Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«Κι όμως κινείται»… (Όταν η Ιερά Εξέταση καταδίκαζε τον Γαλιλαίο)

Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //

22/06/1633:Η Ιερά Εξέταση καταδικάζει τον Γαλιλαίο σε φυλάκιση ως αιρετικό, επειδή είχε υποστηρίξει ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο.

Μέσα σε μία εποχή σκοταδισμού, που καταδίκαζε οτιδήποτε καινούριο, ένας άνθρωπος κατάφερε όχι μόνο να αμφισβητήσει τις κραταιές αντιλήψεις της εποχής αυτής, αλλά και να τις ανατρέψει. Ο λόγος για τον Ιταλό, αστρονόμο, φιλόσοφο, και φυσικό, Γαλιλαίο Γαλιλέι.

Γεννήθηκε στην Πίζα της Ιταλίας (15/2/1564) και από νωρίς έδειξε σημεία μιας αξιοσημείωτης ιδιοφυΐας. Ο πατέρας του ήταν ξεπεσμένος απόγονος ευγενούς φλωρεντινής οικογένειας και μοχθούσε για να βοηθήσει το γιο του να αποκαταστήσει τη δόξα της οικογένειας. Επιβάλλοντας μεγάλες στερήσεις στον εαυτό του και τα άλλα παιδιά του, ο πατέρας του μπόρεσε να στείλει τον Γαλιλαίο στο σχολείο και αργότερα στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, όπου ο Γαλιλαίος γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή.

Ένας πλούσιος οικογενειακός φίλος, ο μαρκήσιος Γκουϊνταμπάλντο, φρόντισε να βρει ο Γαλιλαίος δουλειά κάνοντας διαλέξεις περί φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας και αργότερα, ως επίσημος μαθηματικός στον Μεγάλο Δούκα της Τοσκάνης. Ο Γαλιλαίος άρχισε να ευημερεί, αλλά δεν του έμενε καιρός να σπουδάζει Ιατρική. Η φήμη του Γαλιλαίου άρχισε να απλώνεται. Οι ευγενείς, ακόμη και βασιλείς των διαφόρων χωρών της Ευρώπης παρακολουθούσαν τις διαλέξεις του και σύντομα έφτασε να ομιλεί σε ακροατήριο που το αποτελούσαν πάνω από 2.000 διακεκριμένες προσωπικότητες της Ευρώπης.

Με την φήμη του να εξαπλώνεται όπως ήταν φυσικό απέκτησε τόσο θαυμαστές αλλά και πολέμιους. Από τους βασικούς πυλώνες «αντίστασης» στις μελέτες του αλλά και τις θεωρίες του, ήταν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, όπου την εποχή εκείνη με διατάγματα ήλεγχε σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.

Επί χρόνια ο Γαλιλαίος προσπαθούσε να πείσει την επιστημονική κοινότητα για το αληθές της κοπερνίκειας θεωρίας του ηλιοκεντρικού συστήματος (που είχε ως βάση τις ανακαλύψεις και μελέτες του Έλληνα αστρονόμου και μαθηματικού, Αρίσταρχου του Σάμιου).

Η νέα αστρονομία

Το 1609 ο Γαλιλαίος άκουσε φήμες ότι στην Ολλανδία είχε εφευρεθεί μια συσκευή που μπορούσε να φέρνει πιο κοντά μακρινά αντικείμενα: το τηλεσκόπιο. Μόλις πληροφορήθηκε ότι η απλή αυτή κατασκευή περιελάμβανε μόνο έναν σωλήνα με φακούς και στις δυο πλευρές, έσπευσε να ανακατασκευάσει ένα μόνος του.

Οι αρχικές εκδοχές ποίκιλλαν σε μεγεθυντική δύναμη έως και οκτώ φορές, αλλά το 1610 ο Γαλιλαίος είχε πλέον αναπτύξει ένα τηλεσκόπιο που μπορούσε να μεγεθύνει 20 φορές – πολύ πιο ισχυρό από την αρχική, στοιχειώδη εφεύρεση. Χάρη στο τηλεσκόπιο ανοίχτηκαν απεριόριστες δυνατότητες για τον Γαλιλαίο.

