Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Κι όντε στερέψουν τα νερά και τα πουλιά διψάσουν

Γράφει η Ζωή Δικταίου //

μάτια παράξενη μέθηΤα μάτια σου έχουν μια παράξενη μέθη. Αρμέγουν το φως του κλειστού τόπου λιγωμένα από τις πολλές ομορφιές. Στο φως της αυγής, η ανατολή  μοιράζει υποσχέσεις σε μιαν ατμόσφαιρα τρυφερή και υγρή, αποκαλύπτοντας το μεγαλείο του Οροπεδίου μέσα από την αγκαλιά του σύμπαντος. Τόπος μυστηρίου και κατοικία θεών. Οι επιβλητικοί ορεινοί σχηματισμοί διεγείρουν τη φαντασία και τις αισθήσεις από τις κορυφογραμμές μέχρι τον κάμπο.  Πλάγια βλέμματα παντού όπου μπορείς να διακρίνεις το ανεπιτήδευτα ωραίο, το αληθινό και το μονοπάτι της απόδρασης που ψάχνεις.

Οι αναμνήσεις κεντούν νοσταλγικά την καρδιά χωρίς την αντάρα της ψυχής τώρα πια. Τώρα η φύση επιβάλλει τις ρυτίδες ανώδυνα. Ένα ζευγάρι χελιδόνια θα σε προσπεράσουν βιαστικά. Θαυμάζεις το σπαθάτο φτερούγισμα, το απαλό βελούδο της κοιλιάς, το κατράμι στο κεφάλι, το τιτίβισμα. Σηκώνεις το χέρι να χαιρετήσεις το ταξίδι τους. Είσαι σίγουρη πως τώρα είσαι στη σωστή πλευρά της ζωής, της ζωής που μπορεί να μην διαρκεί για πάντα αλλά πάντα θα είσαι μέρος της, της ζωής που σε δίδαξε πως ό,τι και αν γίνει, εκείνη ξέρει να βρίσκει πολλούς τρόπους για να επιστρέφει μαγικά κάθε φορά.

Με υψωμένο το βλέμμα ακολουθείς το πέταγμα των πουλιών. Το θρόισμα των φύλλων της λεύκας που τρέμουν σε παρασύρει. Ένα χαλίκι τόσο δα μικρό στο χωματόδρομο κι όμως είναι αρκετό για την δική σου πτώση πολύ πριν από την πτώση των φύλλων του φθινοπώρου. Τρίβεις το πονεμένο χέρι, εντάξει δεν έγινε και τίποτα, δεν θα σε βάλουν να τρατάρεις με το δίσκο βύσσινο γλυκό, ούτε να σιδερώσεις την προίκα σου. Σηκώνεσαι τινάζεις τη σκόνη από το φουστάνι, ένας αναστεναγμός του ανέμου, ένα φύσημα που χαμηλώνει σαν ανάσα πλάι σου, το χαλίκι που σε δυσκόλεψε αντιγράφει το ανείπωτο παράπονο. Το νερό στη στέρνα θα κρατήσει την εικόνα σου, κοιτάζεις τις μελανιές,  εδώ δεν είναι τόπος για θάνατο ψιθυρίζεις και χαμογελάς στο σύννεφο που παίζει θέατρο με το φως εδώ στη σχισμή του χρόνου, εδώ που ξεθάβεις τις λέξεις από τον ασβέστη και ξεδιπλώνεις νήματα και νοήματα…

Ό,τι χωρίζει ο νους, η καρδιά αγωνίζεται να το  ξανασμίξει  σε τούτη την επιστροφή, σε αυτή τη δική σου διαδρομή. Δεν είσαι διαβατάρικο πουλί. Ξέγνοιαστη εδώ η ψυχή θυμάται το γιόρτασμα της νιότης, βρίσκει τα παλιά λημέρια, πότε οι πρίνοι του βουνού, πότε οι μηλιές του κάμπου, πότε ρημαγμένοι ανεμόμυλοι και πότε κυπαρίσσια στα κοιμητήρια. Κάθε μέρα μια νέα εξόρμηση, μια λιτανεία της μνήμης, ένα προσκύνημα στη μάνα γη πριν φτάσεις στο χείλος του αγνώριστου. Όλα τα βλέπεις διαφορετικά.

