• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Η νεοφιλελεύθερη αμηχανία μπροστά στην ποίηση της καπιταλιστικής κρίσης

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης  //

Πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2017 και με αφορμή την έκδοση του (τότε) νέου τεύχους του περιοδικού Θράκα εκδήλωση – συζήτηση με θέμα «Πως μιλάμε για την σύγχρονη ελληνική ποίηση» με ομιλητές τον Γιάννη Μπασκόζο, συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον Θωμά Τσαλαπάτη, ποιητή καθώς και τον Βασίλη Λαμπρόπουλο, καθηγητή Πανεπιστημίου.
«Αριστερή μελαγχολία»

Στο σημείωμα που ακολουθεί δεν έχουμε σκοπό να περιγράψουμε και να αναλύσουμε το σύνολο της συζήτησης την οποία μπορείτε να παρακολουθήσετε διαδικτυακά (εδώ και εδώ). Αντίθετα, θα επικεντρωθούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά του ζητήματος που ανέδειξε στη βασική του παρέμβαση ο καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος. Συγκεκριμένα στο σημείο όπου διερευνάται στο πώς (μπορούμε να) τοποθετούμε, διαπραγματευόμαστε και διαχειριζόμαστε την σύγχρονη ελληνική ποίηση σήμερα. Στην παρέμβαση του αυτή ο Λαμπρόπουλος χρησιμοποιεί τον όρο της «αριστερής μελαγχολίας» για να καθορίσει και να περιγράψει μία τάση στο σύνολο της ελληνικής ποιητικής παραγωγής σε βάθος τουλάχιστον δεκαπενταετίας (επισημαίνοντας πως δεν θέλει να ορίσει το σύνολο της ποιητικής παραγωγής), θέτοντας μία ιδέα υπό «επιφύλαξη και αμφισβήτηση», όπως δηλώνει ο ίδιος, περιγράφοντας παράλληλα μία τάση «με έναν όρο που προέρχεται από αλλού, αχρωμάτιστο, που προέρχεται εκτός της ελληνικής παραδόσεως». Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Λαμπρόπουλος, δεν δέχεται τον όρο «ποίηση της κρίσης», ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει μέσα από αυτές τις σελίδες, ότι γνωρίζει μεταξύ των ποιητών της νέας γενιάς και διάφορων κριτικών μια κάποια αναγνώριση, αποτελώντας παράλληλα ένα μάλλον ασφαλές βήμα για την καλύτερη ανάγνωση και μελέτη της περιόδου που διανύουμε, ποιητικά και κοινωνικά, μακριά από εξωκοινωνικές και εξωλογοτεχνικές θεωρίες.

Άρνηση

Ο Λαμπρόπουλος στην άρνηση του αυτή επιχειρηματολογεί προτάσσοντας διάφορα σημεία που, προσωπικά τουλάχιστον, μας θυμίζουν τις (νέο)φιλελεύθερες ερμηνείες για την κρίση και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στα μέρες μας. Η παράθεση του συνόλου της κεντρικής του εισήγησης του Βασίλη Λαμπρόπουλου μπορεί να μας δώσει αυτή την εικόνα, την οποία θα προσπαθήσουμε να σχολιάσουμε στη συνέχεια:

