Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Η ΛΑΝΤΖΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Κριτική παρουσίαση Άννεκε Ιωαννάτου //

«Σύγχρονο Θέατρο» ανεβαίνει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο ακυρώνει την ψευδαίσθηση, για όσους την έχουν ακόμα, ότι δεν ζούμε σε ταξική κοινωνία. Είναι του Καναδού Morris Panych, που τοποθετεί το θεατή στο υπόγειο ενός πολυτελούς εστιατορίου, όπου μπαίνουν τα άπλυτα πιατικά από τον πάνω όροφο και τα ανεβάζουν πάλι πλυμένα οι λαντζέρηδες. Ο συμβολισμός σαφής. Οι από κάτω “(ξε)πλένουν” τους από πάνω.

Τρεις άντρες σε τρεις διαφορετικές ηλικίες δουλεύουν εκεί αντιπροσωπεύοντας τρεις διαφορετικές στάσεις απέναντι στη ζωή τους ως εργαζόμενοι-λαντζέρηδες. Ένας είναι γέρος πια και πεθαίνει-κυριολεκτικά – στη δουλειά. Η λέξη «σύνταξη» στο έργο ακούγεται μόνο μια φορά και , εκφρασμένη διστακτικά από το γέρο, ακούγεται περίεργα στα αυτιά των άλλων. Δεν απαντούν, αλλά η έκφραση στο πρόσωπό τους προδίδει ένα «σύνταξη; Τι λέει αυτός!», αλλά ταυτόχρονα μια απόμακρη νοσταλγία. Για τι; Για μια καλύτερη κοινωνία; Ο νέος ονειρεύεται άλλα πράγματα, του τη δίνει η χαμοζωή και φεύγει κάποια στιγμή για να τον ξαναδούμε αργότερα να κατεβαίνει κουστουμαρισμένος τις σκάλες προς το υπόγειο. Έτρωγε πάνω. Ανέβηκε κοινωνικά. Κατέβηκε λίγο για να δει τους παλαιούς του συνάδελφους λαντζέρηδες. Κάτω χλευάζει τους άλλους, αλλά ωστόσο, από κάποια ημι-μασημένα λόγια του, φαίνεται ότι δεν έγινε και τόσο αποδεκτός από την πάνω τάξη, με την οποία συντρώει πια. Στους κάτω, ναι μεν, δίνουν φαγητό, αλλά …όχι απ’ αυτό που τρώνε πάνω. Ψυχολογικά ο νέος, που «τα κατάφερε», δεν είναι καθόλου καλά, καθόλου «φτασμένος». Παντρεύτηκε πλούσια, αλλά δεν τον χωνεύει ο πεθερός του. Η τρίτη στάση είναι αυτή του «αρχι-λαντζέρη» που είναι χρόνια στη δουλειά. Έχει συμβιβαστεί, έχει υιοθετήσει ρόλο αφ’ υψηλού έως και «λάιτ» τυραννικό απέναντι στους συνάδελφους λαντζέρηδες. Τα ξέρει όλα…Η ψυχολογία του είναι αυτή του κυριαρχικού απέναντι σ’ αυτούς με τους οποίους μοιράζεται το μόχθο και τη χαμοζωή. Κάτι είναι κι αυτό. Όμως έτσι, διασπάται κάθε ενδεχόμενη εργατική ενότητα. Κάνοντας τον εαυτό του ένα είδος «αφεντικό» του υπογείου, νοιώθει, ότι τα έχει βολέψει. Ίσως, στο βάθος όμως, να υπάρχει ένα σαράκι μέσα του. Ένα ψήγμα σκέψης συνδικαλισμού και κατάκτησης δικαιωμάτων αιωρείται κάποια στιγμή στον αέρα ξεκινώντας από το νέο λαντζέρη. Δηλαδή, απ’ αυτόν που αργότερα κάνει καριέρα και «ανεβαίνει». Ωστόσο, δεν προχωράει η έστω ελάχιστη συλλογική συνειδητοποίηση και ο καθένας βυθίζεται στη μίζερη ατομικότητά του. Πεθαίνει ο γέρος και προς το τέλος του έργου μπαίνει ένας καινούργιος λαντζέρης, αρκετά νέος κι αυτός, χαζοχαρούμενος και πανευτυχής. Αφού βρήκε δουλειά. Δέχεται με χαμόγελο τον αυταρχισμό του κυριαρχικού αρχι-λαντζέρη. Δεν ξέρουμε τι θα απογίνει. Το έργο τελειώνει.

Μαζί με το μονότονο ήχο των τεράστιων πλυντηρίων πιάτων που στιγμές στιγμές «κουφαίνει» το θεατή, ο μόχθος και το βύθισμα στη μοίρα συνεχίζονται. Ατομική λύση δεν υπάρχει. Η ταξικότητα του έργου αναδεικνύεται πιο πολύ μέσα από την α-ταξικότητα των εργαζομένων κι ας ακούγεται αντιφατικό. Ο συγγραφέας έκανε με το έργο αυτό μια πολύ σωστή ψυχολογική ακτινογραφία.

Αξίζει να το δείτε.

«Σύγχρονο Θέατρο», Ευμολπιδών 45, Γκάζι. Στάση μετρό: Κεραμεικός. Τηλ.:210-3464380