Κατά τα έτη 1609 και 1610 ανακάλυψε βουνά στη Σελήνη, τους τέσσερις δορυφόρους του Δία και τα αναρίθμητα άστρα του Γαλαξία. Παρατήρησε τις διαφορετικές φάσεις της Αφροδίτης και θεώρησε εσφαλμένα ότι είχε ανακαλύψει δύο «αυτιά» που συνόδευαν τον Κρόνο. Χωρίς να το έχει αντιληφθεί, ο Γαλιλαίος είχε παρατηρήσει τους χαρακτηριστικούς δακτυλίους του Κρόνου, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν για πρώτη φορά το 1656.

Χάρη στις ουράνιες ανακαλύψεις του και στη μαθηματική του ευφυΐα, ο Γαλιλαίος βρισκόταν έτη φωτός μπροστά από τους συγχρόνους του. Έγινε ξαφνικά γνωστός σε μια εποχή όπου η κοπερνίκεια επανάσταση είχε πάρει τον δρόμο της για τα καλά. Το 1534 ο Νικόλαος Κοπέρνικος είχε δημοσιεύσει την πραγματεία του Περί των περιστροφών των ουρανίων σφαιρών, όπου υποστήριζε ότι ο Ήλιος ήταν το κέντρο του σύμπαντος και όχι η Γη. Η θεωρία αυτή έγινε γνωστή ως «ηλιοκεντρισμός» και ήταν αντίθετη με τον γεωκεντρισμό, την αντίληψη ότι το σύμπαν περιστρεφόταν γύρω από τον πλανήτη μας.

Την εποχή που ο Γαλιλαίος έκανε τις ουράνιες παρατηρήσεις του, ο Γερμανός αστρονόμος Γιοχάνες Κέπλερ διεξήγε επίσης σημαντική έρευνα στο πεδίο. Η Νέα αστρονομία του Κέπλερ δημοσιεύτηκε το 1609 έπειτα από τη δεκαετή του έρευνα στην κίνηση του Άρη. Σε ένα από τα πλέον μνημειώδη έργα που κόσμησαν ποτέ τον επιστημονικό κόσμο, ο Κέπλερ όχι μόνο συμπέρανε ότι οι τροχιές ήταν ελλειπτικές και όχι κυκλικές, αλλά ταυτόχρονα υποστήριξε ότι τα πορίσματά του ενίσχυαν τον ηλιοκεντρισμό. Χάρη στο τηλεσκόπιο και την πρωτοποριακή του έρευνα, ο Γαλιλαίος θα αποδείκνυε ότι οι απόψεις του Κοπέρνικου δεν ήταν απλώς θεωρητικές – ήταν η πραγματικότητα.

Ο Γαλιλαίος αποφάσισε να μοιραστεί τις νέες ανακαλύψεις του αρχίζοντας με το βιβλίο του Αστρικός αγγελιοφόρος το 1610, το οποίο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και εκτόξευσε το κύρος του σε νέα ύψη. Τον ίδιο χρόνο διορίστηκε στην περίβλεπτη θέση του μαθηματικού της αυλής του Κόζιμο Β΄ των Μεδίκων, του Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης και πρώην μαθητή του. Ωστόσο, ο Αστρικός αγγελιοφόρος δεν έγινε δεκτός από την Καθολική Εκκλησία, τον ισχυρότερο θεσμό στην Ιταλία – που υποστήριζε ακλόνητα τις γεωκεντρικές απόψεις του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου. Όμως δεν είχαν χαθεί όλα για τον Γαλιλαίο.

Τα αστρονομικά του πορίσματα δεν συνάντησαν μόνο αντιρρήσεις – για παράδειγμα, οι Ιησουίτες αστρονόμοι κατάφεραν να επιβεβαιώσουν τις παρατηρήσεις του. Ο Γαλιλαίος είχε μάλιστα μερικούς θαυμαστές από τους κόλπους της Εκκλησίας, με σημαντικότερο τον καρδινάλιο Μαφέο Μπαρμπερίνι. Παρ’ όλα τα στοιχεία, όμως, η Εκκλησία αρνιόταν να συμβιβαστεί με το μοντέλο του Κοπέρνικου. Μερικοί αστρονόμοι στους κόλπους της Εκκλησίας, όπως οι Ιησουίτες, υπερασπίζονταν το τυχονικό σύστημα του αστρονόμου Τύχο Μπράχε, ο οποίος, μολονότι σε μαθηματικό επίπεδο υποστήριζε την έρευνα του Γαλιλαίου, συντηρούσε το κατεστημένο.

