Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Λεύκωμα «Γυάρος, θανατονήσι και κάστρο αγώνα»

Ειδική έκδοση από τη «Σύγχρονη Εποχή» για τη Γυάρο με αφορμή την αποκάλυψη του Μνημείου που έστησε η ΚΕ του ΚΚΕ στο νησί

Μια εξαιρετική έκδοση, σχεδόν συλλεκτική, δίνεται αυτές τις μέρες στο πλατύ κοινό από το εκδοτικό «Σύγχρονη Εποχή».Τίτλος: «Γυάρος 1947-1952//1955-1961//1967-1974». Με πλάγιο τίτλο: «Θανατονήσι και Κάστρο Αγώνα», που συνοδεύεται στο εξώφυλλο από μια φράση των κρατουμένων της δεύτερης περιόδου λειτουργίας της φυλακής: «μια η απάντησή μας: Ζήτω το ΚΚΕ…».

Πρόκειται για ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο. Από όρμο σε όρμο, κι από περίοδο σε περίοδο για τον διαχρονικό εφιάλτη που ακούει στο όνομα «Γυάρος» ή «Γιούρα».

Στις 80 σελίδες του περιέχεται υλικό που επιμελήθηκε η υπηρεσία Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ, φωτογραφίες από τότε και σήμερα, κατασκευές των κρατουμένων, όπως του Παντελή Μανταλόβα, η «σταυρωμένη αντίσταση στη Συκιά της Γυάρου» που φτιάχτηκε στη Γυάρο, με ένα λεπιδάκι.

χαράδρες Γιούρας γιομάτες αίμα φρίκη

Και μαρτυρίες, πολλές μαρτυρίες:

«Δυο χιλιάδες εφτακόσιες μέρες σ’ αυτό το νησί του διαβόλου, εννιά μίλια ανατολικά απ’ τη Σύρο, άγονο, άνυδρο με μόνους κατοίκους τους αρουραίους, τους σκορπιούς και τα γαϊδουράγκαθα, να σε δέρνει μερόνυχτα εκείνος ο δαιμονισμένος άνεμος, να σε τυφλώνει η αντάρα του αγριεμένου πελάγου και να μή βλέπεις καΐκι για παρηγοριά μέρες πολλές, σκασμένος απ’ τη δίψα, νηστικός, άρρωστος χωρίς γιατρό και περίθαλψη καμιά κι από πάνω να λυσσομανάει ο βούρδουλας – τα μπαμπού – του Γλάστρα, φορτωμένος πέτρες και βράχια όλη μέρα στην ανηφόρα προς το “Ιστίμπεη”, να σπαρταράς κρεμασμένος στη “Συκιά” για παραδειγματισμό» (Από το βιβλίο του Γιάννη Κατσαντώνη, «Με τους δεσμώτες αγωνιστές»).

Και οι εικόνες του ποιητή:«Δω πέρα είναι μεγάλες πέτρες και κρυμμένες σερνάμενες
ρίζες,
είναι μεγάλα ποντίκια μ’ άσκημα μάτια και δυνατά σαγόνια,
είναι γουστέρες και σκορπιοί και χιλιοπόδαρες ψαλίδες».

(Γιάννης Ρίτσος, «Μαντατοφόρες»)


Πέρα από τα ιστορικά στοιχεία για τη Γυάρο, μέσα από τις σελίδες της έκδοσης γίνεται μια ξενάγηση στο νησί που αρχίζει από τον 1ο Ορμο:

«Ηταν ο όρμος “πρωτεύουσα”, που έφτασε να έχει στις σκηνές του έως 5.500 άτομα. Εδώ κρατήθηκαν και οι ανήλικοι το 1948, που αργότερα στάλθηκαν στη Μακρόνησο. Ενας δρόμος πλάτους 5 μέτρων χώριζε το στρατόπεδο σε Α΄ και Β΄ πτέρυγα. Στο πάνω μέρος του δρόμου ξεκινάει ένα μεγάλο χαντάκι που διακλαδίζεται σε δύο χαράδρες (ανάμεσά τους υπάρχει ένα λοφάκι). Στη δεξιά χαράδρα, στη δεξιά μεριά της δεσπόζει η βίλα του διευθυντή, “το μαύρο σπίτι”, τριγυρισμένη με τις σκηνές των φυλάκων και άλλα κτίσματα.