Ανυπόμονη και σίγουρη, συνδυάζοντας χωρίς περιορισμούς το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον, δημιουργώντας σε χρόνο αδιαίρετο τα πάντα από την αρχή. Μετράς τις στιγμές σίγουρα δεν μπορείς να τις ξαναζήσεις μα να ξέρεις πως πάντα θα είναι δικές σου και θα σ’ ακολουθούν. Ανοίγεις όλες τις κλειστές πόρτες, ψάχνεις τη ζωή σε δρόμους και μπαλκόνια,  στα κεντημένα κουρτινάκια που κρέμονται ξεθωριασμένα στα παλιά παράθυρα και γίνεται η σταυροβελονιά αιτία της θύμησης και η κιτρινισμένη δαντέλα αφορμή. Ασφενταμένια μυρωδιά αθιβολή της νιότης. Ναι αυτό είναι, μια αθιβολή της νιότης με την πεποίθηση πως τίποτα δεν θα πάει στραβά αυτή τη φορά. Αργά αλλά σταθερά ξαναδιαβάζεις στη γλώσσα του γενέθλιου τόπου πιο επιμελής και πιο φρόνιμη.  Μήπως αλήθεια αυτή η τελευταία ανάγνωση είναι το κλειδί της ελυθερίας σου;

Οι λίνιες, όσες απόμειναν να θυμίζουν τις φλέβες του κάμπου προκαλούν τη φαντασία να ταξιδέψει στα περασμένα χρόνια της γεωργικής ζωής του Λασιθιού. Το Ορπέδιο ακόμη και σήμερα είναι ένα πραγματικό δώρο της φύσης και μια ατελείωτη ευτυχία για το ανθρώπινο μάτι. Ανάμεσα στον καλοσχηματισμένο κύκλο των βουνών τούτη η καλογενήτρα γη δεσπόζει όλες τις εποχές δίνοντας διαφορετικά τοπία και σκηνικά. Εδώ τα χρώματα δεν ξεθωριάζουν με το πέρασμα του χρόνου.

Τούτο  το χωρίς κανόνες  σχεδιαστικούς  ή άλλα πρότυπα  τοπίο, απείραχτο  κι ανέγγιχτο σε κερδίζει απ’ την  πρώτη ματιά. Η καρδιά υποκλίνεται με σεβασμό, στο αυθεντικό, το γνήσιο, αυτό που παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο. Μαγεμένη από τις  ερεθιστικές αντιθέσεις, ξαναδοκιμάζεις τις αχόρταγες ελπίδες σε καινούργια σχέδια. Νοσταλγία, πόσες φορές θα το παραδεχτείς, σε διακατέχει και ναι είναι μια από τις πιο σπαραχτικές ανθρώπινες επιθυμίες αυτή η μελαγχολική ανάγκη της επιστροφής στον τόπο των παιδικών σου χρόνων, εδώ όπου υπάρχουν αγαπημένα πρόσωπα και πράγματα, εδώ που αφήνεσαι με εμπιστοσύνη. Επιστρέφεις συνειδητά σε αυτά που ήσουν και ίσως αυτά που ήσουν κάποτε να είσαι ακόμα…

Στο Λασίθι, καμαρώνεις την περηφάνια κυρίως στους γέροντες. Λιοκαμένα πρόσωπα, κοφτερή ματιά, ορθόκορμοι, με σταθερό πάτημα ακόμη και στα χαράκια, άνθρωποι που πορεύονται με τιμή, δίχως να φοβούνται τ’ άσπλαχνο άγγιγμα. Θα σε φιλέψουν ό,τι έχουν χωρίς τσιγκουνιές. Θα σου δώσουν το χέρι και την ευχή τους σε κάθε ευκαιρία.

Προχωράς, βήματα αργά και αν ο νους  ξεφύγει και αδράξει  ένα άλλο σχήμα,  ακόμη και αυτό αναπάντεχα αφομοιώνεται  από το υπάρχον  χωρίς ενδοιασμούς, υποδηλώνοντας έτσι την προσήλωση, την αφιέρωση της ψυχής  σε ό,τι  με  δέος έχει τόσο επιθυμήσει. Όλα γύρω τείνουν να  μετουσιωθούν από λέξεις απλές  σε πολυσήμαντα  δυναμικά σύμβολα. Δεν είναι απλά τα δέντρα, οι στέρνες, τα πηγάδια, τα χωράφια, τα πουλιά, τα λουλούδια, οι δρόμοι…

     Δρόμοι παλιοί…

Τα μάτια θερίζουν και θερίζουν λαίμαργα αυτή τη ρόδινη αυγή που αποκαλύπτεται μέσα στο φως της Μαδάρας, μέσα στο θαύμα, σε μιαν άλλη διάσταση, σε μιαν άλλη ποιότητα δοξαστική της όρασης!

