Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Μάθαμε να σ’ έχουμε για πάντα 🚩 Μια βραδιά για τον Φιντέλ στο Studio New Star Art Cinema

Όσο οι λαοί αντιστέκονται, όσο επιλέγουν το δρόμο του αγώνα τόσο θα σκύβουμε με σεβασμό στην παρακαταθήκη που άφησε με τον λόγο και το έργο του ο Φιντέλ Κάστρο

Είναι 25 του Νοέμ­βρη, πίσω στο 2016. Ο ήρω­ας της Κου­βα­νι­κής Επα­νά­στα­σης, για τον οποίο διά­βα­ζα στα βιβλία και του οποί­ου τις ομι­λί­ες άκου­γα και ένιω­θα πως βρι­σκό­μουν κι εγώ κάπου εκεί ανά­με­σα στο πλή­θος, μαθαί­νω πως “φεύ­γει” από τη ζωή. Αλλά δε φεύ­γει ποτέ από κοντά μας. Είναι ο Φιντέλ. Και θα είναι για πάντα.

Με αφορ­μή την επέ­τειο τριών χρό­νων από το θάνα­τό του, την Κυρια­κή 24 του Νοέμ­βρη στον κινη­μα­το­γρά­φο Studio New Star Art Cinema στην Πλα­τεία Αμε­ρι­κής πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε εκδή­λω­ση – φόρος τιμής στον Φιντέλ Κάστρο. Πλή­θος κόσμου όλων των ηλι­κιών συγκε­ντρώ­θη­κε γεμί­ζο­ντας την αίθου­σα. Από τη μαμά με το μωρά­κι στο μάρ­σι­πο και το άλλο παι­δά­κι της στο χέρι ως τον παπ­πού με το εγγο­νά­κι του και τα ζευ­γά­ρια των νέων. Η φλό­γα και η πυγ­μή του έβρι­σκε κατα­φύ­γιο στο μυα­λό και την καρ­διά όλων.

✔️  Στην εκδή­λω­ση παρα­βρέ­θη­καν ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημή­τρης Κου­τσού­μπας και ο Γιώρ­γος Μαρί­νος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.
✔️  Μίλη­σαν για τον Φιντέλ και τη ζωή του η πρέ­σβει­ρα της Δημο­κρα­τί­ας της Κού­βας στην Ελλά­δα, Ζέλ­μις Μαρία Ντο­μίν­γκες Κορ­τί­να και
✔️  Ο καθη­γη­τής Σύγ­χρο­νης Ιστο­ρί­ας του Τμή­μα­τος Πολι­τι­κών Επι­στη­μών του Αρι­στο­τέ­λειου Πανε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης, Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της.
✔️  Παρεμ­βλή­θη­καν προ­βο­λές απο­σπα­σμά­των από ομι­λί­ες του Φιντέλ, όπως η ιστο­ρι­κή ομι­λία του στον ΟΗΕ το 1979.

Σέλμις Μαρία Ντομίνγκες Πρέσβειρα Κούβας

Η Σέλ­μις Μαρία Ντο­μίν­γκες, ανα­φέρ­θη­κε μετα­ξύ άλλων στις προ­σπά­θειες που έγι­ναν για να σιγή­σει ο λόγος και η δύνα­μη του Φιντέλ, όπως και στην πανη­γυ­ρι­κή ομι­λία του στη συνε­δρί­α­ση του κλει­σί­μα­τος των εργα­σιών του 7ου συνε­δρί­ου του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος της Κού­βας, στις 19 Απρι­λί­ου του 2016, όπου ανά­με­σα από τις επευ­φη­μί­ες και τις ζητω­κραυ­γές του κόσμου, μοι­ρά­στη­κε τα παρα­κά­τω λόγια:

«Σύντο­μα θα κλεί­σω τα 90 μου χρόνια.
Όμως ποτέ δε μου πέρα­σε αυτή η ιδέα από το μυα­λό κι ούτε ήταν καρ­πός προσπάθειας.
Ήταν καπρί­τσιο της τύχης. Σύντο­μα θα είμαι πια κι εγώ όπως όλοι οι υπόλοιποι.
Για όλους θα έρθει η σει­ρά μας.
Όμως θα μεί­νουν οι ιδέ­ες των Κου­βα­νών Κομ­μου­νι­στών ως από­δει­ξη ότι σε αυτό τον πλα­νή­τη αν δου­λεύ­εις με πάθος και αξιο­πρέ­πεια μπο­ρούν να παρα­χθούν τα υλι­κά και πολι­τι­στι­κά αγα­θά που χρειά­ζο­νται οι άνθρω­ποι και οφεί­λου­με να αγω­νι­στού­με χωρίς ανά­παυ­λα για να τ’ απο­κτή­σου­με.
Στα αδέλ­φια μας στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή και στον κόσμο ολό­κλη­ρο, οφεί­λου­με να τους μετα­φέ­ρου­με το μήνυ­μα ότι ο κου­βα­νι­κός λαός θα νική­σει!»

Γιώργος Μαργαρίτης

Κατά την ομι­λία του, ο Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της, ανα­φέρ­θη­κε στην κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση από τον σχε­δια­σμό της ως και την νίκη του κου­βα­νι­κού λαού, παρά τις δύσκο­λες συν­θή­κες και τις παγκό­σμιες συγκρού­σεις. Χαρα­κτή­ρι­σε τον Φιντέλ «λάβα­ρο αψη­φι­σιάς κι αγώ­να για τους λαούς».