«Δεν είναι ποίηση της κρίσης διότι δεν είναι ποίηση που καθρεφτίζει, αυτή είναι μια ποίηση η οποία δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα γι’ αυτό βλέπουμε ακριβώς πολλοί από αυτούς τους ποιητές όταν τους απέδωσαν μια προσπάθεια να σχολιάσουν την κρίση αρνήθηκαν, αντιστάθηκαν. Αν πούμε ότι είναι ποίηση της κρίσης κάνουμε δύο λάθη, πρώτον, αυτό σημαίνει ότι έτσι και ξεπεραστεί κάποια στιγμή η κρίση ξεπεράστηκαν και αυτοί και ξεχάστηκαν άρα είναι απλώς ένα επικαιρικό φαινόμενο που είναι πολύ άδικο απέναντι σε αυτό το πολύ πλούσιο ποιητικό έργο, οπότε και για αυτό το λόγο δεν είναι, γιατί αυτή η ποίηση θα διαρκέσει δεν θα εξαφανιστεί , η κρίση δεν θα την παρασύρει μαζί της . Και το δεύτερο είναι ότι είναι ποίηση της ποιητικής κρίσης, είναι ποίηση της λογοτεχνικής κρίσης, της πολιτιστικής κρίσης, οπότε μας προσκαλεί να σκεφτούμε και προκύπτει όχι από φαινόμενα κοινωνικά και οικονομικά, παρόλο που φυσικά σχετίζεται με αυτά, αλλά από πολιτιστικές, λογοτεχνικές, γλωσσικές, κωδικές διεργασίες που οι ίδιοι οι ποιητές αντιλήφθηκαν και επεξεργάστηκαν κι έτσι εάν μας ενδιαφέρει αξίζει να συνεχίσουμε να την παρακολουθούμε. Είναι ακριβώς μία κρίση πολιτισμού, ελληνικού ή και παγκόσμιου, αν θέλετε και όχι μόνο οικονομική. Και θα κλείσω με ένα τελευταίο σχόλιο, που έχει να κάνει και με την ιστοσελίδα της Θράκας, ξαφνικά εμείς οι οποίοι ζούμε στην Αμερική και ξαφνικά μια ημέρα ξημερωθήκαμε με Ντόναλντ Τραμπ αντιληφθήκαμε τι θα πει ακριβώς αριστερή μελαγχολία που είναι όχι η μελαγχολία να έχεις τον Τραμπ πρόεδρο αλλά η μελαγχολία του να αντιληφθείς τι συνέβη στο Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία οκτώ χρόνια και πως πράγματα μέσα στην, ας την πούμε, αμερικανική Αριστερά, δεν εμπόδισαν αυτό το φαινόμενο. Επομένως ξαφνικά οι σύγχρονοι Έλληνες και Αμερικανοί ποιητές έχουν πολλά πράγματα να συζητήσουν και να πούνε μεταξύ τους, ακριβώς διότι από πολύ διαφορετικούς δρόμους ζούνε αυτό το ερώτημα ότι η ποίηση τον 20ο αιώνα σημαίνει τι; κάνει τι;»

Προβληματική τοποθέτηση

Κατά τη γνώμη μας το παραπάνω αποτελεί μια πολύ προβληματική τοποθέτηση. Αρχικά, γιατί διεκδικεί να ερμηνεύσει την σύγχρονη ποιητική παραγωγή, έστω ένα μέρος της, εκτός της υπάρχουσας κοινωνικοπολιτικής κατάστασης η οποία δεν είναι άλλη από την δεκαετή κρίση, τόσο στο οικονομικό πεδίο, όσο και στο ιδεολογικό, του κυρίαρχου πολιτικού και οικονομικού συστήματος, του καπιταλισμού και στη συνέχεια γιατί η αξιοποίηση της θέσης σχετικά με την «αριστερή μελαγχολία» δεν είναι τίποτα άλλο από μία στείρα ελληνοκεντρική ανάλυση της νεοελληνικής ποίησης (ή έστω ενός τμήματος της), που βέβαια δεν πρωτοτυπεί εφόσον μας θυμίζει τις σχετικές και μάλλον ξεπερασμένες αναλύσεις για την «Ποίηση της Ήττας». Για να είμαστε μάλιστα ειλικρινείς και τίμιοι στις εκτιμήσεις μας η «αριστερή μελαγχολία» ξεκινάει από μια ιδιαίτερα συντηρητική βάση, η οποία προκαταλαμβάνει την ιστορική και πολιτική εξέλιξη, εφόσον προσπαθεί να αποδείξει και να ερμηνεύσει μια θεωρητική (και μόνο) ήττα του κόσμου της εργασίας και της διανόησης, που υποτίθεται ήρθε από την διάψευση των ελπίδων που υποσχέθηκε αλλά δεν έκανε πραγματικότητα η «αριστεροδεξιά» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, στην «Ποίηση της Ήττας» όντως εκφράζεται μια υπαρκτή απογοήτευση και μελαγχολία, τόσο μέσα στοκ κόσμο της εργασίας που αποτέλεσε αυτόν που αντιστάθηκε στους Γερμανούς ναζί ή τους ταγματασφαλίτες αλλά και στην αγγλοαμερικανική «βοήθεια» των ναπάλμ όσο και στην αριστερή διανόηση σχετικά με την αποτυχία της επαναστατικής διαδικασίας της περιόδου της Αντίστασης και μετά. Αλλά ακόμα κι εδώ θα παρατηρήσουμε ότι αυτό ήταν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο: όταν οι αντιστάσεις και οι αγώνες έπιασαν το νήμα από την αντιστασιακή εποποιία η «Ποίηση της ήττας» έπαψε να έχει λόγο ύπαρξης και περιορίστηκε μόνο στην ποιητική έκφραση και όχι στους κοινωνικούς αγώνες.