Περπατάς στο πρωινό αγιάζι του κάμπου, μαλλιά ξεχτένιστα, ανάσα γρήγορη, βλέμμα λεύτερο, χείλη διψασμένα, χέρια υγρά. Λάμπεις μέσα στο σκονισμένο φόρεμα. Ακούς φωνές. Καλέσματα από παντού. Κάθε γωνιά, κάθε σπιθαμή σε φωνάζει με το πρώτο σου όνομα και τη φωνή του…

Θα σκοντάψεις δεύτερη φορά σε άλλο χαλίκι…
Αυτά παθαίνεις με τα παιχνίδια της φαντασίας…

Γεώργιος Παναγιωτάκης, Άγιος Ιωάννης ο Καμπίτης

Άγιος Ιωάννης ο Καμπίτης: ελαιογραφία Γεώργιος Παναγιωτάκης

Διπλώνεις το πονεμένο χέρι, από τη φλέβα που σκίστηκε στην απομέσα πλευρά της παλάμης στάζει στο χώμα. Χρεία δεν έχεις τούτη τη στιγμή από χαρτί και μελάνι. Προπατορική γραφή το αίμα στην αήττητη προσδοκία της επιστροφής στο χαμένο παράδεισο. Μ’ ένα δάκρυ ξυπνάς στον κόσμο σου μα όχι για τελευταία φορά.

Κάθεσαι στο ασβεστωμένο πεζούλι στον Άγιο Ιωάννη τον Καμπίτη ή Ριγολόγο.  Η πρώτη μαρτυρία σχετικά με την ύπαρξη του ναού ανάγεται στο χίλια επτακόσια εξήντα ένα. Στο εσωτερικό του φέρει ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο. Η παράδοση αποδίδει το χτίσιμο του, μετά από τάμα των αγροτών καθώς το σημείο αυτό λίμναζε συχνά και ήταν αδύνατο να καλλιεργηθεί. Αφού χτίστηκε, το νερό λένε οι ντόπιοι, δεν ξεπέρασε ποτέ το κατώφλι του ναού και η τριγύρω περιοχή έγινε από τις πιο εύφορες του κάμπου. Πλήθος κόσμου συρρέει εδώ κάθε χρόνο στο μεγάλο αντάμωμα των Λασιθιωτών του Οροπεδίου στις είκοσι οκτώ και είκοσι εννιά του Αυγούστου. Όλοι δίνουν το παρόν στο κάλεσμα παραμονή και ανήμερα της γιορτής του Προδρόμου περιμένοντας υπομονετικά  για να πάρουν σειρά ν’ ανάψουν ένα κερί και να ανταλλάξουν μια εγκάρδια χειραψία και μια κουβέντα με γνωστούς, συγγενείς, φίλους αλλά και ξένους. Είναι συγκινητικό να βλέπεις αυτό το σμίξιμο, θαρρείς και οι Λασιθιώτες συμπληρώνουν σελίδες στο παρουσιολόγιο του τόπου…

Οι δύο αυτές μέρες ήταν και συνεχίζουν να είναι μοναδικά σηµαντικές στον κύκλο του χρόνου. Θυμάσαι τη μητέρα σου, τις θείες, τις γειτόνισσες, τις γυναίκες του παλιού καιρού που τέτοιες μέρες βρίσκανε την ευκαιρία να στολιστούν, να φορέσουν τα καλά τους, να περπατήσουν καμαρωτά στον περίβολο της εκκλησίας, να μοιραστούν τις προσωπικές τους εµπειρίες και μνήμες τρώγοντας ζαχαρωτές μαντινάδες, άρτο και λουκούμια με άρωμα τριαντάφυλλο.

