θέση (Αλτουσέρ, Πουλαντζάς κ.ά.), διατείνονται πως οι κοινωνικές τάξεις υπάρχουν μόνο μέσα στην πάλη των τάξεων. Έτσι, εφόσον η «πάλη των τάξεων» δεν είναι «αποτέλεσμα των κοινωνικών τάξεων» (Αλτουσέρ, Θέσεις, 1999, σ. 65)», δηλαδή, όσον αφορά στο θέμα μας,  παράγωγο της σύγκλησης ταξικών θέσεων (εργατικών) και ταξικής συνείδησης, οι διάφορες πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς, μπορούν να διατείνονται, χρησιμοποιώντας μια αντικαπιταλιστή φρασεολογία, πως εκφράζουν πολιτικά την εργατική τάξη. Και αυτό, παρόλο που η κοινωνική τους βάση αποτελείται κυρίως από μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα. Όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας/μία, οι θέσεις αυτές που εγγράφονται πρωτίστως στο «δομομαρξισμό» (Αλτουσέρ, Πουλαντζάς, Μπαλιμπάρ κ.ά.), καθιστούν περιττή την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης, αφήνοντας ουσιαστικά την εργατική τάξη στην πολιτική κηδεμονία των μεσαίων στρωμάτων. Έτσι η κινηματική (διαταξική) δράση αυτών των στρωμάτων, -από τη στιγμή που η εργατική τάξη είναι ακέφαλη, χωρίς πολιτική οργάνωση-, μπορεί να προβάλλεται ως  αντιπροσωπευτική και για τους εργάτες/τριες.

Ας έρθουμε στο δεύτερο όρο, αν δηλαδή η πολιτική οργάνωση έχει αυτονομηθεί από τα άτομα, τις παρέες, τις πρακτικές τους κ.ο.κ., ώστε να είναι αξιόπιστη και να μην αλλάζει κατά το δοκούν. Όπως ορθά επισημαίνει ένας βεμπεριανός στοχαστής, ο P. Bourdieu, τα μέλη των υποτελών τάξεων έχουν ανάγκη, σε αντίθεση με την κυρίαρχη (αστική) τάξη που έχει πόρους και μέσα (ομάδες πίεσης, αστικά κόμματα, ιδεολογικούς μηχανισμούς κ.ά.), αλλά και το κράτος,  μόνιμες πολιτικές οργανώσεις («δομή») που θα προσφέρουν στα μέλη τους ένα πρόγραμμα σκέψης και κατ’ επέκταση ένα πλαίσιο δράσης. Αυτή η «δομή» (Κόμμα, πολιτική  οργάνωση κ.λπ.)  θα διασφαλίζει πολιτικά τη συνέχεια της εργατικής τάξης, ώστε τα μέλη της να μην ξαναπέσουν στο διακεκομμένο της εξατομικευμένης ύπαρξης (αναδίπλωση στην ιδιωτική ζωή, αναζήτηση ατομικών οδών σωτηρίας κ.λπ.) (Μπουρντιέ, Μικρόκοσμοι,1992:126-28).

Με βάση αυτούς τους δύο όρους, μπορεί να ελεγχθεί ποιες πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς μπορούν να διασφαλίσουν τη συνέχεια της εργατικής τάξης; Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης να ελεγχθεί ποια πολιτική οργάνωση διασφαλίζει, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ιστορικο-βιωματική συνέχεια της ελληνικής εργατική τάξης, όπως αναπαρίσταται στη συλλογική μνήμη. Η τελευταία συνιστά συμβολικό, πολιτισμικό  και οργανωσιακό πόρο (μεταφορά γνώσης, οργανωτικών πρακτικών, κουλτούρας κ.λπ.). Με αυτή την έννοια η «δομή» έχει μνήμη που συμβάλλει, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), στον ταξικό αυτοπροσδιορισμό της ελληνικής εργατικής τάξης αλλά και στον κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό της ελληνικής κοινωνίας, αφού η ιστορία του είναι συνυφασμένη, τον τελευταίο αιώνα, με την ιστορία της χώρας (Μεσοπόλεμος, Αντίσταση, Εμφύλιος Πόλεμος, Δικτατορία 21ης Απριλίου, Μεταπολίτευση κ.ο.κ.).