Πιο πάνω είναι οι σκηνές αποθήκης ιματισμού και υλικών φυλακής και το λογιστήριο. Πιο πάνω, μέσα στη δεξιά χαράδρα, ήταν το Πειθαρχείο, η περιβόητη “συκιά” και πιο πάνω το “ηλιακό πειθαρχείο”.

Στο λοφάκι ανάμεσα στις δυο χαράδρες υπήρχαν το σπίτι του υποδιευθυντή, σπίτια χωροφυλάκων, ο φούρνος της Χωροφυλακής και το παλιό Πειθαρχείο του Γλάστρα.

Στο κέντρο του όρμου, δεξιά του δρόμου, ήταν το Αρχιφυλακείο και κάτω, κοντά στην παραλία, το Ταχυδρομείο. Στη Β΄ πτέρυγα ήταν κατά περιόδους το Αναρρωτήριο και το Φαρμακείο όπως και τα μαγειρεία.

Δίπλα στον πρώτο όρμο είναι ο όρμος μηδέν, ο οποίος προοριζόταν για να γίνουν πειθαρχεία, αλλά τελικά δεν κατασκευάστηκαν. Ανάμεσά τους είναι ο Γολγοθάς, σημείο με απότομα βράχια, όπου βασανίστηκαν και λεηλατήθηκαν πολλοί κρατούμενοι. Εδώ είναι και το νεκροταφείο των κρατούμενων».

Η περιγραφή συνοδεύεται με εικόνες από τότε, που δείχνουν τα κτίρια και άλλες εγκαταστάσεις, τη βίλα του διευθυντή, το Φαρμακείο, το Ιατρείο και το χώρο της σκηνής Αναρρωτήριο, τα μαγειρεία. Νεότερες φωτογραφίες δείχνουν τα αντίστοιχα σημεία σήμερα, το νεκροταφείο, δεξιά του 1ου όρμου. Τα απόκρημνα βράχια δίπλα του που ήταν ο «Γολγοθάς», τη «Συκιά του Γλάστρα», όπως σώζεται σήμερα.Αμέσως μετά η αναφορά στον 2ο Ορμο, όπου έριξαν τους πρώτους κρατούμενους της πρώτης μεταγωγής, στις 11 Ιούλη 1947. Τότε ήταν πιο άγριος και είχε διάσπαρτους μεγάλους βράχους, που μετακινήθηκαν από τους κρατούμενους. Η δύναμή του έφτασε τους 1.500. Αρχικά ήταν όρμος των «ζωηρών» έως τις αρχές 1948, αργότερα έγινε όρμος των γέρων και των άρρωστων.

Ο 3ος Ορμος στενός και κατηφορικός. Ηταν ο όρμος των διανοούμενων, των στελεχών και της απομόνωσης και έφτασε δύναμη τους 990. Ανάμεσα στον 3ο και 4ο όρμο υπάρχει νεκροταφείο.

Ο 4ος Ορμος είναι μεγαλύτερος από τον 2ο και τον 3ο Ορμο. Ηταν όρμος που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της καταναγκαστικής δουλειάς. Η δύναμή του έφτασε τους 2.000. Υπάρχουν τρία μεγάλα κτίσματα, κατά σειρά, σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού είναι: Οι αποθήκες, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού και το νοσοκομείο. Μετά από τον Ιούνη του 1950 μετέφεραν εκεί αρκετούς ανανήψαντες. Γρήγορα, όμως, πολλοί έκαναν αντιδηλώσεις.

Οι φωτογραφίες δείχνουν το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στον 4ο όρμο, τότε και τώρα. Το κτίριο των αποθηκών τότε και τώρα. Εσωτερικές εικόνες από το νοσοκομείο, καταστροφές και εγκατάλειψη.

Μνημείο ΚΚΕ 100 Γυάρος Ρωγμή Α Μυρωδιάς

Ακολουθεί η περιγραφή για τον 5ο Ορμο και το κτίριο των φυλακών.

Ο πέμπτος όρμος ιδρύθηκε στις αρχές του 1948 και η δύναμή του έφτασε τους 300. Μέχρι το τέλος του 1948 ήταν όρμος βαριάς απομόνωσης και βασανιστηρίων, γι’ αυτό οι κρατούμενοι τον ονόμαζαν «όρμο τάφο» και «όρμο τρόμου».