Οι άνθρωποι συνηθίζουν να χαίρονται και στις μέρες μας όπως χαιρόταν άλλοτε. Στο Λασίθι κάποια πράγματα δεν γίνονται από συνήθεια, μπορεί ο δρόμος της ζωής να είναι δύσκολος μα ο Λασιθιώτης θα βρει τον τρόπο και τον πάει χορεύοντας. Οι μέρες του πανηγυριού είναι για τους κατοίκους ιερές όπως ήταν και στις παλαιότερες κοινωνίες και γενιές. Θα ανταµώσουν, θα αναζητήσουν τη συγκίνηση, τη χαρά, την ελπίδα, θα λατρέψουν το θείο και έτσι το πανηγύρι αποτυπώνει στο ταξίδι του στον χρόνο την κοινή κουλτούρα και ταυτότητα των ντόπιων όσο ο θρησκευτικός εορτασµός συνεχίζει να ανυψώνει το πνεύµα και ο κοσμικός να ξεκουράζει το σώµα.

Αναπολείς στιγμές με την παρηγοριά της αθωότητας, μιας αθωότητας που ξαναγιεννιέται από τις σπαταλημένες στιγμές. Οι φωνές τρίζουν μέσα σου, στις ρωγμές φυτρώνουν ρόδα, ώρα που βρέχει μυστικά στις ψυχές κι ανοίγουν οι σκουριασμένες κλειδαριές. Κάποιος αντίκρυ πασκίζει να σου θυμίσει έναν αλλιώτικο καιρό, πασκίζει να ξανακρεμάσει την φωτογραφία του στον τοίχο της καρδιάς σου, μα θα μείνει ο πόθος ασυλλάβιστος μ’ εκείνη τη λησμονημένη αστροφεγγιά καρφωμένη στο πόρτεγο  της εκκλησιάς. Αυτά που τώρα ψάχνεις σε κάνουν να αμφισβητείς όλα όσα κάποτε στη νιότη θεωρούσες αναμφισβήτητα κυρίως στο θεό και στον έρωτα. Τώρα τη ζάχαρη τη λιώνεις στο γυάλινο πιατάκι με ροδόνερο για να φιλέψεις τις κουρασμένες μέλισσες στο μπαλκόνι σου, δεν έχεις λόγο πια να κάνεις τα πικρά γλυκά. Τώρα πέρασε το χτυποκάρδι, το λαχάνιασμα, ο κόμπος στο λαιμό και οι πεταλούδες στο στομάχι πέταξαν. Τώρα μετράς τις λεπτές αποχρώσεις στις σχέσεις, αυτές που  δεν θα σου φέρνουν τα πάνω κάτω, τώρα  ζεις για την αγάπη. Έμαθες πια πως η αγάπη είναι το συστατικό των απλών πραγμάτων και τα απλά πράγματα σε φέρνουν πιο κοντά στα μεγάλα και σημαντικά.

«Μη φοβάσαι, μη ξετρουμίζεσαι μα δεν εβάρηκες, το παπούτσι σου εξεχνάρισε, μα εδά δεν τα πάνε μπλιό του τζαγκάρη, άλλα δα πάρεις πια καλά. Να μια τζαγκουρνισμαθιά ’ναι μόνο,  γιάε επαδέ στο εφτακάθαρο εμούριασες κι ήπεσες, μα αφού δεν τρέχουνε εδά και φουντάνα τα αίματα μπάταρε πως δεν ήπαθες πράμα μόνο κάτσε, κάτσε μνιαολιά μα αυτό ήτονε το κουζουλό αίμα απού περίσσευγε και ξεθύμανε κι ήφυγε απού τη φούχτα σου» , σε συμπαραστέκεται η κυρία Μελανθία, μια ηλικιωμένη γυναίκα που έτυχε να παρακολουθήσει από κοντά την δεύτερη πτώση σου…

Μετά, αφού γίνουν οι πρώτες συστάσεις και σε πληροφορήσει πως γεννήθηκε και μεγάλωσε στο  Οροπέδιο αλλά ζει πολλά χρόνια μόνη της πια στην Αλικαρνασσό, θα καταλήξει ό,τι σ’ έπιασε το μάτι, και θα σου διδάξει καλού κακού τον τρόπο και τη γητειά, να τη λες κι εσύ να μη φταρμίζεσαι!