Δεν έλει­ψε φυσι­κά κι η αντι­πα­ρα­βο­λή με το σήμε­ρα, που η ανά­γκη για να υψώ­σει ανά­στη­μα ο λαός όχι μόνο είναι μεγά­λη, μα μεγα­λώ­νει μέρα τη μέρα όλο και περισ­σό­τε­ρο. Έκα­νε λόγο και για τους αγώ­νες του λαού της Χιλής που εβδο­μά­δες τώρα αντι­στέ­κε­ται στο καθε­στώς Πινιέ­ρα. Κι έκλει­σε την ομι­λία του με τα εξής λόγια:

«Όσο οι λαοί αντι­στέ­κο­νται, όσο επι­λέ­γουν το δρό­μο του αγώ­να τόσο θα σκύ­βου­με με σεβα­σμό στην παρα­κα­τα­θή­κη που άφη­σε με τον λόγο και το έργο του ο Φιντέλ Κάστρο. Έχου­με πάρει τον ίδιο δρό­μο, είναι μακρύς, είναι δύσκο­λος, έχει χαρές, έχει λύπες, πισω­γυ­ρί­σμα­τα, η Ιστο­ρία δε γυρί­ζει πίσω, έχει όμως μια σπει­ροει­δή κίνη­ση που άλλο­τε μας οδη­γεί στα ψηλά, άλλο­τε στο μαύ­ρο σκο­τά­δι. Η πίστη στην οργα­νω­μέ­νη δύνα­μη του λαού είναι η δική μας στα­θε­ρά, το δικό μας σχέ­διο. Η σκιά του Κάστρο, οι αδελ­φοί του λαού της Κού­βας μας γεμί­ζουν αισιο­δο­ξία, πιστο­ποιούν ετού­τη τη δύνα­μη και μας κάνουν να αισθα­νό­μα­στε ετού­το το ανυ­πό­τα­κτο νησί ως δική μας πατρί­δα, ως δική μας γει­το­νιά, ως δική μας ελπί­δα. Θα είναι μαζί μας ο Φιντέλ Κάστρο, ως την τελι­κή νίκη των λαών του κόσμου».

Comandante en Jefe Fidel Castro Ruz

Στη συνέ­χεια προ­βλή­θη­κε η ται­νία “El merito es estar vivo” (“Η τέχνη του να επι­βιώ­νεις”) των Otto Miguel – Guzmán Guerrero.

ΣΣ |> Ο Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της (Αθή­να, 1954) είναι καθη­γη­τής σύγ­χρο­νης Ιστο­ρί­ας και συγγραφέας.
Σπού­δα­σε στο Πανε­πι­στή­μιο της Νίκαιας, στη Γαλ­λία, όπου το 1981 ανα­κη­ρύ­χθη­κε διδά­κτο­ρας.
Διδά­σκει «Σύγ­χρο­νη Πολι­τι­κή και Κοι­νω­νι­κή Ιστο­ρία» στο Τμή­μα Πολι­τι­κών Επι­στη­μών του Αρι­στο­τε­λεί­ου Πανε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης από το 2004, ενώ
τα προη­γού­με­να είκο­σι χρό­νια εργα­ζό­ταν επί­σης ως καθη­γη­τής Ιστο­ρί­ας στη Φιλο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πανε­πι­στη­μί­ου Κρή­της.
Έχει πάρει μέρος ως ειση­γη­τής σε πολ­λά επι­στη­μο­νι­κά συνέ­δρια ενώ έχει δημο­σιεύ­σει πολ­λά άρθρα σε ελλη­νι­κά και ξένα περιο­δι­κά σχε­τι­κά με την περί­ο­δο της Κατο­χής, της Εθνι­κής Αντί­στα­σης και συμ­με­τά­σχει σε συλ­λο­γι­κά πονή­μα­τα.
Από τα γνω­στό­τε­ρα έργα του είναι η δίτο­μη Ιστο­ρία του ελλη­νι­κού εμφυ­λί­ου πολέ­μου, 1946–1949 (Αθή­να 2000).
To 2015 ήταν υπο­ψή­φιος στο ψηφο­δέλ­τιο Επι­κρα­τεί­ας του ΚΚΕ.
(αυτο­πα­ρου­σί­α­ση)
Κάπο­τε που έγρα­φα σε ένα περιο­δι­κό της αρι­στε­ράς ο τότε ‑ας το πού­με- αρχι­συ­ντά­κτης του και δάσκα­λος όλων μας, απα­ντού­σε πολύ φυσι­κά στο ερώ­τη­μα του τι και ποιοι είμα­στε.
Είμα­στε κομ­μου­νι­στές έλε­γε, τίπο­τε άλλο δεν χρειάζεται.
Εγώ αυτό το κρά­τη­σα και σκο­πεύω να το κρα­τή­σω για όσο υπάρ­χω.
Τίπο­τε άλλο δεν χρειά­ζε­ται.

[Παρα­θέ­του­με όλη την ομι­λία-ειση­γη­τι­κό κεί­με­νο του καθηγητή] 

Εξο­χό­τα­τη Πρέ­σβη της Δημο­κρα­τί­ας της Κούβας
Σύντρο­φε Γενι­κέ Γραμ­μα­τέα του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος Ελλάδας
Φίλες και φίλοι, κυρί­ες και κύριοι,

Περισσότερο από μισός αιώνας έχει περάσει από την πρώτη επαναστατική απόπειρα του λαού της Κούβας.

Στις 26 Ιου­λί­ου 1953 μια μικρή ομά­δα επα­να­στα­τών, λίγο παρα­πά­νω από εκα­τό, επι­τέ­θη­καν στο στρα­τό­πε­δο Μον­κά­δα, στο Σαντιά­γο της Κού­βας. Ήταν η αρχή μιας μακρό­χρο­νης επα­να­στα­τι­κής πορεί­ας. Η επί­θε­ση απέ­τυ­χε, πολ­λοί επα­να­στά­τες σκο­τώ­θη­καν, πιά­στη­καν και φυλα­κί­στη­καν. Σκλη­ρά μέτρα πάρ­θη­καν από το καθε­στώς του δικτά­το­ρα Μπα­τί­στα, έτσι ώστε μέσα στον τρό­μο κανείς να μην αμφι­σβη­τή­σει πάλι την εξου­σία του. Ανά­με­σα στους αιχ­μα­λώ­τους του δικτά­το­ρα ο μόλις από­φοι­τος της Νομι­κής, ο Φιντέλ Κάστρο. Ήταν μόλις 27 χρο­νών τότε. Στη δίκη του είπε, «Δεν τρέ­μω την μανία του άθλιου τυράν­νου που πήρε τη ζωή εβδο­μή­ντα αδελ­φών μου. Κατα­δι­κά­στε με, δεν πει­ρά­ζει, η Ιστο­ρία θα με δικαιώ­σει». Το καθε­στώς τον κατα­δί­κα­σε, η ιστο­ρία τον δικαί­ω­σε. Το 1955 μόλις βγή­κε από τις φυλα­κές χάρη στις πιέ­σεις των δημο­κρα­τι­κών κινη­μά­των και τις κινη­το­ποι­ή­σεις του λαού της Κού­βας, από το Μεξι­κό, όπου κατέ­φυ­γε, οργά­νω­σε την επό­με­νη επανάσταση.

