• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η φαινομενική αθωότητα της ΕυρωΝτίσνεϊ

Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //

Ο απίθανος, ο μαγευτικός κόσμος του Ντίσνεϊ. Ο κόσμος που αναστάτωσε την παιδική μας φαντασία. Ο κόσμος που νανούρισε την παιδική μας σκέψη ταξιδεύοντας τη σε ονειρεμένα πελάγη ευτυχίας, σ’ απατηλές χιονισμένες βουνοκορφές, σε καταπράσινα φαράγγια με τις άγριες ακροποταμιές, τους ατίθασους καταρράκτες με τις συρμάτινες και σχοινιένιες ανεμόσκαλες, τα ρόπαλα, τις σχεδίες και τα κανό.

Ο κόσμος που καλλιέργησε μέσα μας τη φυγή, την αναζήτηση, την περιπλάνηση, την περιπέτεια.

Ο κόσμος που διαπλάτυνε τους ορίζοντες μας με απίθανες ανακαλύψεις. Μας γνώρισε το χαριτωμένο, το έξυπνο, το χιούμορ, το κωμικό, το άδικο και το δίκαιο και μας ξεσήκωνε να πάρουμε το μέρος του.

Ο κόσμος που μας ξεκούραζε και μας ονειροπολούσε. Ο Μίκυ Μάους, ο Ντόναλτ Ντακ, ο Μπακς Μπάνι, ο Πινόκιο, η Χιονάτη, ο Πίτερ Παν. Η κίνηση και ο ρυθμός, η πανδαισία χρωμάτων εικόνων και μουσικής, ότι το πιο προκλητικό, ότι το πιο όμορφο, ότι πιο ονειρεμένο μπορεί να φανταστεί η παιδική (κι όχι μόνο) ψυχή στα χέρια του αμερικανικού επιχειρησιακού πνεύματος, στα χέρια της αμερικανικής νοοτροπίας και σκέψης στα χέρια της αμερικανικής κουλτούρας.

…………………….

Η εισβολή του αμερικανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη. Η εισβολή της αμερικανικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Η εισβολή της επιστημονικής πλέον και τεκμηριωμένης προβολής των «μπίζνες» στη λογική πως όλα πουλούνται αν είναι καλά διαφημισμένα και εντυπωσιακά συσκευασμένα. Είναι γεγονός! Το αμερικάνικο πνεύμα χτύπησε και μάλιστα σ’ έναν τόσο σημαντικό και νευραλγικό τομέα, όπως είναι ο τομέας του πολιτισμού που εμπεριέχει εκτός των άλλων το θέαμα, την ευχαρίστηση, την αμεριμνησία, τη γνώση, την αναζήτηση.

Το αποτέλεσμα είναι τόσο σημαντικά αποδεκτό που αν δεν σκεφτείς βαθύτερα και λογικότερα κι αν δεν μπορείς να εμβαθύνεις στο τι κρύβεται πίσω από αυτή τη φαινομενική αθωότητα, κινδυνεύεις να το βρεις όχι μόνο απίθανα ελκυστικό αλλά κι αφάνταστα διασκεδαστικό(που όντως είναι).

……………………….

Και θέλω να γίνω περισσότερο συγκεκριμένος. Σε μια πανέμορφη θέση 30 χιλ. περίπου έξω από το Παρίσι είναι στημένη η Ευρωπαϊκή Ντίσνεϊλαντ.

Η είσοδος και οι πρώτες φαντασμαγορικές και εντυπωσιακές κατασκευές σε προϊδεάζουν ότι συμβαίνει κάτι το πολύ σημαντικό κι ενδιαφέρον.

Μπαίνεις μέσα αφού πληρώσεις μια αρκετά τσουχτερή τιμή.

Ένα ωραιότατο τρενάκι σαν κι αυτά που έχουμε δει όλοι στα φιλμ γουέστερν με το τόσο χαρακτηριστικό καμπανάκι αναλαμβάνει να σε ξεναγήσει γύρω από το χώρο και να σε προετοιμάσει για το τι θα δεις και το τι θα απολαύσεις.

Από κει και πέρα όλες οι συμμετοχές είναι τσάμπα και όλα είναι στην διάθεση σου. (Εκτός φυσικά από τα πανάκριβα καταστήματα με αναμνηστικά και είδη ρουχισμού).