Θα σου κρατήσει το πονεμένο χέρι με ύφος, όπως εκείνες οι τσιγγάνες που διαβάζουν την τύχη στις γραμμές. Κι όσο το κοιτάζει θα πει ψιθυριστά και τη γητειά τρεις φορές:

«Ένα ν’ αρχίξω να ρωτώ και δυο να μ’ απαντήσεις
είδε σε, και σε γράντισε, ποιος θέλει ν’ αρρωστήσεις,
να δώσει λόγο του Χριστού και στ΄ αι Γιαννιού τη χάρη
του χρόνου σαν και σήμερο, να γίνετε ζευγάρι,
και να σου γράφει γράμματα
στου γιασεμιού τσι κλώνους
και να σου λέει σ’ αγαπώ οκτώ χιλιάδες χρόνους.

Τέσσερα φύλλα τση καρδιάς και δυο τα δυο σου μάθια
μ’ αυτά πηγαίνουνε μαζί, τριαντάφυλλα κι αγκάθια.

Οχτώ σταλαμαθιές νερό κι άλλες οχτώ μετάνοιες
να του γυρέψεις θέλημα με δίχως περηφάνιες.

Τη σκέψη σου αστρονόμισε, στην εδική ντου σκέψη,
να το λογιάσει κι ο φταρμός να σκάσει, να μισέψει,
κι όντε στερέψουν τα νερά και τα πουλιά διψάσουν
ας έρθουν απ’ τα μάθια μου να πιουν να ξεδιψάσουν».

Σε προλαβαίνει, δεν κάνει να πεις ευχαριστώ και θα συμπληρώσει με νόημα πως, άμα σε πονεί κι εσένα λίγο η καρδιά σου, να λες πολλές φορές την ημέρα την τελευταία μόνο μαντινάδα:

«Όντε στερέψουν τα νερά και τα πουλιά διψάσουν/
ας έρθουν απ’ τα μάθια μου να πιουν να ξεδιψάσουν,
και θα επιμείνει, ν’ αστρονομίζεις ξυπόλητη το μεσοφόρι και το μπολκάκι σου τα μεσάνυχτα στον οντά με το κλειδί κρεμασμένο ζερβά στο πλάι πάνω από τον κόκαλο, κάθε που έχει οκτώ ο μήνας.»

Γεώργιος Παναγιωτάκης, Οροπέδιο Λασιθίου 1973, ελαιογραφία

Γεώργιος Παναγιωτάκης, Οροπέδιο Λασιθίου 1973, ελαιογραφία 80Χ60

Η κυρία Μελανθία αισθάνεται όπως και πολλοί άλλοι έντονη την ανάγκη επανασύνδεσης με τον γενέθλιο τόπο. Αυτό το πανηγύρι επανατροφοδοτεί τη σχέση της με το Λασίθι και τους κατοίκους του. Η ίδια γυρίζει την ανέμη του χρόνου και πιάνει το νήμα και το νόημα της ζωής από την αρχή και μάλιστα στη ντοπιολαλιά:

«Τσι μέρες του πανηγυριού όλοι οι Λασιθιώτες εσταματούσανε τσι δουλιές τως απού την παραμονή τση εορτής κι ενηστεύγανε και το λάδι για να μην τσι πιάσει ρίγος. Η λαλά μου δεν ήτρωε πράμα κόκκινο, πράμα που να σουσούμιαζε με το αίμα, μήτε μαύρο σταφύλι δεν ήβανε στο στόμα τζης και δεν ήπιανε μαχαίρι γιατί το ’χενε κακό παρατήρημα. Είχανε συνήθειο από όπου κι ανέ βρίσκουντανε να τ’ αφήνουνε ξετελεμένα κι αξετέλευτα όλα, διαρμισμένα κι αδιάρμιστα όπως ήτανε, για να προλάβουνε να ρθούνε στην ώρα ντως.

Θυμούμαι τσι εδικούς μου συγγενείς, όλη τη δικολογιά, μα και τσι χωριανούς, φτωχοί αθρώποι ήσανε όλοι, όλοι λίγο πολύ την ίδια απαραδιά είχανε μα δεν επήανε και κάκου ντου κάκου. Λίγα τ’ αποδόματα ντως, μα ήτονε καλοπάλαγοι και η καλοκάρδιση ντως ήβγαινε στον ουρανό. Ετσά με το συργούλιο και πολύ κόπο τα πιλαούσανε όλα όπως τά ’φερνε η ζωή κι εκάμανε καλιμέντο.  