Ξεκί­νη­σε από το Μεξι­κό για την Κού­βα μέσα σε ένα μικρό σκά­φος, το «Γκράν­μα» που έπαιρ­νε δεν έπαιρ­νε είκο­σι επι­βά­τες. Ογδό­ντα δύο αγω­νι­στές επι­βι­βά­στη­καν σε αυτό. Ανά­με­σά τους ο Καμί­λο Σιεν­φου­έ­γος, ο Χουάν Αλμέι­δα, ο Ερνέ­στο Τσε Γκε­βά­ρα. Και το ταξί­δι το ίδιο ήταν μια περι­πέ­τεια γεμά­τη κιν­δύ­νους. Έφθα­σαν μετά από Οδύσ­σεια στην Κού­βα και κυνη­γη­μέ­νοι κατέ­φυ­γαν στα βου­νά της Σιέρ­ρα Μαέ­στρα. Από τους 82 επέ­ζη­σαν λιγό­τε­ροι από είκο­σι. Νοέμ­βριος του 1956 ήταν.

Ο αγώ­νας υπήρ­ξε μακρύς και δύσκο­λος. Λίγοι εκα­το­ντά­δες αντάρ­τες αντι­με­τώ­πι­σαν τους 40.000 στρα­τιώ­τες του Μπα­τί­στα και όλους τους μηχα­νι­σμούς που το καθε­στώς και η CIA των ΗΠΑ δημιουρ­γού­σαν. Οι επι­τυ­χί­ες συνο­δεύ­ο­νταν από ήττες και πισω­γυ­ρί­σμα­τα. Η πίστη και το πεί­σμα κρά­τη­σαν τους αγω­νι­στές. Μαζί τους και οι εργά­τες, οι εργα­ζό­με­νοι, οι αγρό­τες της Κού­βας που με κάθε τρό­πο, με εξε­γέρ­σεις τελι­κά, έπαιρ­ναν τις τύχες τους στα δικά τους χέρια.

Στις 1‑Ιαν-1959, αμέ­σως μετά την γιορ­τή της Πρω­το­χρο­νιάς ο δικτά­το­ρας Μπα­τί­στα έφυ­γε από την Αβά­να για να κατα­φύ­γει στον στε­νό φίλο και συνερ­γά­τη του δικτά­το­ρα Τρου­χί­λο, στην Δομι­νι­κα­νή Δημο­κρα­τία. Πήρε μαζί του ίσως 300, ίσως 700 εκα­τομ­μύ­ρια δολ­λά­ρια εκεί­νης της επο­χής – ένα μυθι­κό ποσό. Η κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση είχε νικήσει.

Επρό­κει­το για μια ασυ­νή­θι­στη –ως προς την τόλ­μη της- επα­νά­στα­ση για τα μέτρα και τους συσχε­τι­σμούς του τότε κόσμου. Αυτός ίσως ήταν ο λόγος που από την αρχή συγκλό­νι­σε τους λαούς που αγω­νί­ζο­νταν στον κόσμο ολό­κλη­ρο, στην πολύ­πα­θη λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή ιδιαί­τε­ρα. Η κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση δεν έγι­νε σε κάποιο μεγά­λο και ισχυ­ρό κρά­τος, σε μια πολυάν­θρω­πη και ισχυ­ρή χώρα από εκεί­νες που έχουν μεγέ­θη ικα­νά να τρο­μά­ξουν τους εχθρούς τους. Δεν έγι­νε σε μια αυτο­κρα­το­ρία. Σε ένα νησί της Καραϊ­βι­κής έγι­νε. Εκεί­νο τον και­ρό η Κού­βα δεν είχε ούτε επτά εκα­τομ­μύ­ρια κατοί­κους, λιγό­τε­ρους απ’ όσους η Ελλά­δα, αν θέλου­με να έχου­με ένα μέτρο σύγκρισης.

Η κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση επι­πλέ­ον δεν έγι­νε σε κάποιο από­μα­κρο μέρος του κόσμου, σε τόπους αδιά­φο­ρους για τα συμ­φέ­ρο­ντα και τις επι­διώ­ξεις των ιμπε­ρια­λι­στών. Στην γει­το­νιά της μεγά­λης ιμπε­ρια­λι­στι­κής δύνα­μης που κυριαρ­χού­σε στον καπι­τα­λι­στι­κό κόσμο έγι­νε, λίγα ναυ­τι­κά μίλια μόλις μακριά από τις ακτές των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών, στο κέντρο μιας θάλασ­σας που η Ουά­σιγ­κτον θεω­ρού­σε «δική της» για περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώνα.

