Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Η Συνθήκη των Σεβρών

Τη μικρασιατική εκστρατεία πρέπει να την προσεγγίσουμε ως μια πολεμική ενέργεια, ενταγμένη στο διεθνές ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, που διαμορφωνόταν με βάση τα αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Αντάντ, (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), επιβουλεύονταν τα πετρέλαια της Μοσούλης και, επομένως, ήθελαν να εδραιώσουν τις θέσεις τους και στην περιοχή του οθωμανικού κράτους. Γεγονός που συνεπαγόταν και ενέργειες για το διαμελισμό του. Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποίησαν και τον ελληνικό στρατό. Ταυτόχρονα το εθνικοαπελευθερωτικό, αστικοδημοκρατικό επαναστατικό κίνημα στην Τουρκία, με επικεφαλής το Μουσταφά Κεμάλ, συγκροτεί κυβέρνηση στην Αγκυρα στις 23 Απρίλη του 1920 και έρχεται σε πλήρη ρήξη με τον σουλτάνο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αντιλαμβανόμενες ότι ο σουλτάνος δεν είναι σε θέση να τσακίσει την επανάσταση, βάζουν μπρος το στρατιωτικό σχέδιο, με κύρια δύναμη τον ελληνικό στρατό, αλλά και τα δικά τους στρατεύματα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Κεμάλ δε φέρνουν αποτέλεσμα. Ετσι στις 10 Αυγούστου, υπογράφεται στις Σέβρες της Γαλλίας η Συνθήκη των Σεβρών, που ουσιαστικά ενίσχυε την αποικιακή υποδούλωση της Τουρκίας. Η κυβέρνηση Βενιζέλου ανέλαβε την επιβολή της συγκεκριμένης Συνθήκης, η οποία απορρίφτηκε από την κυβέρνηση Κεμάλ. Ετσι, γενικεύτηκε, ουσιαστικά, ο πόλεμος στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Ας δούμε το ρόλο της Συνθήκης των Σεβρών στην ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής όπως τον αναλύει ο Χρήστος Τσιντζιλώνης σε άρθρο του στην ΚΟΜΕΠ, Τεύχος 3/2000.

Αφού οι δυνάμεις της Αντάντ δεν κατάφεραν, με τις επιχειρήσεις του Ιούνη, να αναγκάσουν την επαναστατική Τουρκία σε συνθηκολόγηση, προσπάθησαν να βρουν διέξοδο με τη χρησιμοποίηση του σουλτάνου στο ρόλο του ηττημένου. Φώναξαν τα μέλη της σουλτανικής κυβέρνησης (που στην πραγματικότητα ήταν υπάλληλοι της Αγγλίας) στο Παρίσι και τους έβαλαν να υπογράψουν τη γνωστή Συνθήκη των Σεβρών.«Το φάντασμα της Κωνσταντινούπολης, ο σουλτάνος», γράφει ο Ν. Ψυρούκης, «μπορούσε να υπογράψει όσα χαρτιά κι αν ήθελαν οι δυνάμεις της Αντάντ. Η πραγματική, όμως, Τουρκία του 1920, που την εκπροσωπούσε η κυβέρνηση της Αγκυρας, δεν είχε δεχτεί κανέναν όρο τους. Το φιάσκο των Σεβρών μόνο για την τύχη ενός έθνους είχε τραγικές συνέπειες. Και το έθνος αυτό ήταν το ελληνικό»1.