Όντεν ήρχουντανε του Καμπίτη εμαζώνουντανε πολύς κόσμος κι απού τα δεκαοχτώ χωριά. Οι νοικοκεράδες εστολίζανε πρώτα τα γαϊδουράκια ντως και τως εβάνανε πατωσές – πατωσές τσι καντιφέδες στη μουράλια και στο χαλινάρι. Στο σωμάρι εστρώνανε την πιά καλοφαμένη και πλουμιστή πατανία. Απίτις ενεμαζώνανε τα κοπέλια απού τα σώχωρα, τα λούνανε στη σκάφη τότεσας, τα ντύνανε, εβάνανε κι αυτοί τα σκολιανά ντως και κινούσανε πατούλιες – πατούλιες κατά τσι φιλιές, τσι κουμπαριές και τσι συντεκνιές απού ’χανε να πάνε στ’ αγιομήσι. Εκλουθούσανε αξωγύρου και τα τζαναβαράκια με τσι πρώτους αροδαμούς τση νιότης στα μάγουλα και όντε δεν ετερερίζανε εχώνουντανε τσι μηλιές κι επειράζανε τσι κοπελιές.

Στο ένα σκαρβέλι εκρεμούσανε το ντρουβά με τσι άρτους πού ’χανε ταμένους να πάνε και στο άλλο την ξομπλιαστή βούρια με τον τσούκο τη ρακή, το μπουκάλι με το λάδι για τα καντήλια τσ’ εκκλησάς και το κανισκάρι απού ήθελα κόψουνε τσι άρτους, να τσι μοιράσουνε βλοημένους των αθρώπω. Στη χέρα ντως οι γυναίκες εκρατούσανε  ένα ματσάκι βασιλικό και βιόλες.

Μια φορά, μετά την κατοχή, εκλούθανε με τη πατούλια μας κι ένας ξενομπασάρης αλέργος δάσκαλος και ήφερε πολλές αθιβολές στη στράτα ίσαμε να φτάξομε. Είχε πει και μια κουβέντα και από τότεσας, κοπελοπούλα ξετελεμένη ήμουνε δεκαεφτά χρονώ, στα δεκαοχτώ επαντρεύτηκα, δεν εκάτεχα πολλά γράμματα, ό,τι επρόλαβα σε τρεις τάξεις του δημοτικού που επήα, μα νογούσα μιαολιά παραπάνω και τήνε κράτησα εκεινιά την κουβέντα, εφάνηκέ μου πως δεν ήτονε αλαφροκαμπάνιστη και τήνε ανεστορούμαι  ακόμη έτσα απού την εγροίκησα:
«Δεν υπάρχει γένος πιο φιλέορτο απ’ το δικό μας. Ζούμε κάνοντας μια γιορτή και περιμένοντας μια γιορτή, κατά το Στρατή Μυριβήλη.»

Δεν θέλεις να την διακόψεις. Την κοιτάζεις στο μεσόφρυδο. Μια βαθιά κάθετη ρυτίδα σαν χαρακιά, θαρρείς μαζί και χωριστά τα μάτια, το βλέμμα, οι σκέψεις. Είσαι σίγουρη πως κυλάει με τον ίδιο πόνο εκεί τα τελευταία πενήντα τουλάχιστον χρόνια, με πόνο αλλά και αποφασιστικότητα. Απογοητεύσεις, στενοχώριες, πίκρες, κούραση, αγωνίες όλα εκεί καταγράφονται και περνούν οι μέρες και βαθαίνει όλο και πιο πολύ.  Και μόνο από αυτή τη ρυτίδα μπορείς να εκτιμήσεις τον χαρακτήρα της, της Μελανθίας. Προτροπή δική της, «Μελανθία, έτσι λέγε με, όχι κυρία, το κυρία είναι για τις δασκάλες.»