Επι­πλέ­ον, η κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση δεν έγι­νε σε μια αδιά­φο­ρη, πολι­τι­κά απα­θή επο­χή. Ο Ψυχρός Πόλε­μος, η ανε­λέ­η­τη ανα­μέ­τρη­ση του σοσια­λι­στι­κού με το καπι­τα­λι­στι­κό σύστη­μα κανο­ναρ­χού­σε τις τύχες του κόσμου. Στα 1959 μαί­νο­νταν σκλη­ρές συγκρού­σεις σε κάθε γωνιά του πλα­νή­τη. Ήταν οι και­ροί των αγώ­νων των λαών ενά­ντια στην αποι­κιο­κρα­τία. Στην Ινδο­κί­να, στην Αλγε­ρία, στην πάντο­τε εύφλε­κτη Μέση Ανα­το­λή, στο Κογκό, στην Κένυα, στην κοντι­νή μας Κύπρο μάτω­ναν οι λαοί, σκό­τω­ναν οι αποι­κιο­κρά­τες. Και στη λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή εναλ­λάσ­σο­νταν οι δικτά­το­ρες και μαζί τους όλες οι μέθο­δοι βασα­νι­στη­ρί­ων που η σύγ­χρο­νη επο­χή –και ο ναζι­σμός στον Β’ παγκό­σμιο πόλε­μο- είχαν εφεύ­ρει. Ο δήμιος και ο βασα­νι­στής είχε πλέ­ον επί­ση­μη πιστο­ποί­η­ση, ιδιό­τη­τα και δίπλω­μα. Η Κεντρι­κή Υπη­ρε­σία Πλη­ρο­φο­ριών των ΗΠΑ, η γνω­στή μας CIA, πιστο­ποιού­σε και κατο­χύ­ρω­νε το «επάγ­γελ­μα». Και στή­ρι­ζε πλη­θω­ρι­κά στο επάγ­γελ­μα αυτό και στα απο­τρό­παια έργα του το κύρος του «Ελεύ­θε­ρου Κόσμου» και την κυριαρ­χία των ΗΠΑ στην εύφλε­κτη, βυθι­σμέ­νη στη μιζέ­ρια και την αδι­κία λατι­νι­κή Αμερική.

Έπει­τα η Κού­βα δεν ήταν μια τυχαία, για την ιστο­ρία των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών χώρα. Απο­τε­λού­σε ένα είδος βιτρί­νας, ένα είδος προ­τύ­που, παρα­δείγ­μα­τος, «μοντέ­λου», για την αμε­ρι­κα­νι­κή αποι­κιο­κρα­τία. Ετού­τη η ιστο­ρία ήταν παλιά, ανα­γό­ταν στα 1898. Επρό­κει­το για τον πρώ­το «ανθρω­πι­στι­κό» πόλε­μο των ΗΠΑ, την πρώ­τη τους ιμπε­ρια­λι­στι­κή εκστρα­τεία. Το πρό­σχη­μα της επέμ­βα­σης ήταν οι άγριες μέθο­δοι κατα­στο­λής που εφάρ­μο­ζαν οι ισπα­νι­κές αποι­κιο­κρα­τι­κές αρχές ενά­ντια στους εξε­γερ­μέ­νους αγρό­τες των φυτειών και τους αγω­νι­στές της ανε­ξαρ­τη­σί­ας. Ετού­το το θεά­ρε­στο έργο της «απο­κα­τά­στα­σης των ελευ­θε­ριών» ‑εάν κάτι σας θυμί­ζουν αυτά για τον σύγ­χρο­νο κόσμο μάλ­λον έχε­τε δίκιο, οι ιμπε­ρια­λι­στές πάντο­τε εκστρα­τεύ­ουν για να «σώσουν κάποιους στον κόσμο»-, ενι­σχύ­θη­κε την κατάλ­λη­λη στιγ­μή από την μυστη­ριώ­δη έκρη­ξη που κατέ­στρε­ψε το αμε­ρι­κα­νι­κό πολε­μι­κό πλοίο Μαί­ην στο λιμά­νι της Αβά­νας. Με τον τρό­πο αυτό το διστα­κτι­κό Κογκρέ­σο και η κοι­νή γνώ­μη των ΗΠΑ συναί­νε­σαν στον πόλε­μο «απε­λευ­θέ­ρω­σης» της Κού­βας, των Φιλιπ­πί­νων και άλλων ισπα­νι­κών αποικιών.

Το πέρα­σμα από την ισπα­νι­κή αποι­κιο­κρα­τία στην κανο­ναρ­χού­με­νη από τις ανά­γκες του καπι­τα­λι­σμού αμε­ρι­κα­νι­κή «ελευ­θε­ρία» δεν έφε­ρε τίπο­τε το θετι­κό για τον λαό της Κού­βας. Αντί­θε­τα έφε­ρε κάτι σαν και αυτό που φέρ­νουν οι σημε­ρι­νές «ανθρω­πι­στι­κές επεμ­βά­σεις» οι «πολύ­χρω­μες δήθεν επα­να­στά­σεις», τα σκη­νο­θε­τη­μέ­να κινή­μα­τα της κατσα­ρό­λας ή η αρα­βι­κή «άνοι­ξη». Αίμα φέρ­νουν όλα αυτά στους λαούς, πολύ αίμα και μόνι­μη εξα­θλί­ω­ση. Μετά το μακε­λειό στις Φιλιπ­πί­νες σε βάρος των μόλις «απε­λευ­θε­ρω­μέ­νων» ιθα­γε­νών, οι ΗΠΑ απο­φά­σι­σαν να αλλά­ξουν τακτι­κή στην Κού­βα. Στα 1902 έδω­σαν μια κατ’ όνο­μα «ανε­ξαρ­τη­σία» στο νησί. Την νεο­ε­πι­βλη­θεί­σα «αμε­ρι­κα­νι­κή ελευ­θε­ρία» ανέ­λα­βαν έκτο­τε να τη δια­χει­ρι­στούν δικτά­το­ρες κάθε είδους και μορ­φής, με κοι­νό χαρα­κτη­ρι­στι­κό το μίσος για το λαό τους, την πίστη και την αφο­σί­ω­σή τους στις ΗΠΑ και την δια­φθο­ρά δια­μέ­σου της συμ­με­το­χής τους σε κάθε κερ­δο­σκο­πι­κή επι­χεί­ρη­ση που λεη­λα­τού­σε ανθρώ­πι­νους και φυσι­κούς πόρους της χώρας τους, Με στή­ριγ­μα στρα­τούς πραι­τω­ρια­νών, λεγε­ώ­νες βασα­νι­στών «made in USA», στρα­τό­πε­δα και φυλα­κές, χαφιέ­δες και παρα­κρα­τι­κούς. Γενι­κά με όλες αξί­ες του τότε λεγό­με­νου «ελεύ­θε­ρου κόσμου».