Η απογοήτευση καθώς και η κούραση ή το μούδιασμα, αν θέλετε, που ως φυσική συνέπεια ακολούθησε αυτή την πολιτική δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει κάποιου είδους «ήττα». Και αν αυτό έχει μια έντονη παρουσία στην σύγχρονη, αλλά πολύ σύγχρονη, νεοελληνική ποίηση, δεν σημαίνει ότι είναι και ο κανόνας – δυστυχώς, για την ώρα ελπίζουμε, αυτή η θέση της «μη ήττας» αποδεικνύεται όχι μέσα από τα διάφορα ποιήματα και τους δημιουργούς τους αλλά από τους απεργιακούς, αντιφασιστικούς και κοινωνικούς αγώνες που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση τα τελευταία χρόνια και όπου δεν αφήνουν στο απυρόβλητο ούτε την υπάρχουσα κυβέρνηση και τα καμώματα της. Αλλά εάν η σύγχρονη ποίηση δεν μπορεί να αντιληφθεί ή έστω να προσεγγίσει αυτή την πραγματικότητα, αυτό αποτελεί αποκλειστικά και μόνο δική της ευθύνη. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως αυτό αποτελεί και απόδειξη ότι η σύγχρονη ποίηση, σε ένα μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, παραμένει αποστασιοποιημένη από τις δράσεις που αναπτύσσουν οι εργαζόμενοι κι οι εργαζόμενες που το πιθανότερο είναι να αδιαφορούν με τη σειρά τους για την ποίηση και τους ποιητές…

Από την άλλη η αλήθεια είναι ότι με τον ορισμό «ποίηση της κρίσης» δεν μπορούμε να περιγράψουμε ένα ενιαίο, αισθητικά και ιδεολογικό ρεύμα μέσα στους ποιητές μας. Όπως είχαμε σχολιάσει σε προηγούμενη παρέμβαση μας:

«Οι κοινωνικοί προβληματισμοί, η κοινωνική και αγωνιστική απογοήτευση, η ανάδειξη της ψυχολογίας (ατομικής και συλλογικής) ως καθοριστικού παράγοντα για μια ποίηση της αμφισβήτησης, η αστική μοναξιά, ο χρόνος και η ιστορία του τόπου, η σάτιρα και η οργή, η φασιστική απειλή, οι προσωπικές ιστορίες διάφορων προσώπων που αντιπροσωπεύουν τους εξαθλιωμένους της γης και διάφορες γενικεύσεις σχετικά με τα προαναφερθέντα θέματα εντοπίζονται σε μία σειρά διαφορετικών μεταξύ τους ποιητών. Αυτή η τάση, σε σύνδεση πάντα με την αναζήτηση μιας ποιητικής φόρμας, με έντονη προφορικότητα ή με ένα σχηματικό πεζογραφικό λόγο αλλά και αξιοποιώντας τις κατακτήσεις των προηγούμενων ποιητικών γενιών, γιγαντώνεται όσο η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και εξαθλιώνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της επισφαλούς εργαζόμενης πλειοψηφίας ανεξαρτήτως ηλικίας.

Το παρελθόν, ιστορικό και φανταστικό, πραγματικό και κατασκευασμένο στα εργαστήρια των αστών ιστορικών και οικονομολόγων αλλά και η πραγματική ιστορία που γράφεται καθημερινά, συνειδητά ή και ασυνείδητα, στους δρόμους, στις απεργίες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, στις ουρές της Εφορίας και των ΚΕΠ, στα σπίτια με έλλειψη θέρμανσης, στα καταφύγια αστέγων είναι το υπόβαθρο που αναπτύσσεται αυτή η τάση της ποίησης μας που κάποιοι ονομάζουν ποίησης της κρίσης ή και ποίηση της αγανάκτησης ενώ υπάρχουν κι αυτοί που αρκούνται σε μια ιδεαλιστική προσέγγιση αυτών των ζητημάτων ή και σε μία, ηθελημένη στις περισσότερες φορές, άγνοια αυτών των ζητημάτων. Με βάση αυτή την οπτική θέσεις που καταγγέλλουν ποιητικές δημιουργίες λίγο έως πολύ ως προπαγανδιστικές, γιατί δήθεν μοιάζουν με προκηρύξεις (δηλαδή, τι κακό έχουν οι προκηρύξεις;) είναι άκαιρες και οπωσδήποτε άκομψες ενώ υπηρετούν, έστω και άθελα τους, άλλες λογικές.»

]Αλλά βέβαια αυτό ακριβώς είναι στις μέρες μας η «ποίηση της κρίσης»: η αναζήτηση έκφρασης και ηθικής-ψυχολογικής και κοινωνικής ανάτασης σε ένα ρευστό κοινωνικοπολιτικό τοπίο .