«Ο τάφος των ζωντανών. Η καινούρια εξόρμηση των δημίων αρχίζει: Αρχές Απρίλη. Αυτήν τη φορά θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενη. Και σε μέθοδο και σε εκτέλεση. Και κάθε φαντασία. Πρώτη εκδήλωση είναι η ίδρυση του Ε΄ όρμου. Στις 6 Απρίλη 1948.Ο Ε΄ ως τότε ήταν γνωστός σαν το πειθαρχείο – πηγάδι. Ηταν μια σπηλιά 1×1½ μέτρο, γιομάτη ως δεκαπέντε πόντους λάσπη. Εκεί κλείναν (απ’ το Γενάρη του ’48) όσους δε δούλευαν καλά, αφού τους κάναν πτώματα προηγουμένως. Στο “πειθαρχείο” τούτο στοίβαζαν 5-6 μαζεμένους» (από την έκδοση «Γιούρα, ματωμένη βίβλος»).

Το κτίριο των φυλακών βρίσκεται ανάμεσα στον 4ο και τον 5ο Ορμο. Είναι το μεγαλύτερο κτίριο των Κυκλάδων και υψώνεται σε τέσσερα τεράστια σκαλοπάτια σε επιφάνεια 75 επί 150 μέτρα. Χτίστηκε στα χρόνια 1947-1952 και ολοκληρώθηκε το 1955. Η βράχινη ράχη που προϋπήρχε ισοπεδώθηκε με την καταναγκαστική δουλειά των κρατούμενων, έτσι διαμορφώθηκαν τα 5 επίπεδα για να χτιστούν οι φυλακές. Για να χτιστεί, οι φυλακισμένοι κυριολεκτικά σκάβανε το βουνό με τα χέρια τους. Κάτω από την τρομοκρατία και τους βασανισμούς προχώρησε ο «στοιχειωμένος τάφος». Οι θάλαμοι είναι αποπνιχτικοί, τα παράθυρά τους πολύ μικρά και σε μεγάλο ύψος.

«Από τον καιρό που ιδρύθηκε το Πειθαρχείο (17.07.1947) μέχρι τρία χρόνια αργότερα (17.07.1950) έχουν κατά υπολογισμούς βασανιστεί 1.300 περίπου κρατούμενοι… Το Πειθαρχείο στην αρχή ήταν ένα χτιστό 2×2 μέτρα. Εκεί πολλές φορές στριμώχτηκαν πάνω από 15 κρατούμενοι, τις περισσότερες φορές πληγιασμένοι και σε αφασία, για να τους σακατέψουν δεκάδες σκορπιοί, η αφόρητη ζέστη ή η χειμωνιάτικη παγωνιά (χωρίς κουβέρτες) και η δίψα. Τον πρώτο καιρό ο πρώτος δεσμοφύλακάς του, ο Σουπιώνης, πάνω στο μεγάλο φόρτε της τρομοκρατίας κατέστρεψε ζωές και ζωές εκεί μέσα. Πολλές φορές είχε ξυστεί το χώμα κι είχαν ασβεστωθεί οι τοίχοι του για να μη φαίνονται τα αίματα. Στην αρχή οι κρατούμενοι ονόμασαν αυτό το πειθαρχείο ΓΟΛΓΟΘΑ! Δε σε στέλνανε εκεί για τιμωρία. Σε στέλνανε για ΘΑΝΑΤΟ. Κι είναι ζήτημα καθαρά ψυχικής αντοχής των αγωνιστών. Πώς άντεχαν, κι έβγαιναν από αυτόν τον τάφο.

Την άνοιξη του 1948 χτίστηκε άλλο Πειθαρχείο στη χαράδρα του πρώτου όρμου, μακριά από τον όρμο (στρατόπεδο). Ηταν 3×2 μέτρα (…) κι απέναντι στο Πειθαρχείο είναι η στοιχειωμένη ΣΥΚΙΑ. Εκεί κρεμούσαν τους κρατούμενους από τους αγκώνες, νύχτες ολόκληρες, και το πρωί δερνόταν εκεί πάνω το παραλυμένο κορμί, μέχρι που παρέλυε. Τότε φώναζαν το γιατρό» («Γιούρα, ματωμένη βίβλος»).