Ενά­ντια σε ένα τέτοιο δικτά­το­ρα τον Μπα­τί­στα ορθώ­θη­καν οι κου­βα­νοί επα­να­στά­τες από τα πρώ­τα χρό­νια του μετα­πο­λε­μι­κού κόσμου, τα χρό­νια του Ψυχρού Πoλέ­μου. Δεν ήταν ένας τυχαί­ος δικτά­το­ρας. Πρυ­τά­νευε ανά­με­σα στους ομοί­ους του στην Καραϊ­βι­κή και από κοι­νού με αυτούς –ειδι­κά με τον δύσο­σμο Τρου­χίλ­λο του Αγί­ου Δομή­νι­κου- κατα­δυ­νά­στευε τους λαούς του αρχι­πε­λά­γους. Φυσι­κά ήταν άνθρω­πος των ΗΠΑ. Από το 1933 κυβερ­νού­σε άμε­σα ή έμμε­σα το νησί, άλλο­τε με φιλε­λεύ­θε­ρο, άλλο­τε με δεσπο­τι­κό πρό­σω­πο, όπως οι εκά­στο­τε ανά­γκες των και­ρών το απαι­τού­σαν. Όταν το έφερ­νε η ανά­γκη παρου­σια­ζό­ταν μάλι­στα και ως «αρι­στε­ρός». Από τους πρώ­τους στον πόλε­μο των ΗΠΑ κατά των Ναζί και μάλι­στα με πρω­το­βου­λί­ες για πόλε­μο ενά­ντια στον φασί­στα Φράνκο!.

Στον και­ρό του Μακαρ­θι­σμού και της αντι­κο­μου­νι­στι­κής σταυ­ρο­φο­ρί­ας στα 1950 τα «φιλε­λεύ­θε­ρα» πήγαν περί­πα­το, ξεχά­στη­καν. Το 1952 ο Μπα­τί­στα έγι­νε δικτά­το­ρας με στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα και το καθε­στώς που εγκα­τέ­στη­σε ήταν ένα μείγ­μα τρο­μο­κρα­τί­ας, βίας, αίμα­τος, εκμε­τάλ­λευ­σης, δια­φθο­ράς. Η Αβά­να έγι­νε πλυ­ντή­ριο χρή­μα­τος για τα βρώ­μι­κα χρή­μα­τα που δικτά­το­ρες, αξιω­μα­τού­χοι, στρα­τη­γοί και καπι­τα­λι­στές κέρ­δι­ζαν σε βάρος των λαών. Έγι­νε η αγα­πη­μέ­νη πόλη της μαφί­ας όπου παί­ζο­νταν στη ρου­λέ­τα τα κέρ­δη από το εμπό­ριο ναρ­κω­τι­κών και ανθρώ­πων –γυναι­κών κυρί­ως. Ήταν έλε­γαν οι απο­λο­γη­τές του «ελεύ­θε­ρου κόσμου», του καπι­τα­λι­στι­κού «θαύ­μα­τος» η πόλη της χαράς, η πόλη της νύκτας, που έλα­μπε στο σκο­τά­δι της λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Κυριο­λε­κτού­σαν, ο τζό­γος της νύκτας υπό­θε­ση είναι – εξάλ­λου οι μαφιό­ζοι που σύχνα­ζαν εκεί αυτές τις σκο­τει­νές ώρες αγαπούσαν.

Δεν μας είναι τόσο «ξένα» όλα αυτά και για τού­το δεν μας είναι «ξένη» η Κού­βα. Χρό­νια πέρα­σαν, ο καπι­τα­λι­σμός και η «ανά­πτυ­ξή» του δεν άλλα­ξαν. Στην Ελλά­δα του 2019 και του δέκα­του έτους της καπι­τα­λι­στι­κής «εξυ­γί­αν­σης» προσ­δο­κού­με, ως ανά­πτυ­ξη, τα φώτα της παρα­λί­ας εκεί στο Ελλη­νι­κό με το Καζί­νο τις χαρ­το­παι­κτι­κές λέσχες και τα συνα­κό­λου­θα της νύκτας που στον «υγιή» καπι­τα­λι­σμό ονο­μά­ζο­νται ανά­πτυ­ξη και επι­τυ­χία. Το χρή­μα για ξέπλυ­μα θα βρε­θεί οπωσ­δή­πο­τε κι ας μην έχου­με εδώ ναρ­κο­δο­λά­ρια για «νομι­μο­ποί­η­ση». Αυτά που χάνουν οι πολ­λοί θα τα «ξεπλύ­νουν» οι λίγοι….

Τι έμε­νε για τους υπό­λοι­πους, τους εργα­ζό­με­νους: Κόμπα­ζε ο δικτά­το­ρας για τις επι­τυ­χί­ες του καθε­στώ­τος του, που έκα­νε τους Κου­βα­νούς, έλε­γε να έχουν εισό­δη­μα μεγα­λύ­τε­ρο από το αντί­στοι­χο των Ευρω­παί­ων του και­ρού του. Πώς γινό­ταν αυτό; Έκλε­βε στη διαί­ρε­ση. Τα χρή­μα­τα των μεγι­στά­νων του πλού­του στις χαρ­το­παι­κτι­κές λέσχες της Αβά­να τα διαι­ρού­σε με το πενι­χρό εισό­δη­μα των εργα­τών και των αγρο­τών. Μόλις ένα στα τέσ­σε­ρα νοι­κο­κυ­ριά των τελευ­ταί­ων είχε πρό­σβα­ση σε καθα­ρό νερό, το ένα πέμ­πτο ως το ένα τρί­το ήταν υπο­α­πα­σχο­λού­με­νοι ή άνερ­γοι, οι αρρώ­στιες σάρω­ναν, η εκπαί­δευ­ση δεν ήταν παρά για τους λίγους.