Φυσιογνωμία καλοσυνάτη,  η Μελανθία συνέχισε να ζει χωρίς θυμό καταπνίγοντας τον αβάσταχτο πόνο της, από τότε που ο άντρας της, ψαράς ήταν, λίγους μήνες μετά το γάμο τους χάθηκε στ’ ανοιχτά από το λιμάνι του Ηρακλείου σ’ ένα ξαφνικό μπουρίνι που αναποδογύρισε τη βάρκα του και τον κατάπιαν μαζί της τα κύματα. Δυο βδομάδες περίμενε με την ψυχή στο στόμα του κάκου την επιστροφή του. Ώρες ολόκληρες, νύχτα και μέρα, ξεροστάλιαζε και παρακολουθούσε από το παραθύρι της τη θάλασσα και τις βάρκες. Όσο περνούσαν οι μέρες και δεν φαινόταν πουθενά, νόμιζε πως δεν της έφτανε ο αέρας, έμενε χωρίς ανάσα, χωρίς καρδιοχτύπι, χωρίς αίμα στις φλέβες, χωρίς σκέψεις, κέρινη σχεδόν νεκρή. Δεν βρέθηκε, ούτε κι όταν καλοσύνεψε ο καιρός και πήγαν πολλοί βαρκάρηδες και έψαξαν στο νησάκι Ντία, δεν βρέθηκε ποτέ τίποτα. Οκτώ μήνες αργότερα, αγκάλιασε το αγοράκι που έφερε στον κόσμο ένα δειλινό και χαμογέλασε πρώτη φορά μετά από καιρό. Έτσι είναι, η ζωή φέρνει μαύρες στιγμές, μα φέρνει και καλές. Έκανε κουράγιο, κι όταν δυσκολευόταν πάλι «μην το βάζεις κάτω Μελανθία, θυμήσου πως όταν προσπαθείς για ό,τι καλύτερο μπορείς, έχεις δικαίωμα και να το περιμένεις το καλύτερο», έλεγε στον εαυτό της. Έδεσε φιόγκο την οδύνη της απώλειας στην ψυχή, και ανάθρεψε το παιδί της με χίλιες δυο στερήσεις και βάσανα, μα πάντα χαμογελαστή. Λες έζησε και χαρές, λες…

«Μεγάλος και τρανός εγίνηκε ο Δαίδαλος μου, ετσά τον λένε σαν τον πατέρα ντου, μεγάλος και τρανός, στην Αυστραλία, τεχνίτης στα τραίνα και με πτυχίο! Επήε ντελόγο στο στρατό όντεν εξεσκόλισε, ήκαμε το χρέος του κι απόει ήφυγε με το παπόρι, το υπερωκεάνιο Πατρίς. Σαράντα μέρες ήκαμε να φτάξει μα ήφταξε καλά. Ο πλοίαρχος, ο Νικόλαος Σούτος τόνε βοήθησε γιατί τον ήκουσε που ήπαιζε λαούτο στο κατάστρωμα και του ζήτηξε να παίξει και στο σαλόνι για τσι επιβάτες, για να μη στενοχωριούνται απού εφήνανε την πατρίδα ντως και εκλαίγανε οπού επηγαίνανε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Δεν του χάλασε χατίρι γιατί εκαταλάβαινε από δικού ντου και για τσι άλλους αθρώπους ήντα νιώθανε. Ετσά τόνε συμπάθησε και ήδωκέ ντου καλές συστάσεις και τον ήπεψε ο ίδιος στην εταιρεία οπού εκάτεχε και ήκαμε προκοπή. Πρώτα τον ελέγανε μετανάστη, ετσά τσι λέγανε όλους στην αρχή, μα εδά είναι πολίτης Αυστραλίας! Εκειά εθέλησε να κάμει οικογένεια, εκειά είναι να ’χει την ευκή τσ’ ευκής μου, μ’ ένα χαμόγελο καρφωμένο στα χείλια ντου ξυπνά και τόνε βρίσκει η νύχτα μ’ άλλα χίλια. Κι όντε δα με πάρει στο τηλέφωνο μού τραγουδεί μαζί με τη γυναίκα και τα κοπέλια ντου την ίδια μαντινάδα απού τού ’λεγα κι εγώ, γροικάς Χαρούλα;

 «Όντε στερέψουν τα νερά και τα πουλιά διψάσουν/
ας έρθουν απ’ τα μάθια μου να πιουν να ξεδιψάσουν».

Κάπως έτσι σου κάνει την περιγραφή του μοναχογιού της του ξενιτεμένου, κάπως έτσι γυρίζει η σκέψη στη μάνα σου.