Και μια συγκλονιστική μαρτυρία. Του κομμουνιστή ηθοποιού Τζαβαλά Καρούσου για τις συνθήκες στη Γυάρο. Η χούντα αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο για λόγους υγείας και μετά από διεθνή κατακραυγή, ωστόσο οι συνθήκες κράτησης και η στέρηση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης έφεραν τον πρόωρο θάνατό του τις πρώτες μέρες του 1969. Η πρώτη έκδοση του έργου του, «Τζαβαλά Καρούσου: Γυάρος, Εditions Nouvelles Frontier», έγινε στο Μόντρεαλ του Καναδά και αποτέλεσε ένα όπλο για τη διεθνή κινητοποίηση και καταγγελία της Γυάρου.

«Μας οδηγούν στις φυλακές. Ενας μεγάλος σκοτεινός διάδρομος χωρίς κανένα φως. Τα παπούτσια μας βουλιάζουν στη σκόνη. Εδώ κι εκεί σκοντάφτουμε σε μεγάλα θάμνα ξερά, απ’ αυτά τα καφετιά, που τα ξερίζωσαν όπως ήταν και τα χρησιμοποιούν για σκούπες.

Στο τέλος του διαδρόμου δεξιά κι αριστερά πόρτες. Οδηγούν στις ακτίνες. Λάμπες πετρελαίου φωτίζουν και δημιουργούν αλλόκοτους ίσκιους. Από δω αρχίζουν σκάλες προς τα κάτω, όπου είναι πάλι διάδρομος, πάλι σκάλες, πάλι διάδρομος, πάλι σκάλες ώσπου φτάνεις στην έξοδο σ’ ένα πλάτωμα, έπειτα δρόμος και κάτω ο γκρεμός. Και κάτω ακτίνες, αναρρωτήριο, ιατρείο, καντίνα, γραφεία, κρατητήρια, απομόνωση. Οπως περνάς κι ακούς από κάτω το ρόχθο του πελάγου και τα σφυρίγματα των ανέμων έχεις την εντύπωση πως ταξιδεύεις με κανένα υπερωκεάνιο χτισμένο με τσιμέντο, με τούβλα και μια λάσπη που χρόνια πέρασαν κι ακόμα δε λέει να στεγνώσει…

Ο θάλαμος μέσα στο χώμα. Πού θα κοιμηθούμε; Μερικά παλικάρια μας έβγαλαν έξω εμάς τους περιττούς να κάνουμε καμιά βόλτα κι ανασκουμπώθηκαν μες στο σκοτάδι να παστρέψουν το θάλαμο. Μάταιος κόπος. Ο,τι κι αν κάναμε ήθελε μέρες να καθαρίσει. Και ήθελε και σκούπες. Οχι φρύγανα. Τουλάχιστον λίγο νερό. Και φως…Επειτα από λίγο φέρανε κάτι ντενεκέδες γεμάτους νερό. Από κει θα πίναμε προς το παρόν. Συσσίτιο τίποτα. Ούτε το βράδυ, ούτε το πρωί, ούτε το μεσημέρι, ούτε και τούτο το βράδυ. Πολύ επικερδής δουλειά ο αντικομμουνισμός. Είμασταν όλοι σκοτωμένοι. Τουλάχιστον λίγο νερό. Πίνουμε σκέτο πετρέλαιο. Πολύ το φτύναν, άλλοι το κάναν εμετό. Αλλοι στέριωναν την καρδιά τους και το έπιναν. Το ήπια κι εγώ.

Ζητήσαμε τουαλέτα, μα δε δούλευαν, ούτε του θαλάμου, ούτε οι μεγάλες της ακτίνας, όπου ήταν και τα πλυντήρια. Επρεπε να βγούμε έξω, έξω από τη φυλακή, μπροστά στο πλάτωμα. Εδώ – βγαίνοντας αριστερά – έχουν σκάψει τέσσερις λάκκους, έβαλαν κάτι πλάκες, κάτι σανίδια στα πλάγια, έβαλαν και κάτι ψευτοχωρίσματα από παλιές σκευρωμένες πόρτες. Εδώ, ώσπου να λειτουργήσουν οι τουαλέτες, εδώ θα μας φάει η μύγα και το κουνούπι, μπροστά σε χιλιάδες μάτια. Κι αύριο περιμένουμε κι άλλες, πολλές χιλιάδες… Κι αυτές όλες οι χαράδρες θα γεμίσουν σκηνές και βρόμα και μόχθο αδιάκοπο, ασίγαστο, ανελέητο να νικηθεί αυτή η βρόμα, να περάσουν οι άνθρωποι σαν άνθρωποι…