Το τρενάκι προχωρεί, περνά μέσα από τούνελ (ντεκόρ) και δάση, από ποτάμια, από παραδοσιακά ξύλινα χωριά, από βουνά κι από φάρμες που βόσκουν άγρια τροπικά ζώα. Στο σταθμό θα σταματήσει να βάλει καύσιμα, θα φορτώσει και θα ξεφορτώσει. Ο σταθμάρχης με το κόκκινο σημαιάκι δίνει το σήμα. Πίσω από το σταθμό, το Σαλούν, το Hotel, η τράπεζα, ο χώρος που οι καουμπόηδες δένουν τά άλογα τους. Οι κυρίες με τις ομπρελίτσες τους, τα κρινολίνα, τις μακριές ροζ μουσελίνες και ταφτάδες και τις κατάξανθες περούκες τους πλάι σε κομψευόμενους κυρίους με μπαστούνια και ημίψηλα, πιασμένοι αγκαζέ κάνουν νωχελικά τον περίπατο τους. Ενώ δίπλα τους μπορεί να τους προσπεράσει μια κατάμαυρη άμαξα με δυο καλολουστραρισμένα άλογα και να τους χαιρετήσει μια κυρία με μια απλή κίνηση σηκώνοντας ελαφρά το καφετί της βέλος, χαριεντιζόμενη δίπλα σ’ έναν ασπρογένη κύριο με μονόκλ. Στο δρόμο βέβαια μπορείς να συναντήσεις τον κακό λύκο, τον Πόρκι, την κοκκινοσκουφίτσα, μουσικές μπάντες, κλόουν και χορεύτριες. Μετά θα περιπλανηθείς στον πανέμορφο πύργο του παραμυθιού με τους δεκάδες πολύχρωμους και φανταχτερούς τρούλους. Κι ύστερα είναι όλα δικά σου. Αν καθόμουν εδώ να ιστορήσω όλα τα θεάματα που μπορείς να παρακολουθήσεις, δε θα μ’ έφταναν όχι μόνο άλλες τόσες σελίδες, αλλά και άλλες δυο μέρες παραμονής στο χώρο. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να αναφέρω το μικρόκοσμο όπως περιπλανιέσαι καθισμένος αναπαυτικά σε μια βαρκούλα και απολαμβάνεις ένα εκπληκτικό θέαμα παραμυθιού με χιλιάδες φιγούρες, φώτα, χρώματα, σκηνικά, πολυελαίους, μπαλέτα, μουσικές και ότι άλλο μπορείς ή δεν μπορείς να φανταστείς.

Ύστερα περνάς στο διπλανό χώρο. Εκεί θα ζήσεις(πάλι καθισμένος στη βαρκούλα σου) τον τρόμο και τα όργια των πειρατών. Εγκλήματα, βασανιστήρια, πυρκαγιές, κραυγές τρόμου, μεσαίωνας, αρπαγές, αγχόνες, λεηλασίες, μεθύσια, γριές στρίγγλες, χάχανα κι ότι πιο βρόμικο κι άγριο περνάει από το μυαλό σου, το έχεις μπρος στα μάτια σου. Βέβαια δεν θα ξεχάσω να παραλείψω το ‘σοβιετικό’ τρενάκι- έτσι το λένε. Ο φόβος και ο τρόμος περνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτω από το σκαμμένο γυμνό τοπίο του Φαρουέστ. Βρικόλακες, φαντάσματα, γύπες, αράχνες, άγρια στοιχεία, λίμνες. Τέτοια είναι η ταχύτητα του που σου πιάνεται η αναπνοή σου. Δε θα το ξανατολμήσω ποτέ. Θα καταλήξω σε ένα περίπατο με το ποταμόπλοιο εποχής, με τις παλιές επιγραφές και το μήλο πίσω στην πλώρη που γυρίζει να δώσει κίνηση ανασκαλεύοντας τα νερά. Μαρκ Τουέιν είναι το όνομά του θα σε πάει κι αυτό σε απόμακρες περιοχές της άγριας δύσης για το κυνήγι των βουβάλων, του χαμένου θησαυρού, για το κηνύγι της περιπέτειας και του χρυσού. Κι όλα είναι συναρπαστικά, κι όλα είναι μαγικά, και προπαντός αμερικανικά που λέει και το τραγούδι.

…………………………….

Πίσω, λοιπόν, απ’ αυτή την ιστορία κρύβεται η χαμένη αξιοπιστία του αμερικανικού ονείρου στην απλή συσκευασία του θεάματος. Θέλουν να επιβάλουν την κουλτούρα τους. Οικειοποιήθηκαν τα πάντα, πήραν τα παραμύθια των λαών, πήραν τις παραδόσεις αιώνων, τα έκαναν αμερικανικό αχταρμά και στα ’δωσαν καλοσερβιρισμένα στο πιάτο και είπες κι ευχαριστώ.

_________________________________________________________________________________________________________

Ο Βασίλης Λιόγκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες, εργάτες, πολυφαμελίτες. Έζησε στα πρώτα παιδικά του χρόνια τη λαίλαπα της κατοχής και μεταφέρει τις τραυματικές αυτές εμπειρίες στα γραφτά του. Σπούδασε θέατρο και για ένα διάστημα δούλεψε σ’ αυτό. Αργότερα απορροφήθηκε από την παραγωγική διαδικασία όπου εργάστηκε σε διάφορες βιομηχανίες. Ο Βασίλης Λιόγκαρης είναι συγγραφέας της γενιάς και της τάξης του. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.