Σύμφωνα με τον Μπράχε, ο Ήλιος και η Σελήνη περιστρέφονταν γύρω από τη Γη, ενώ οι άλλοι πλανήτες περιστρέφονταν γύρω από τον Ήλιο – επρόκειτο για κάτι ανάμεσα στις δύο θεωρίες. Ο Γαλιλαίος απογοητεύτηκε αφού αγνοούσαν τις αποδείξεις του, αλλά αρνήθηκε να τα παρατήσει. Υποστήριξε με πάθος τις θεωρίες του Κοπέρνικου και συγκρούστηκε με θεολόγους που ήταν απόλυτα προσκολλημένοι στις γεωκεντρικές απόψεις. Αν και τράβηξε την προσοχή, η μαχητική συμπεριφορά του έγειρε τελικά την πλάστιγγα σε βάρος του και οι Ιησουίτες τού γύρισαν την πλάτη. Η Καθολική Εκκλησία αποφάσισε ότι τον είχε αφήσει ανενόχλητο για πολύ καιρό και ότι ήταν καιρός να πατήσει πόδι.

Το «κυνήγι» από τη Ιερά Εξέταση

Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα από τα πλέον μνημειώδη περιστατικά στην Ιστορία όσον αφορά τις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη: η «υπόθεση Γαλιλαίου». Το 1616 η ρωμαιοκαθολική Ιερά Εξέταση ερεύνησε το έργο του Γαλιλαίου και τον κατηγόρησε ως αιρετικό. Μια ομάδα θεολόγων ανέλαβε να εξετάσει τη θεωρία του ηλιοκεντρισμού, που τόσο αψήφιστα είχε υποστηρίξει ο Γαλιλαίος, και να αποφανθεί κατά πόσον είχε κάποια αξία. Η κύρια αποστολή των θεολόγων ήταν ασφαλώς η υπεράσπιση της Καθολικής Εκκλησίας και της Βίβλου.

Η ετυμηγορία εκδόθηκε σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Ανακοίνωσαν ότι ο ηλιοκεντρισμός ήταν αντίθετος προς τις Γραφές και ως εκ τούτου η θεωρία του Κοπέρνικου ισοδυναμούσε με αίρεση. Διέταξαν τον Γαλιλαίο να πάψει να υποστηρίζει τη συγκεκριμένη θεωρία, και όλα τα έργα που συνδέονταν με αυτήν, ανάμεσά τους και τα δικά του, απαγορεύτηκαν εν αναμονή των κατάλληλων διορθώσεων. Αντί να γνωρίσει την αποδοχή, ο Γαλιλαίος γνώρισε την ήττα.

Η Καθολική Εκκλησία γαντζώθηκε στην παράδοση

Δεν επρόκειτο για μια ξεκάθαρη περίπτωση επιστήμης εναντίον θρησκείας, για το ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Οι ενδεχόμενες συνέπειες από τα πορίσματα του Γαλιλαίου τρομοκρατούσαν την Καθολική Εκκλησία. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση κυριαρχούσε στην Ευρώπη, κλονίζοντας συθέμελα τον χριστιανισμό της Δύσης.

Προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία της κατά τη διάρκεια μιας περιόδου μεγάλης αστάθειας, η Καθολική Εκκλησία γαντζώθηκε όσο ποτέ από την παράδοση. Το τελευταίο που χρειαζόταν ο παπισμός ήταν να συνηγορεί ο Γαλιλαίος υπέρ των θεωριών του Κοπέρνικου, κάτι που όχι μόνον απειλούσε την παραδοσιακή ερμηνεία των Γραφών αλλά και το γόητρο της ίδιας της Εκκλησίας.