Άλλο ένα σημαντικό στοιχείο που οφείλει να χαρακτηρίζει μια πολιτική οργάνωση της Αριστεράς, είναι αν αυτή μπορεί να συνδέσει πολιτικά-οργανωτικά τον ταξικό παράγοντα με το λαϊκό παράγοντα. Αν δύναται να προσεταιριστεί προς όφελος μιας κοινωνικής συμμαχίας με την εργατική τάξη τα μικροαστικά στρώματα στην απλή εμπορευματική παραγωγή (αγρότες, έμποροι, βιοτέχνες κ.ά.). Μόνο έτσι θα ανακοπεί, η  «δομική»  επιρρέπεια αυτών των στρωμάτων, -εξαιτίας της αμφίσημης ταξικής τους θέσης και του φόβου για προλεταριοποίηση-, όπως καταδείχτηκε ιστορικά (βλ. Ύστερη Δημοκρατία της Βαϊμάρης), προς την ακροδεξιά και το φασισμό. Εξίσου σημαντικό για την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης, αν όχι το σημαντικότερο, το πλέον κρίσιμο, για κοινωνίες με καπιταλιστική ταξική διάρθρωση, είναι η σύμπηξη της κοινωνικής συμμαχίας με τα μεσαία στρώματα που φέρουν λειτουργίες του αναβαθμισμένου «συλλογικού εργάτη». Αυτά, ως διαταξικό μόρφωμα, εκφράζουν, τόσο ταξικές καταστάσεις της μισθωτής εργασίας, όσο και λειτουργίες του κεφαλαίου (εποπτική/ελεγκτική εργασία κ.λπ.).

Με βάση τους δύο όρους που θέσαμε παραπάνω (ταξική  βάση, αυτονόμηση της πολιτικής οργάνωσης από πρόσωπα και πρακτικές κ.ά.), μόνο το ΚΚΕ πληροί, όσον αφορά στην ελληνική κοινωνία,  σε σημαντικό βαθμό αυτούς, ενώ διασφαλίζει επίσης, ως «δομή», την πολιτική και ιστορικο-βιωματική συνέχεια της ελληνικής εργατική τάξης. Οι άλλες οργανώσεις της Αριστεράς, έχουν περισσότερο μια διαταξική κοινωνική βάση (μικροαστικά, μεσαία στρώματα, ελεύθεροι επαγγελματίες κ.λπ.) ενώ ως οργανώσεις είναι «αυτοαναφορικές». Διακρίνονται δηλαδή για τον άτυπο χαρακτήρα τους, προέκταση γενεακών-βιωματικών κύκλων. Η  κατανομή ρόλων και λειτουργειών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα πρόσωπα και τις πρακτικές τους, τον τόπο, το χώρο εργασίας κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η άτυπη οργανωτική δομή χαρακτηρίζει και τον ΣΥΡΙΖΑ (βλ. συνιστώσες, «πολιτικές παρέες»  κ.λπ.) και είναι ένας από τους λόγους που αυτός γρήγορα μετατράπηκε  σε αρχηγικό κόμμα. Το γεγονός αυτό δίνει μια πλουραλιστική διάσταση στο προγραμματικό τους λόγο. Ακριβώς γι’ αυτό τα μέλη τους δύναται να αναπτύσσουν μια «αντικαπιταλιστική», ακόμη και «εξεγερσιακή» φρασεολογία, χωρίς «δογματισμούς», ενώ είναι ανοιχτά σε «νεωτεριστικούς» τρόπους ζωής. Με αυτή την έννοια διασκεδάζονται και οι κατηγορίες απέναντι σε ένα κόμμα (με τυπική δομή), για «μονολιθικότητα», «δογματισμό» και «ελεγκτική διάθεση», καθώς αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι δομικά (τυπικά), προέρχονται από την ίδια τη φύση της πολιτικής οργάνωσης. Εξάλλου εδώ τα άτομα δεν συμμετέχουν ως πρόσωπα αλλά ως μέλη και γίνονται φορείς λειτουργιών της οργάνωσης (βλ. και Μουζέλης, Οργάνωση & Γραφειοκρατία, 1991:16-17).