Η συνθήκη που υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1920 στις Σέβρες, κοντά στο Παρίσι, ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Χατζάζη (Σαουδική Αραβία), την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, την Τσεχοσλοβακία και τη Γιουγκοσλαβία από τη μια, και τη σουλτανική κυβέρνηση της Τουρκίας από την άλλη, ήταν μια ληστρική συνθήκη που ουσιαστικά κατέλυε την Τουρκία σαν κυρίαρχο κράτος.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών, η έκταση της Τουρκίας ελαττωνόταν έως το ένα πέμπτο. Η Συρία, η Παλαιστίνη, η Μεσοποταμία και η Χατζάζη κηρύσσονταν τυπικά ανεξάρτητα κράτη. Και λέμε τυπικά, γιατί ουσιαστικά γίνονταν αποικίες – προτεκτοράτα, η πρώτη της Γαλλίας και οι άλλες της Μεγάλης Βρετανίας, μια και τα κράτη αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Συνθήκης, κρίνονταν μη ικανά για αυτοκυβέρνηση. Η Τουρκία έχανε κάθε επικυριαρχία πάνω στην Αίγυπτο, η οποία γινόταν προτεκτοράτο της Μεγάλης Βρετανίας, στην οποία παραχωρούνταν επίσης η Κύπρος, το Σουδάν, καθώς και τα δικαιώματα της Τουρκίας στη ναυσιπλοΐα του Σουέζ. Αναγνωριζόταν το προτεκτοράτο της Γαλλίας στο Μαρόκο και την Τυνησία και η Λιβύη παραχωρούνταν στην Ιταλία.
Επιπλέον, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), με ιδιαίτερη συμφωνία μοίραζαν μεταξύ τους σε «σφαίρες επιρροής» και ό,τι απέμεινε ακόμα από την Τουρκία, με πρόσχημα να τη βοηθήσουν ν’ αναπτύξει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της και να φροντίσουν για τα συμφέροντα των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών, στην Ελλάδα παραχωρούνταν η Δυτική και Ανατολική Θράκη ως τη γραμμή Τσατάλτζας κοντά στην Κωνσταντινούπολη και τα νησιά Ιμβρος και Τένεδος, καθώς και η Σμύρνη με την ενδοχώρα της, όπου τυπικά αναγνωριζόταν η τουρκική κυριαρχία με το να κυματίζει η οθωμανική σημαία στα φρούρια της πόλης.

Η Σμύρνη, σύμφωνα με τα άρθρα 65-83 της Συνθήκης, μόνο μετά από 5 χρόνια και κατόπιν δημοψηφίσματος των κατοίκων της θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου, η οποία γινόταν αυτόνομη και μόνο μετά από δημοψήφισμα θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα.

Η Κωνσταντινούπολη αναγνωριζόταν πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους, υπό την αίρεση των συμμάχων, για την περίπτωση που η Τουρκία δε θα τηρούσε τα συμφωνημένα. Τα Στενά των Δαρδανελίων κηρύσσονταν ουδέτερη και αφοπλισμένη ζώνη.

Η Συνθήκη των Σεβρών αφόπλιζε την Τουρκία (της άφηνε ολιγάριθμες αστυνομοστρατιωτικές δυνάμεις) και άφηνε ελεύθερη τη δίοδο των Στενών, εκτός από τα πολεμικά και τα εμπορικά πλοία, πράγμα που έθετε κάτω από τον έλεγχο των Αγγλογάλλων το εμπόριο και την ασφάλεια των χωρών της Μαύρης Θάλασσας.

Οι «παραχωρήσεις» των μεγάλων δυνάμεων προς την Ελλάδα αποσκοπούσαν στη χρησιμοποίησή της για την αντιμετώπιση του κεμαλικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το οποίο, αφού ξεπέρασε τις πρώτες δυσκολίες, κατόρθωσε να δημιουργήσει αξιόμαχο στρατό που κατάφερε σοβαρά χτυπήματα στους συμμάχους, φτάνοντας ν’ απειλεί και την Κωνσταντινούπολη και τα Δαρδανέλια. Η ανάληψη από τις δυνάμεις της Αντάντ μιας σοβαρής στρατιωτικής επιχείρησης για τη συντριβή του κεμαλικού κινήματος παρουσίαζε σοβαρότατες δυσκολίες γι’ αυτές. Ετσι, η χρησιμοποίηση του ευρισκόμενου πια στη Μικρά Ασία ελληνικού στρατού ήταν η πιο πρόσφορη λύση εκείνη τη στιγμή, για την αντιμετώπιση της άμεσης κεμαλικής απειλής. Λύση που διευκολυνόταν από τις δηλώσεις του Βενιζέλου για την επιβολή, με τη δύναμη των ελληνικών όπλων, της Συνθήκης.