Ο Γαλιλαίος το είχε διαπιστώσει ότι η περίοδος ήταν επικίνδυνη και ευαίσθητη για να στραφεί κανείς εναντίον του καθολικισμού· εντούτοις, παρά την απαγόρευση, του επέτρεψαν να συζητά τις θεωρίες του Κοπέρνικου υπό τον όρο να τις αντιμετωπίζει σε καθαρά υποθετικό επίπεδο.

Ο Γαλιλαίος συνέχισε το έργο του περιμένοντας να καταλαγιάσει το φιάσκο. Παρ’ όλη την αντιπαράθεση, υποστήριζε ακλόνητα τον ηλιοκεντρισμό, αλλά είχε φτάσει ήδη τα 50 και κατά περιόδους τον ταλαιπωρούσε η υγεία του – κάτι που επιβράδυνε σημαντικά την έρευνά του. Το 1623 όμως, επτά χρόνια μετά την καταδίκη του, η τύχη φάνηκε επιτέλους να του χαμογελά.

Ο καρδινάλιος Μπαρμπερίνι, ο παλιός του φίλος και υπέρμαχος που τον είχε υπερασπιστεί θαρραλέα ενώπιον της Εξέτασης, εξελέγη επικεφαλής της Καθολικής Εκκλησίας ως πάπας Ουρβανός Η΄. Ο Γαλιλαίος ενθουσιάστηκε. Αν και δεν μπορούσε ακόμα να υπερασπίζεται ανοιχτά τον ηλιοκεντρισμό, πίστευε ότι με τον φίλο του στην κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας η έρευνά του θα είχε πλέον την ευκαιρία να γίνει αποδεκτή.

Με ανανεωμένο σθένος, ο Γαλιλαίος άρχισε τη συγγραφή ενός νέου βιβλίου, όπου συνέκρινε τα συστήματα του Κοπέρνικου και του Πτολεμαίου. Σε μια επίσκεψή του στη Ρώμη το 1624, ο Πάπας τού έδωσε την άδεια να το κάνει υπό τον όρο ότι θα αντιμετώπιζε τις θεωρίες του Κοπέρνικου σαν μια καθαρά θεωρητική υπόθεση. Το 1630 πήρε τελικά την έγκριση των άγρυπνων λογοκριτών του Βατικανού και δύο χρόνια αργότερα, το 1632, δημοσίευσε το έργο Διάλογος περί των δύο κύριων κοσμικών συστημάτων.

Ο Διάλογος ήταν μια σειρά συζητήσεων ανάμεσα σε τρία πρόσωπα, τον Σαλβιάτι, τον Σαγκρέντο και τον Σιμπλίτσιο. Ο Σαλβιάτι, ένας επιστήμονας που υποστηρίζει το κοπερνίκειο σύστημα, επιχειρηματολογεί υπέρ της θεωρίας του Γαλιλαίου, ενώ ο Σαγκρέντο λειτουργεί σαν αμερόληπτος λόγιος. Ο Σιμπλίτσιο υποστηρίζει τον γεωκεντρισμό και ο Γαλιλαίος τον περιγράφει σαν ανόητο – στα ιταλικά το όνομα του Σιμπλίτσιο σημαίνει «χαζούλης». Έπειτα από πολύχρονες προσπάθειες, ο Γαλιλαίος είχε επιτέλους πραγματοποιήσει τη φιλοδοξία του. Η υπεράσπιση του Κοπέρνικου τυπώθηκε ασπρόμαυρη για να τη διαβάσει όλος ο κόσμος. Είχε απορρίψει με πονηρό τρόπο την ιδέα ότι ο ηλιοκεντρισμός έπρεπε να περιγράφεται μόνο σαν μια απλή θεωρία – είχε καταφέρει μάλιστα να το κάνει με την έγκριση της Εκκλησία