Σε αρκετές πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς, διαφαίνεται επίσης, όπως δείξαμε στην αρχή,  μια αποσύνδεση της κοινωνικής συνείδησης από τις ταξικές θέσεις των μελών τους. Ενώ τα μέλη τους είναι εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί, ελεύθεροι επαγγελματίες κ.ά. αυτές υιοθετούν έναν «εργατίστικο» και «ριζοσπαστικό» λόγο. Ενδεχομένως εθνογραφικές έρευνες, από τη στιγμή που τα πρόσωπα προσδιορίζουν σε σημαντικό βαθμό την οργάνωση, θα μπορούσαν να καταδείξουν, «πηγαίνοντας» στα υποκείμενα,  με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο αυτού του λόγου. Από την άλλη, το γεγονός ότι η κοινωνική βάση αυτών των οργανώσεων συγκροτείται κυρίως από μικροαστικά και μεσαία στρώματα σε συνάρτηση με την αντίληψή τους για την πολιτική δράση (πρωτίστως ως πολίτες και δευτερευόντως ως ταξικά υποκείμενα), προσδίδει στην κοινωνική δράση ένα διαταξικό (κινηματικό) χαρακτήρα ενώ ευνοεί  τον πολιτικό βολονταρισμό. Ως γνωστό οι πολίτες συνιστούν ένα διαταξικό μόρφωμα, γιατί σε αυτό ανήκουν οι εργάτες, τα μεσαία στρώματα, τα αστικά στρώματα, οι αγρότες κ.ο.κ. Έτσι η σφαίρα της πολιτικής εξουσίας αυτονομείται από το οικονομικό-ταξικό στοιχείο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση πως αρκεί η πολιτική (εκλογική) δράση. Ωστόσο η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και η συνέχιση της ίδιας οικονομικής (ταξικής) πολιτικής με ένα μάλιστα επαχθέστερο μνημόνιο, -παρά την κάθετη αντίθεση του εκλογικού σώματος (βλ. Δημοψήφισμα 2015)-, καταδεικνύει το πεπερασμένο του πολιτικού στοιχείου.

Ακριβώς λόγω της κοινωνικής τους βάσης, αλλά και λόγω της ταύτισης των μελών αυτών των οργανώσεων με την ιδιότητα του πολίτη αυτές οι οργανώσεις προσλαμβάνουν ακόμη και σήμερα τον καιροσκοπισμό και τις ανακολουθίες του ΣΥΡΙΖΑ (κατάργηση μνημονίων, αύξηση μισθών κ.λπ.) σαν να πρόκειται για προσωπικές σχέσεις. Δηλαδή με βολονταριστικούς και ηθικιστικούς όρους («λείπει η πολιτική βούληση», «αθέτηση υποσχέσεων», «Ο Τσίπρας έγινε πουλέν του αστικού πολιτικού συστήματος»  κ.λπ.). Σύμφωνα λοιπόν με την κοινωνική βάση αυτών των πολιτικών οργανώσεων, τις ταξικές θέσεις και την εργασιακή κατάσταση των μελών τους (ημι-αυτόνομα εργασιακά περιβάλλοντα, θέσεις κύρους, πολιτισμικό κεφάλαιο κ.λπ.), όπως έχει δείξει επίσης ο D. Geary (Το Ευρωπαϊκό εργατικό Κίνημα, 1988), -ερμηνεύοντας τη διάσπαση του εργατικού κινήματος σε σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές-,  οι ετικέτες ρεφορμισμός, οπορτουνισμός κ.λπ. δεν είναι κενές περιεχομένου. Αυτές θέλουν να υποδείξουν πως οι πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς (μέρος της οποίας είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ) μεταθέτουν το ζήτημα, εξαιτίας της κοινωνικής τους βάσης (μικροαστικά και μεσαία στρώματα), από την προγραμματική της κατάργησης των εκμεταλλευτικών σχέσεων και την κοινωνική χειραφέτηση  στις «ριζοσπαστικές» μεταρρυθμίσεις (ρεφορμισμός).