Καθώς τα χρόνια πέρασαν από τους ώμους της και μετά τα τόσα ταξίδια στη Μελβούρνη, έγινε μια υπέροχη, μια συμπαθέστατη όμορφη γριούλα με αστική εμφάνιση στο ντύσιμο και Λασιθιώτικη μιλιά. Ανοίγει την τσάντα της να σε φιλέψει μια χούφτα καραμέλες κι ένα ματσάκι ξυλάκια κανέλλας για να διώχνει το φταρμό. Θα πάρει μια ανάσα βαθιά, θα βρέξει τα χείλη της με λίγο νερό, το λαιμό της με δυο σταγόνες κολώνια λεμόνι Μυρτώ και αφού τακτοποιήσει με τα δάχτυλα τα καλοχτενισμένα ολόλευκα μαλλιά, θα ισιώσει όρθια την πλισέ φούστα και χαρίζοντάς σου ένα ζαχαρωμένο βλέμμα θα κλείσει την κουβέντα της:

«Εδά που μαζώνει το κουβάρι τση ζήσης μου Χαρούλα και σιμώνω τ’ ανέγνωρου κάθα μέρα και πια πολύ, μ’ αρέσει ν’ αναθιβάλλω και διαλέω τσι πια καλές αθιβολές, να μη τσι σβήσει ο χρόνος και λέω, ήχι μου να τα φέρνει η ζωή ντρέτα για όλους τσι αθρώπους και να μην κακολαλεί κιανείς κιανένα. Δε μ’ αρέσει να τσι φυλακίζω τσι αναμνήσεις μου, μόνο να τσι μοιράζομαι θέλω, γιατί ετσά λοής γερνώ και δε με γνοιάζει πότε δα φτάξει η ώρα μου, μα γνοιάζει με μπάρε μου, σκιάς ίσαμε τοτεσάς να ζω και να ’χω ψηλά το κεφάλι και το κούτελο καθαρό γιατί δεύτερη ζωή δεν έχει.

Γροικάς Χαρούλα; Εφτά φορές να πέφτεις και οκτώ ν’ αναντρανίζεις και να σκώνεσαι και να λες και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι εκείνη την ίδια στιγμή, γιατί ό,τι αφήνεις για αύριο θα γίνει χτες πριχού να το καταλάβεις. Τέθοια λοής είναι η ζωή, δε σε ρωτά ποτέ, τι θέλετε να σας τρατάρω, τι θα πάρετε παρακαλώ; Ό,τι θέλει και όποτε θέλει σου σερβίρει και άντε εσύ να κάνεις κακορέξα…»

▪️ Ευχαριστούμε για τη διάθεση των έργων ζωγραφικής τον κ. Γεώργιο Παναγιωτάκη.


Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα Μάης του 2020

Χαρούλα Βερίγου Ζωή Δικταίου

H Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου] γεννήθηκε στην Κρήτη. Οι ρίζες της είναι στο Οροπέδιο Λασιθίου. Στο Τζερμιάδο μεγάλωσε, εκεί έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Δεν έγινε δασκάλα όπως ονειρευόταν όταν ήταν παιδί. Την κέρδισε η Τουριστική Εκπαίδευση. Ζει και εργάζεται στην Κέρκυρα.
Μένει σταθερά αφοσιωμένη στην οικογένεια. Είναι παντρεμένη και τιμούν τη ζωή της δύο παιδιά. Καταθέτει την ευγνωμοσύνη της στο φως και στο ταξίδι του, αυτό που δικαιώνει την αιωνιότητα, για να δικαιωθεί ταπεινά στη σιωπή και αθόρυβα στο καθαρό βλέμμα θυμίζοντας την αλμύρα, την πιο αρχαία γεύση ζωής στο δάκρυ.
Πιστεύει στην αγάπη. Συνηθίζει να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει.
Την γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Η Αγάπη αντέχει το ρίσκο στ’ ανοικτά και τινάζει το χνούδι της λήθης στη βροχή. Της αρέσει η βροχή. Προτιμά τη μωβ ομπρέλα, μα έχει πάντα και μια κόκκινη, για να μπορεί να πληγώνει τις άφεγγες νύχτες το σκοτάδι.
Την πολεμούν οι λέξεις. Γίνονται όχημα μαγείας, γι’ αυτό και δεν αναρωτιέται πια «γιατί γράφω;» Όπως αναπνέει, μιλάει, ονειρεύεται, συμφιλιώνεται με τη ζωή και τον θάνατο μαγικά, έτσι και η ανάγκη της να γράφει. Ακουμπά στο παρελθόν, όμως η λέξη που την καθορίζει είναι το «Αύριο»…