Ο Γαλιλαίος επαναπαύτηκε στην επιτυχία του, χωρίς να υποψιάζεται ότι το μέλλον τού επεφύλασσε τα χειρότερα. Όλα αυτά τα χρόνια ο Γαλιλαίος αναμετριόταν με την Καθολική Εκκλησία, αλλά τώρα το πεδίο της μάχης ήταν τελείως διαφορετικό. Οι θεωρίες του Κοπέρνικου δεν ήταν ουσιαστικά απαγορευμένες μέχρι την Ιερά Εξέταση το 1616 και το ζήτημα δεν αφορούσε τον ίδιο τον Γαλιλαίο, αλλά την απειλή που συνιστούσε για την παπική εξουσία ο ηλιοκεντρισμός. Ο Γαλιλαίος είχε υπερβεί ένα όριο, προβάλλοντας ανοιχτά μια θεωρία που καταδικαζόταν επίσημα από την Εκκλησία. Για να γίνουν ακόμα χειρότερα τα πράγματα, είχε προσβάλει τον πανίσχυρο και πάλαι ποτέ σύμμαχό του, τον Πάπα – τον μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει.

Όταν ο Ουρβανός επέτρεψε στον Γαλιλαίο να γράψει τον Διάλογό του, είχε ζητήσει από τον αστρονόμο να συμπεριλάβει γεωκεντρικά επιχειρήματα υπέρ του Πτολεμαίου. Με την παρουσία του Σιμπλίτσιο, ο Γαλιλαίος υπονοούσε ότι ο επικεφαλής της Εκκλησίας ήταν ανόητος, όπως και όλοι όσοι υπερασπίζονταν το πτολεμαϊκό σύστημα. Είχε εξασφαλίσει από μόνος του ότι δεν θα μπορούσε να λάβει πλέον καμία βοήθεια από τον Πάπα Ουρβανό. Για να σώσει το γόητρό της, η Εκκλησία έπρεπε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον άνθρωπο που της προκαλούσε τόσα προβλήματα.

Στο κάτω κάτω, αν ο Γαλιλαίος μπορούσε να υποστηρίζει ανοιχτά τον ηλιοκεντρισμό, θα εμφανίζονταν κι άλλοι που θα ερμήνευαν τη Βίβλο και τις Γραφές με τον δικό τους τρόπο. Ο Γαλιλαίος κατηγορήθηκε ως αιρετικός και το 1632 κλήθηκε στη Ρώμη για να δικαστεί, ενώ παράλληλα η πώληση του Διαλόγου απαγορεύτηκε.

Ο Γαλιλαίος πλησίαζε πλέον τα 70 και η υγεία του τον ταλαιπωρούσε. Πέρασαν πέντε εξαντλητικοί μήνες μέχρι να φτάσει στη Ρώμη κι έτσι η δίκη του άρχισε τον Φεβρουάριο του 1633. Όταν έφτασε εκεί, τέθηκε σε περιορισμό και ανακρίθηκε, καθώς οι κατήγοροί του προσπάθησαν να του αποσπάσουν κάποια ομολογία.

Τον κατηγόρησαν για παράβαση των απαγορεύσεων που του είχαν επιβληθεί το 1616 – κάτι που εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Οι ανακριτές ήλπιζαν ότι, αν απειλούσαν τον Γαλιλαίο με βασανιστήρια, θα τον ανάγκαζαν να ενδώσει και να ομολογήσει τα λάθη του. Εκείνος όμως παρέμεινε πιστός στις ιδέες του και επέμεινε ότι είχε ακολουθήσει τους κανόνες που του είχαν ορίσει και ότι απλώς σχολίαζε τον κοπερνικανισμό. Πρόσθεσε μάλιστα ότι η ίδια η Εκκλησία είχε εγκρίνει τον Διάλογο.

Ωστόσο, έπειτα από μερικούς μήνες κατά τους οποίους ο Γαλιλαίος συνέχιζε να υποστηρίζει με κόπο τη θέση του παρά την επιδείνωση της υγείας του, τελικά ενέδωσε και είπε στους ανακριτές του αυτό που ήθελαν να ακούσουν: ότι το επιχείρημα του Κοπέρνικου ήταν πολύ βεβιασμένο. Ο εξασθενημένος και ηλικιωμένος επιστήμονας γαντζώθηκε από την ελπίδα ότι η Ιερά Εξέταση θα τον λυπόταν, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την κατάστασή του, αλλά στάθηκε άτυχος. Τον Ιούνιο καταδικάστηκε ως αιρετικός και αναγκάστηκε να αναιρέσει δημόσια την ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου.