🔺🔻

Ενά­ντια σε αυτόν τον κόσμο ορθώ­θη­κε ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύντρο­φοί του την ίδια περί­που επο­χή. Οι συσχε­τι­σμοί δεν ήταν ευνοϊ­κοί. Ο πραγ­μα­τι­κός αντί­πα­λος ήταν κοντι­νός, πανί­σχυ­ρος, επι­βλη­τι­κός. Είχε αλλο­τριώ­σει, είχε συν­δέ­σει με τον κόσμο του και τα συμ­φέ­ρο­ντά του ένα σημα­ντι­κό τμή­μα της κοι­νω­νί­ας της Κού­βας – όπως και των άλλων λατι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κων χωρών. Είχε πραι­τω­ρια­νούς, είχε χαφιέ­δες, είχε προ­πα­γαν­δι­στές, είχε προ­στά­τες. Οι επα­να­στά­τες τίπο­τε από αυτά δεν είχαν.

Comandante en Jefe Fidel Castro Ruz

Είχαν τον βασα­νι­σμέ­νο λαό τους. Πικρή, πολύ πικρή η ιστο­ρία ετού­του του λαού. Πανο­μοιό­τυ­πη με τις αντί­στοι­χες όλων των λαών της λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Ιστο­ρία ανή­λε­ης εκμε­τάλ­λευ­σης, φόβου, θανά­του. Πολύ παλιά, στις 28 Οκτω­βρί­ου 1492 η Κού­βα ήταν η πρώ­τη γη που αντί­κρι­σαν οι Ισπα­νοί του Χρι­στό­φο­ρου Κολόμ­βου στην εξε­ρεύ­νη­ση που συνέ­δε­σε τον Νέο Κόσμο με τον ευρω­παϊ­κό αντί­στοι­χο. Όχι προς όφε­λος των ιθα­γε­νών. Όλοι όσοι εργά­ζο­νταν στη γη για να ικα­νο­ποι­ή­σουν τις αδη­φά­γες ανά­γκες της προ-καπι­τα­λι­στι­κής οικο­νο­μί­ας ήταν ένα είδος κατα­δι­κα­σμέ­νων χωρίς ελπί­δα. Πολ­λοί από τους παλιούς κατοί­κους πέθα­ναν. Όσοι αντι­στά­θη­καν εξο­ντώ­θη­καν χωρίς έλε­ος και οι αρχη­γοί τους κάη­καν στην πυρά. Ο ισπα­νι­κός οικι­σμός του 1514 που αργό­τε­ρα εξε­λί­χθη­κε στην πόλη της Αβά­να έγι­νε πρώ­τα γνω­στός ως κέντρο μαρ­τυ­ρί­ου και θανά­του των ντό­πιων εργατών.

Το νησί ήταν πλού­σιο. Καπνά, αργό­τε­ρα ζαχα­ρο­κά­λα­μο, λίγο μετά φυτεί­ες καφέ. Προ­ϊ­ό­ντα που άφη­ναν κέρ­δη σε όσους τα πωλού­σαν στην Ευρώ­πη και απέ­δι­δαν τα μέγι­στα στη συγκέ­ντρω­ση των κερ­δών και των κεφα­λαί­ων που προ­ε­τοί­μα­ζαν την καπι­τα­λι­στι­κή απο­γεί­ω­ση. Για να παρα­χθεί όμως αυτός ο πλού­τος, για να συγκε­ντρω­θούν στα χέρια λίγων και από­μα­κρων ισχυ­ρών τα κεφά­λαια, η ζωή πίσω στα χωρά­φια της Κού­βας, όπως και όλης της λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής, γινό­ταν ισο­δύ­να­μο της Κόλα­σης. Καθώς δεν έφτα­ναν οι ντό­πιοι καλ­λιερ­γη­τές μετα­φέρ­θη­καν στο νησί στρα­τιές δού­λων από την Αφρι­κή ενώ­νο­ντας πολι­τι­σμούς, ζωές και κοι­νω­νί­ες που αγνο­ού­σαν οι μεν την ύπαρ­ξη των άλλων λίγα χρό­νια νωρίτερα.

Δια­φο­ρε­τι­κές φυλές, δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, δια­φο­ρε­τι­κές συνή­θειες και τρό­ποι ζωής, δια­φο­ρε­τι­κοί Θεοί κρυμ­μέ­νοι με επι­μέ­λεια κάτω από το θρη­σκευ­τι­κό περί­βλη­μα του Θεού των κυρί­αρ­χων, δια­φο­ρε­τι­κά χρώ­μα­τα επι­δερ­μί­δας τέλος. Πέρα από όλα ετού­τα τα δια­φο­ρε­τι­κά όμως ένω­νε τους ανθρώ­πους που έχτι­σαν την Κού­βα ένας κοι­νός παρο­νο­μα­στής, τόσο ισχυ­ρός που υπερ­κά­λυ­πτε, που εκμη­δέ­νι­ζε όλες τις προη­γού­με­νες δια­φο­ρές.

Ο παρο­νο­μα­στής των ανθρώ­πων που μόχθη­σαν πολύ, που εργά­στη­καν σκλη­ρά, που κατέ­θε­σαν την ψυχή τους στις φυτεί­ες. Και που, παρό­λα αυτά, δεν είδαν ποτέ τίπο­τε το καλό από ετού­το το μόχθο τους, δεν είδαν ποτέ τη ζωή τους να καλυ­τε­ρεύ­ει, δεν είδαν ποτέ ελπί­δα για τα παι­διά τους στον κόσμο αυτό, για τον επό­με­νο, τον επου­ρά­νιο μόνο κόσμο μιλού­σαν οι λόγοι των ιερέων.

🔺🔻

Για χάρη αυτών των ανθρώ­πων τόλ­μη­σαν οι επα­να­στά­τες του 1953. Τόλ­μη­σαν όταν οι συσχε­τι­σμοί δεν τους ευνο­ού­σαν, τόλ­μη­σαν μέσα στο κάστρο των εχθρών τους, τόλ­μη­σαν για­τί πίστευαν στο δίκιο τους και είχαν εμπι­στο­σύ­νη στο λαό τους. Πολέ­μη­σαν με κάθε τρό­πο, δοκί­μα­σαν κάθε σχέ­διο. Και τελι­κά νίκη­σαν εκεί όπου κανείς δεν περί­με­νε ότι θα μπο­ρού­σαν να νικήσουν.