Μια περίεργη λαθροχειρία

Σημειώνει επίσης ο Λαμπρόπουλος ότι «Δεν είναι ποίηση της κρίσης διότι δεν είναι ποίηση που καθρεφτίζει, αυτή είναι μια ποίηση η οποία δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα γι’ αυτό βλέπουμε ακριβώς πολλοί από αυτούς τους ποιητές όταν τους απέδωσαν μια προσπάθεια να σχολιάσουν την κρίση αρνήθηκαν, αντιστάθηκαν [..]» διαπράττοντας μια περίεργη, κατά τη γνώμη μας πάντα, λαθροχειρία, γιατί η «ποίηση της κρίσης» αποδεικνύεται ότι καθρεφτίζει ακριβώς την ρευστή και αντιφατική πραγματικότητα, όπως πριν λίγο προσπαθήσαμε να αποδείξουμε και θεωρώντας παράλληλα ως επιβεβαίωση της θέσης του, ότι δηλαδή δεν είναι ποίηση της κρίσης, καθώς υπάρχουν ποιητές που αρνήθηκαν να σχολιάσουν την συγκεκριμένη κατάσταση. Αλλά η έλλειψη απάντησης ή σχολιασμού της συγκεκριμένης κατάστασης δεν αποδεικνύει τίποτα το συγκεκριμένο, αντίθετα αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι κάποιοι ποιητές αδιαφορούν προκλητικά για τις κοινωνικές εξελίξεις.

Φυσικά, ακόμα και όταν ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση (κι εδώ έχει σημασία πότε αλλά και πως θα ξεπεραστεί: με μια επιστροφή στην καπιταλιστική «κανονικότητα» ή με μια πλήρης καταστροφή του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού;), αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η «ποίηση της κρίσης» θα εξαφανιστεί. Τέλος, χρειάζεται εδώ ακόμα μια επισήμανση: η λογοτεχνική και ευρύτερα η καλλιτεχνική κρίση προκύπτει κυρίως από την οικονομική και πολιτικοκοινωνική κρίση: όταν στις αστικές πολιτείες, υπάρχει εξασφαλισμένη η κοινωνική συναίνεση μεταξύ των αντιμαχόμενων τάξεων, επιβάλλοντας στην εργαζόμενη πλειοψηφία την ιδεολογική και πολιτική υπεροχή της αστικής τάξης, τότε όλα μοιάζουν τακτοποιημένα και στον χώρο της διανόησης και του πολιτισμού. Όλα μοιάζουν (και είναι προσωρινά, ασφαλώς) τακτοποιημένα, με αποτέλεσμα οι κατώτερες τάξεις να μην αμφισβητούν το κυρίαρχο σύστημα κι οι κυβερνώντες να μπορούν απρόσκοπτα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα τους. Αυτό αλλάζει (όπως έχει συμβεί στις μέρες μας) όταν το σύστημα μπαίνει σε κρίση: η οικονομία καταρρέει, το σκληρό και γνήσια καταπιεστικό πρόσωπο του συστήματος βγαίνει απροκάλυπτα στην επιφάνεια και όλες οι ιδεολογικές βεβαιότητες του προηγούμενου διαστήματος γίνονται σκόνη – εκεί ξεκινάει η αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και οι κάθε λογής κρίσεις, μαζί τους και η λογοτεχνική.

Αμηχανία

Όλα τα παραπάνω δηλώνουν την αμηχανία της νεοφιλελεύθερης διανόησης μπροστά σε μια διαδικασία που , μέσα στην ρευστότητα της και στις αντιφάσεις της, αμφισβητεί με δραστικά γόνιμο τρόπο κάθε προηγούμενη ιδεολογική, ηθική, αισθητική και πολιτική βεβαιότητα. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι η νεοφιλελεύθερη διανόηση προσπαθεί παράλληλα να οριοθετήσει με βάση τα δικά της συμφέροντα και τις ιδιοτροπίες της, την σύγχρονη ποιητική παραγωγή, εστιάζοντας στη μορφή αλλά όχι και στο περιεχόμενο και προκαταλαμβάνοντας την ιστορική, πολιτική και αισθητική συνέχεια ενός φαινομένου που μόνο στην αρχή του βρισκόμαστε.

Έργο (φωτομοντάζ) της Γερμανίδας εικαστικού Χάνα Χοχ (Hannah Höch – 1 Νοεμβρίου 1889 – 31 Μαΐου 1978

 _______________________________________________________________________________________________________

Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό Ατέχνως. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.