Οπως αναφέρει ο Φραγκούλης, ο Βενιζέλος σε τηλεγράφημά του από το Λονδίνο προς τον υπουργό Εξωτερικών στην Αθήνα ανέφερε ότι ο Αγγλος υπουργός των στρατιωτικών, Τσόρτσιλ, του είπε ότι η αγγλική κυβέρνηση θέλει να μάθει αν η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να επιβάλει στρατιωτικά τους όρους της Συνθήκης, γιατί η Αγγλία έχει άλλες απασχολήσεις και δεν μπορεί να δώσει στην Ελλάδα άλλη βοήθεια, παρά μονάχα πολεμικό υλικό. Οτι η Ελλάδα δεν μπορεί να υπολογίζει στη συνεργασία Γαλλίας – Ιταλίας. Κι ο Βενιζέλος όχι μόνο δέχτηκε όσα του σύστησε ο Τσόρτσιλ, αλλά και ανέλαβε να αποκαταστήσει την τάξη σε έκταση εφταπλάσια απ’ ό,τι προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών2.

Γιατί, λοιπόν, να μη χρησιμοποιήσουν οι ιμπεριαλιστές την προσφορά αυτή του Βενιζέλου, που στη δοσμένη κατάσταση παρουσιαζόταν σαν ο καλύτερος τρόπος πραγματοποίησης του αποφασισμένου διαμελισμού του τουρκικού κράτους; Οι ίδιες οι δυνάμεις δε θα διακινδύνευαν ούτε αίμα, μα ούτε και χρήμα, από τη μια, και από την άλλη, κρατώντας τις αποστάσεις τους από τον Κεμάλ, θα άφηναν ανοιχτή την πόρτα για ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις, προσεγγίσεις και συμφωνίες μαζί του στο μέλλον.

Οι κίνδυνοι μιας αποτυχίας, σ’ αυτή την περίπτωση, δε θα απέκλειαν στις μεγάλες δυνάμεις, και ιδιαίτερα στην Αγγλία, άλλους τρόπους πραγματοποίησης των βλέψεών τους στην περιοχή.

Σε μια τέτοια βάση στηρίχτηκε το 1920 η σύμπτωση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και σκοπών, σχετικά με το ρόλο που θα έπαιζε ο ελληνικός παράγοντας στη δοσμένη στιγμή. Η βάση αυτή, όμως, θα αποδειχτεί από την εξέλιξη των γεγονότων ότι δεν ήταν στέρεη.

Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης, ο Σφόρτσα, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, «προέβαινεν εις την δήλωσιν ότι η Ιταλία δεν θα απεχώρη εκ της Δωδεκανήσου, η δε Γαλλία περιήρχετο εις αντίθεσιν προς την Αγγλίαν, διά τα αφορώντα την Μικράν Ασίαν και την Τουρκίαν εν γένει, της οποίας ανελάμβανε την ενίσχυσιν»3 .

Η Συνθήκη των Σεβρών στάθηκε θνησιγενής, γιατί δεν επρόκειτο για κλείσιμο ειρήνης, αλλά για συνέχιση του πολέμου, και υπογράφηκε από δυνάμεις που είχαν αντίθετες επιδιώξεις και συμφέροντα και που είχαν αποφασίσει να μην την εκτελέσουν.