Ταυτόχρονα, αναγκάστηκε να διακηρύξει ότι πίστευε ακράδαντα στο πτολεμαϊκό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η  Γη βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Στο μεταξύ ο Διάλογός του συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο με τα απαγορευμένα βιβλία της Εκκλησίας. Όμως, η τιμωρία του Γαλιλαίου δεν τέλειωσε εκεί.

Αρχικά καταδικάστηκε σε ισόβια, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό κι έτσι πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έγκλειστος σε μια έπαυλη της Φλωρεντίας. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει το θεωρητικό του έργο, μολονότι σιγά- σιγά έχανε το φως του. Επέλεξε ένα λιγότερο αμφιλεγόμενο θέμα και έστρεψε τις έρευνές του στη μηχανική. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε ένα από τα διασημότερα έργα του, το Πραγματείες και μαθηματικές αποδείξεις περί των δύο νέων επιστημών. Αυτό το σπουδαίο έργο συνόψιζε περίπου τρεις δεκαετίες ερευνών του Γαλιλαίου στον τομέα της φυσικής, όπως τις ιδέες του για τους νόμους της κίνησης. Πέθανε 8/1/1842.

Όσο για την Καθολική Εκκλησία, θα περνούσαν πάνω από τρεις αιώνες μέχρι να παραδεχτεί ότι ο Γαλιλαίος είχε τελικά δίκιο. Παρά τα εμπόδια που αντιμετώπισε, είναι απολύτως βέβαιο ότι ο Γαλιλαίος συνέβαλε στην καθιέρωση της επιστήμης στον κόσμο της διανόησης, έστω κι αν αυτό δεν έγινε κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τελικά, 80 χρόνια μετά τον θάνατό του, οι ηλιοκεντρικές θεωρίες του αποδείχτηκαν από ένα άλλο μεγάλο επιστημονικό μυαλό, τον Ισαάκ Νεύτωνα. Μέχρι σήμερα ο Γαλιλαίος εξακολουθεί να αποτελεί επιστημονική πηγή έμπνευσης. Το 1989, το μη επανδρωμένο διαστημόπλοιο που στάλθηκε για να μελετήσει τον Δία και τα φεγγάρια του πήρε το όνομα του Ιταλού επιστήμονα κι έτσι η κληρονομιά του συνεχίζει να ζει – ακόμα και στα άστρα.

Η παροιμιώδης φράση “Κι όμως κινείται” ανήκει στη σφαίρα του θρύλου ωστόσο έγινε σύμβολο ασυμβίβαστης πάλης. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1939, γίνεται πηγή έμπνευσης για το Μπέρτολτ Μπρεχτ, που συγγράφει τη “Ζωή του Γαλιλαίου” εξόριστος από τους ναζί στη Δανία. Στο θεατρικό αυτό έργο θέτει τα διαχρονικά επίκαιρα ζητήματα της σχέσης της επιστήμης και του επιστήμονα με την κοινωνία της εποχής του και τις ευθύνες που ο τελευταίος αναλαμβάνει απέναντί της.

Ο τάφος του μεγάλου επιστήμονα βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό του Σάντα Κρότσε (του Τιμίου Σταυρού) της Φλωρεντίας. Ανά τους αιώνες, χιλιάδες κόσμου έχουν επισκεφτεί το μέρος εκείνο για να τιμήσουν τη μνήμη του μεγάλου ανδρός που είχε το θάρρος να κηρύξει εκείνο που πίστευε σ’ έναν κόσμο που του ήταν εχθρικός. Τη χρονιά του θανάτου του Γαλιλαίου γεννήθηκε ο Ισαάκ Νεύτων, που βασιζόμενος μεταξύ άλλων στη δουλειά του Γαλιλαίου και του Κέπλερ ολοκλήρωσε την επιστημονική επανάσταση στον τομέα της φυσικής και έθεσε τα θεμέλια της κλασικής φυσικής. Ο Πάπας αποκατέστησε τη μνήμη του Γαλιλαίου στις 31 Οκτωβρίου 1992, 300 χρόνια μετά το διωγμό του.

(Αφιέρωμα σε αναφορές σε βιβλία και στο διαδίκτυο)