Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Θέλει η «ΕφΣΥΝ» να κρυφτεί, αλλά ο αντικομμουνισμός δεν την αφήνει…

Θέλει η «ΕφΣΥΝ» να κρυφτεί, αλλά ο αντικομμουνισμός δεν την αφήνει.

Το ‘χουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν με άρθρα συντακτών της εφημερίδας. Ο μανδύας του «αριστερού-προοδευτικού» εντύπου (όπως θέλει να λέγεται η «ΕφΣΥΝ») κρύβει από κάτω μπόλικο και δηλητηριώδη αντικομμουνισμό.

Τελευταίο κρούσμα τέτοιου ύπουλου – πλην όμως ξεκάθαρου – αντικομμουνισμού εντοπίζεται σε πρόσφατο άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου το οποίο αναφέρεται στους τόπους εξορίας, φυλακίσεων και μαρτυρίου κομμουνιστών, προοδευτικών ανθρώπων και αγωνιστών, με επίκεντρο το νησάκι της Γαύδου.

Το περιεχόμενο του άρθρου αναμφίβολα ενδιαφέρον, με παράθεση πηγών και ιστορικών πληροφοριών. Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει. Αλλού βρίσκεται το ζήτημα.

Ανάμεσα από εκατοντάδες τίτλους που θα μπορούσε να σκεφτεί και να επιλέξει ο συντάκτης της «ΕφΣΥΝ», εκείνος επέλεξε τον εύγλωττο τίτλο «Η Σιβηρία του ελληνικού Νότου»! Σε ένα άρθρο με θέμα τους εξορισμένους, φυλακισμένους και εκτελεσμένους κομμουνιστές και αγωνιστές της αριστεράς, ο Κωστόπουλος επέλεξε έναν τίτλο με σαφή αντικομμουνιστική, αντισοβιετική αναφορά.

Είναι πλέον συνηθισμένο σε πληθώρα κειμένων της «Εφημερίδας των Συντακτών» να αναπαράγονται – άλλες φορές άμεσα, άλλες έμμεσα – τα φαιδρά και χιλιοειπωμένα αντικομμουνιστικά στερεότυπα περί «σταλινισμού», «γκουλάγκ», για τα «σοβιετικά καθεστώτα», κλπ.

Δεν πάει άλλωστε καιρός που μέχρι και την Κούβα έπιασαν στο στόμα τους αναδημοσιεύοντας – με αφορμή την κυκλοφορία ενός βιβλίου – τις γνωστές εμετικές ψευδολογίες που κατασκευάζουν και διακινουν οι υπηρεσίες της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Όσο «αριστερή» κολώνια κι’ αν βάλουν, η αντικομμουνιστική δυσωδία δεν κρύβεται. Το είπαμε άλλωστε και στην αρχή:

Θέλει η «ΕφΣΥΝ» να κρυφτεί, αλλά ο αντικομμουνισμός δεν την αφήνει.

«Τσε Γκεβάρα, πρεσβευτής της Επανάστασης», του Νίκου Μόττα