Είναι χαρακτηριστικό, πως ο ίδιος ο πρόεδρος της Γαλλίας, Πουανκαρέ, παρομοίασε τη συνθήκη που υπογράφηκε στις Σέβρες «σαν ένα πράμα εύθραυστο, ίσως σπασμένο βάζο». Η τύχη της Συνθήκης αφέθηκε να κριθεί στο μέτωπο των επιχειρήσεων, σ’ έναν άγριο πόλεμο, που ανατέθηκε από τους Αγγλους στον ελληνικό στρατό.

Η σοβιετική Ρωσία θεώρησε τη Συνθήκη των Σεβρών σαν την πιο ληστρική συνθήκη του συστήματος των Βερσαλλιών.

Το αντιαποικιακό εθνικό απελευθερωτικό κίνημα στην Τουρκία και την Εγγύς Ανατολή δεν μπορούσε να ανεχθεί μια συνθήκη που δυνάμωνε την αποικιακή εκμετάλλευση και υποδούλωση. Η νέα Τουρκία του Κεμάλ, που δεν αναγνώρισε τη συνθήκη, αντέδρασε αποφασιστικά. Ορθώθηκε σ’ έναν άγριο πόλεμο, σε μια θανάσιμη πάλη για την υπεράσπιση της εθνικής της ανεξαρτησίας.

Το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί, με την ενεργό ανάμειξη της Ελλάδας στη μικρασιατική περιπέτεια, όξυνε την εσωτερική κρίση. Τα πάθη και τα μίση ανάμεσα στη βενιζελική και αντιβενιζελική παράταξη κορυφώθηκαν, με τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου στις 12.8.1920 και τη δολοφονία από τους βενιζελικούς του Ιωνα Δραγούμη.

Οσο η εξέλιξη των γεγονότων ξεσκέπαζε τους πραγματικούς σκοπούς της εκστρατείας και όσο μεγάλωνε η αιμορραγία εξαιτίας του πολέμου, τόσο μεγάλωνε και η αγανάκτηση του ελληνικού λαού. Σε συνθήκες ογκούμενης λαϊκής αγανάκτησης και οργής, το Νοέμβρη του 1920, τα ενωμένα αντιβενιζελικά κόμματα κατεβαίνουν στις εκλογές με τα δημαγωγικά συνθήματα του τερματισμού της μικρασιατικής εκστρατείας και της επιστροφής των φαντάρων στα σπίτια τους. Η επίπλαστη φιλειρηνική αντιπολεμική αυτή προπαγάνδα επηρεάζει τις μικροαστικές μάζες και τον αγροτικό πληθυσμό, που έχουν κουραστεί και απογοητευτεί από τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς και ζητάνε ειρήνη και ησυχία. Ετσι, τα αντιβενιζελικά κόμματα κερδίζουν τις εκλογές με μεγάλη πλειοψηφία.

Η κυβέρνηση, όμως, του Γούναρη που εκπροσωπούσε τη συντηρητική μερίδα της ολιγαρχίας κατά πλειοψηφία, τα «παλιά τζάκια» και τους ξενόδουλους μοναρχικούς, οργάνωσε στα βιαστικά, κάτω από ένα αφόρητο καθεστώς τρομοκρατίας, δημοψήφισμα με το οποίο επανέφερε το βασιλιά Κωνσταντίνο, και παρά τις διακηρύξεις της για σταμάτημα του πολέμου, κάτω από την πίεση των αγγλικών συμφερόντων τον συνέχισε και τον επέκτεινε, με αποτέλεσμα να οδηγήσει τελικά τον ελληνικό στρατό στην ιστορικών διαστάσεων ήττα του στον ποταμό Σαγγάριο.

1. Νίκος Ψυρούκης: «Η μικρασιατική καταστροφή». Αθήνα 1982, σελ. 128.

2. Μ. Φραγκούλης: «Η Ελλάδα και η παγκόσμια κρίση», σελ. 368.

3. Διονύσιος Κόκκινος: «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος», τόμ. 4. Αθήναι 1972, σελ. 1.247.

Του Χρήστου ΤΣΙΝΤΖΙΛΩΝΗ