Την είχαν ανά­γκη αυτήν την νίκη οι λαοί της λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής και οι αγω­νι­στές της ελευ­θε­ρί­ας στον κόσμο ολό­κλη­ρο. Για τού­το και ο Φιντέλ, εκφρά­ζο­ντας όλη την τόλ­μη των επα­να­στα­τών έγι­νε σύμ­βο­λο, έγι­νε παρά­δειγ­μα, έγι­νε λάβα­ρο αψη­φη­σιάς και αγώ­να για τους λαούς. Το ίδιο και ο σύντρο­φός του ο Τσε Γκε­βά­ρα η άναν­δρη δολο­φο­νία του οποί­ου έγι­νε σύμ­βο­λο, οδη­γός αυτο­θυ­σί­ας στον μεγά­λο βωμό των λαϊ­κών αγώνων.

Δεν ήταν μια νίκη εύκο­λη, δεν στα­μά­τη­σε ο χρό­νος το 1959. Οι αγώ­νες, οι προ­σπά­θειες συνε­χί­στη­καν και συνε­χί­ζο­νται ως σήμε­ρα, τρία χρό­νια μετά τον θάνα­το του Φιντέλ Κάστρο. Στα 1961 η CIA κινη­το­ποί­η­σε πρό­θυ­μους και μισθο­φό­ρους για να οργα­νώ­σει εισβο­λή στο νησί της Κού­βας. Ο οργα­νω­μέ­νος λαός και ο επα­να­στα­τι­κός στρα­τός της Κού­βας έδω­σαν την πρέ­που­σα απά­ντη­ση στους εισβο­λείς. Στα επι­τε­λεία της Ουά­σιγ­κτων και του Μαϊ­ά­μι δεν πτο­ή­θη­καν. Κάθε χρό­νο σχε­δόν εκπο­νού­σαν νέα σχέ­δια ενά­ντια στον λαό της Κού­βας. Υπο­νό­μευ­σαν με κάθε τρό­πο το λαϊ­κό καθε­στώς, το συκο­φά­ντη­σαν, πήραν κάθε είδους μέτρο ενα­ντί­ον του, εκτό­ξευ­σαν τις πιο σκλη­ρές απει­λές. Ακό­μα τις επο­χές όπου οι πολι­τι­κές φαί­νο­νταν να τεί­νουν προς την απο­δο­χή της κοι­νω­νι­κής και πολι­τι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας της Δημο­κρα­τί­ας της Κού­βας, πίσω από τις κινή­σεις «εξο­μά­λυν­σης» των σχέ­σε­ων, ξετυ­λί­γο­νταν στα­θε­ρά νέες συνω­μο­σί­ες και νέες παρεμ­βά­σεις ενά­ντια στον λαό του νησιού.

Δεν ήταν μόνο η γοη­τεία των επα­να­στα­τι­κών και­ρών που κρά­τη­σε ως σήμε­ρα όρθια την Δημο­κρα­τία της Κού­βας. Τα έργα της επα­να­στα­τι­κής κυβέρ­νη­σης, η στα­θε­ρό­τη­τα των επι­λο­γών του Φιντέλ Κάστρο και των συνερ­γα­τών του, η προ­σή­λω­σή τους στα επα­να­στα­τι­κά ιδε­ώ­δη, κρά­τη­σαν το πολιορ­κη­μέ­νο νησί στα χέρια του λαού του. Η ζωή των ανθρώ­πων εκεί, ίσως να μην απέ­κτη­σε τη χλι­δή που άλλες, καπι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νί­ες της περιο­χής επι­δεί­κνυαν και επι­δει­κνύ­ουν. Μια χλι­δή με κοι­νω­νι­κό πρό­ση­μο όπως τα κανά­λια, οι εφη­με­ρί­δες και τα «δίκτυα» διαρ­κώς δια­φη­μί­ζουν. Ξεχνούν ότι ετού­τη η χλι­δή είναι για για τους λίγους έχει σαφές κοι­νω­νι­κό πρό­ση­μο. Για τους γαιο­κτή­μο­νες είναι, για τις εται­ρεί­ες των φυτειών ή τα καρ­τέλ των παρα­νό­μων. Για τον απλό λαό, για τους εργα­ζό­με­νους αρκούν οι φαβέ­λες. Και οι δρό­μοι της μετα­νά­στευ­σης και του θανά­του – συχνά ετού­τα πάνε μαζί στην τρα­γι­κή λατι­νι­κή Αμερική.

Στην Κού­βα οι ανά­γκες των απλών ανθρώ­πων οδή­γη­σαν την πολι­τι­κή του επα­να­στα­τι­κού καθε­στώ­τος. Η εκπαί­δευ­ση, η παι­δεία των ανθρώ­πων, των αγράμ­μα­των αγρο­τών και των φτω­χών στις πόλεις, η πρώ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα. Κατό­πιν η αξιο­πρε­πής δια­βί­ω­ση σε σπί­τια αντά­ξια ανθρώ­πων που μοχθούν και κτί­ζουν τη δική τους ζωή με τον καθη­με­ρι­νό τους αγώ­να. Η υγεία του λαού στη συνέ­χεια, η πρό­νοια για τις ανά­γκες του, η βεβαιό­τη­τα για τα γερά­μα­τά του, η προ­στα­σία όσων έχουν ανά­γκη. Δεν έφθα­ναν όμως αυτά: η συμ­με­το­χή του λαού στα κοι­νά, τα συμ­βού­λια, οι επι­τρο­πές, η είσο­δος των πολ­λών στην ενερ­γή πολι­τι­κή, εκεί­νη την βαθιά δημο­κρα­τι­κή, όπου ο λαός μετέ­χει, απο­φα­σί­ζει, ορί­ζει, διδά­σκει και διδά­σκε­ται. Μέσα σε συν­θή­κες απο­μό­νω­σης ενί­ο­τε, μέσα σε σκη­νι­κό πολιορ­κί­ας, με πάντο­τε παρού­σα την απει­λή της αμε­ρι­κά­νι­κης εισβο­λής, η Δημο­κρα­τία της Κού­βας εφάρ­μο­σε ένα μοντέ­λο ζωής ικα­νό να εμπνεύ­σει τους βασα­νι­σμέ­νους λαούς της περιοχής.

