• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Κώστα Βάρναλη: Οι γέροι του νησιού

Στου μόλου την μπασιά ρημάδι ο μύλος.
Στο πεζούλι, στ’ απόσκιο, καλοκαίρι,
καθόνται οι γέροι του νησιού, ναυάγια!
Θάλασσα πίσω, θάνατοι μπροστά τους.

Ασάλευτοι ώρες, διπλωμένοι απάνου
στα μπαστούνια, κοιτάζουνε το χώμα,
που θα τους φάει. Σαν άγνωστοι σωπαίνουν.
Τί να πουν; Όλα τα ’χουν ειπωμένα!
Φτερά δεν έχει ο μύλος ούτε οι γέροι.

Οι γέροι δεν τα θέλουνε, κουράζουν.
Να ξεχάσουνε μάχονται κι ας ήταν
μπορετό να ξεχάσουν τον εαυτό τους!
Σκέψη, βουλή και λόγο τα φοβούνται.
Στα νιάτα τους, που κοχλακούσε το αίμα,

σκεφτήκαν μια φορά και μετανιώσαν,
μιλήσανε και χάσαν τη μιλιά τους.
Κι άμα θελήσαν, ξύλο και φυλάκα!
Θα θέλανε, ρωτάς, να ξανανιώσουν;
Κατάρα! κι άλλη μια να ξαναζήσουν

αμαρτωλοί στην Κόλαση των Νόμων!
Να μοχτάνε οι Πολλοί για τους Ολίγους
κι οι νηστικοί να θρέφουν τους χορτάτους,
άσκημοι να πεθαίνουν πάσαν ώρα
κι οι Λίγοι να ’ναι αθάνατοι κι ωραίοι!

Πόσους πολέμους κάνανε για δαύτους!
Πόσοι θανάτοι, πείνα και κρεμάλα!
Κι αν νικούσαν οι σκλάβοι, πάλι σκλάβοι.
Κι αν νικιόταν ο Αφέντης, πάλι αφέντης…
Φορτσάρισε ο μαΐστρος, τρέξε κύμα!

Φτάσανε δυο πολεμικά κι οι γλάροι
χιμήξαν και τα ζώσανε σπαθάτοι.
Τρέχει ο κόσμος. Οι γέροι δε σαλεύουν.
Περνάνε αβασταγά ζαλικωμένα
πατάτα και σανά κι αράδ’ αφήνουν

τ’ αχνάρια τους στον άμμο. Ορμούν οι μύγες.
Αγάλματα οι γερόντοι «αλλουνού κόσμου».
Περνάει δεκαπεντάχρονη λαχτάρα
με κοντοβράκι κολλητό. Γεμίζουν
η Πλάση ρόδα, σάλπισμα ο αγέρας!

Μα οι γέροι δεν κοιτάνε ουδέ θυμούνται!
Να ησυχάσουνε θέλουνε μονάχα.
Να πλαγιάσουν χωρίς να σηκωθούνε.
Παντού πονάνε, ορθοί και καθισμένοι,
μέρα και νύχτα κι όλο παραπάνου.

Λασπογενιά, σκυλογενιά, γραφτό ’ναι
κάθε γενιά βαθύτερα να πέφτει.
Πρόβατα και λαοί θα ’χανε λείψει,
αν δεν είχαν αφέντη να τους «σώζει»!