gif Banner Γυάρος

Πέρα τα βουνά της Σύρας ρόδιζαν. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Μα η μπόχα ανέβαινε αβάσταχτη. Δυο χιλιάδες άνθρωποι. Και σήμερα που θα ‘ρθουν οι άλλοι; Και το υδραγωγείο που είχε βουλώσει; Και τα υδραυλικά της τουαλέτας που δε δούλευαν; Και τα υδραυλικά της θάλασσας που δε δούλευαν κι αυτά; Και τα μαγειρεία που δεν υπήρχαν πια; Και οι αποχετεύσεις που δε λειτουργούσαν; (…) Από σήμερα το πρωί όλοι οι γέροι και οι μεσόκοποι πρέπει να ανασκουμπωθούμε… Μηχανικοί, αρχιτέκτονες, μαστόροι, γιατροί, όλα τα επαγγέλματα μαζεύτηκαν να δουν τι θα γίνει. Γεμάτο αρρώστους το στρατόπεδο και δεν υπήρχε καμινέτο να βράσει μία σύριγγα. Κι αν έβρισκες καμινέτο δε θα ‘βρισκες κατσαρόλα. Φοβόμασταν καμιά δυσεντερία. Είχαμε πάθει στη Μακρόνησο και μένει ακόμα ζωηρή η ανάμνησή της» (Τζαβαλά Καρούσου, «Γυάρος»).


Από την παρουσίαση του εκδότη

  • H έκδοση δημιουργήθηκε με αφορμή την τοποθέτηση του μνημείου της ΚΕ του ΚΚΕ στη Γυάρο και την επίσκεψη-προσκύνημα για τα εγκαίνια του μνημείου, τον Οκτώβρη του 2019. Αποτελεί μια μικρή συνεισφορά στη γνωριμία με την ιστορία και την αρχιτεκτονική του κάτεργου.
  • «Δυο χιλιάδες εφτακόσιες μέρες σ’ αυτό το νησί του διαβόλου, εννιά μίλια ανατολικά απ’ τη Σύρο, άγονο, άνυδρο με μόνους κατοίκους τους αρουραίους, τους σκορπιούς και τα γαϊδουράγκαθα, να σε δέρνει μερόνυχτα εκείνος ο δαιμονισμένος άνεμος, να σε τυφλώνει η αντάρα του αγριεμένου πελάγου και να μη βλέπεις καΐκι για παρηγοριά μέρες πολλές, σκασμένος απ’ τη δίψα, νηστικός, άρρωστος, χωρίς γιατρό και περίθαλψη καμιά κι από πάνω να λυσσομανάει ο βούρδουλας –τα μπαμπού– του Γλάστρα, φορτωμένος πέτρες και βράχια όλη μέρα στην ανηφόρα προς το “Ιστίμπεη”, να σπαρταράς κρεμασμένος στη “Συκιά” για παραδειγματισμό.»
  • Οι κρατούμενοι κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές του λαού και στις τρεις περιόδους λειτουργίας της φυλακής της Γυάρου πέρασαν σκληρά βασανιστήρια, πιεζόμενοι να υπογράψουν δήλωση μετανοίας – αποκήρυξης του ΚΚΕ, της πολιτικής έκφρασης της εργατικής τάξης, από ένα μηχανισμό βίας με την έγκριση των αστικών κομμάτων συνολικά, φανερώνοντας την αγριότητα της αστικής τάξης εναντίον όσων στέκονταν στην πλευρά του δίκιου και δεν ανέχονταν τη βαρβαρότητα. Χιλιάδες είναι εκείνοι που έμειναν αλύγιστοι. Η στάση τους αυτή αποτελεί προσφορά πρώτου μεγέθους στην πάλη για καλύτερη κοινωνία, στην πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, καθώς απέδειξαν πως η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί ν’ ανακοπεί, ν’ ανασταλεί, παρά τα πισωγυρίσματα και τις προσωρινές ήττες. Η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο σκουριασμένο περίβλημα της εκμετάλλευσης, της αδικίας, της καταστολής.