Αυτός ήταν ο λόγος που το λαϊ­κό καθε­στώς ρίζω­σε και που ο λαός της Κού­βας έδει­ξε πρό­θυ­μος να το υπε­ρα­σπί­σει μέχρι θανά­του. Τα απέ­δει­ξαν –ένα μόνο παρά­δειγ­μα- οι Κου­βα­νοί εργά­τες που έκτι­ζαν το αερο­δρό­μιο της Γρε­νά­δα τις ημέ­ρες της εισβο­λής στο μικρό αυτό νησά­κι των Αμε­ρι­κα­νών πεζο­ναυ­τών τον Οκτώ­βριο του 1983. Ούτε οι αριθ­μοί, ούτε τα μέσα συνέ­τι­σαν –προ­βλη­μά­τι­σαν- τους εργά­τες αυτούς που, μαζί με τον λαό του νησιού μάτω­σαν τους Αμε­ρι­κα­νούς εισβο­λείς και αγω­νί­στη­καν για ένα σχε­δόν μήνα στην «ακα­τα­μά­χη­τη» πολε­μι­κή μηχα­νή των ΗΠΑ. Να για­τί τόσα χρό­νια τώρα, οι τελευ­ταί­ες το σκέ­φτο­νται πολύ προ­σε­κτι­κά κάθε φορά που πέφτουν στα επι­τε­λι­κά τρα­πέ­ζια σχέ­δια εισβο­λής στην Κούβα.

🔺🔻

Αυτό το έργο κλη­ρο­δό­τη­σε ο Φιντέλ Κάστρο και η κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση. Ο δρό­μος που χάρα­ξαν δεν οδη­γεί στο χθες, δεν είναι «ιστο­ρί­ες από παλιά» όπως μας λένε «επι­σή­μως», ρομα­ντι­κά άχρη­στες τώρα, που τα «πράγ­μα­τα άλλα­ξαν», που η ιστο­ρία «τελεί­ω­σε» και που ο καπι­τα­λι­σμός φαί­νε­ται να είναι ο Νόμος του κόσμου ολό­κλη­ρου. Ο δρό­μος αυτός οδη­γεί στο μέλ­λον. Επί­μο­να τον επι­λέ­γουν οι λαοί όταν η ανά­γκη τους οδη­γεί προς αυτόν. Τον επέ­λε­ξε ο λαός της Χιλής που αγω­νί­ζε­ται στους δρό­μους πολ­λές εβδο­μά­δες τώρα ενά­ντια στο καθε­στώς Πινιέ­ρο, εκλε­κτού «εταί­ρου» των ΗΠΑ και της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης. Δεκά­δες νεκροί, χιλιά­δες τραυ­μα­τί­ες, αμέ­τρη­τες αγριό­τη­τες, οι φυλα­κές γεμά­τες, όπως και οι δρό­μοι του αγώ­να με τα ακα­τά­βλη­τα πλή­θη των ηρω­ϊ­κών δια­δη­λω­τών. ίδιες σκη­νές στη Βολι­βία όπου ο «νόμος και η τάξη» επι­βλή­θη­καν με την κλασ­σι­κή μέθο­δο: το στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα με την πολι­τι­κή και τεχνι­κή υπο­στή­ρι­ξη των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών. Παρό­μοιες κατα­στά­σεις στη Βενε­ζου­έ­λα με εκεί­νο το γελοίο εφεύ­ρη­μα του παρ’ ολί­γον δικτά­το­ρα –στο όνο­μα της ελευ­θε­ρί­ας- αχυ­ραν­θρώ­που Γκαϊ­δό. Ίδιες εικό­νες στον Ιση­με­ρι­νό, στην Κολομ­βία, έτοι­μοι να μπουν στο ίδιο αυτό δρό­μο οι λαοί της λατι­νι­κής Αμερικής.

Όσο οι λαοί αντιστέκονται, όσο επιλέγουν το δρόμο του αγώνα, τόσο θα σκύβουμε με σεβασμό στην παρακαταθήκη που άφησε με το λόγο και το έργο του ο Φιντέλ Κάστρο. Έχουμε πάρει τον ίδιο δρόμο. Είναι μακρύς, είναι δύσκολος, έχει χαρές, έχει λύπες, πισωγυρίσματα. Η ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Έχει όμως μια κίνηση σπειροειδή που άλλοτε οδηγεί στα ψηλά, άλλοτε στο μαύρο σκοτάδι. Η πίστη στην οργανωμένη δύναμη του λαού, είναι η δική μας σταθερά, το δικό μας σχέδιο.

Η σκιά του Κάστρο, η αντοχή του λαού της Κούβας, μας γεμίζουν αισιοδοξία, πιστοποιούν ετούτη τη δύναμη. Και μας κάνουν να αισθανόμαστε ετούτο το ανυπότακτο νησί ως δική μας πατρίδα, ως δική μας γειτονιά, ως δική μας ελπίδα. Θα είναι μαζί μας ο Φιντέλ Κάστρο ως την τελική νίκη των λαών όλου του κόσμου.

Ένα από τα πρώ­τα κεί­με­να του Μαρξ που δια­βά­ζω, όπως σας είπα, ήταν το Κομου­νι­στι­κό Μανι­φέ­στο.
Ασκεί επά­νω μου μεγά­λη επιρ­ροή, για­τί αρχί­ζω να κατα­λα­βαί­νω ορι­σμέ­να πράγ­μα­τα, επει­δή είχα γεν­νη­θεί σ’ ένα λατι­φού­ντιο, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο επι­πλέ­ον από άλλα τερά­στια λατι­φού­ντια και ήξε­ρα πώς ήταν εκεί η ζωή των ανθρώπων.
Είχα την εμπει­ρία στο πετσί μου θα μπο­ρού­σα­με να πού­με, του τι σημαί­νει ιμπε­ρια­λι­σμός, κυριαρ­χία, υπο­ταγ­μέ­νες, διε­φθαρ­μέ­νες, κατα­πιε­στι­κές κυβερνήσεις
Διά­βα­ζα με απλη­στία από τότε και στο εξής τα μαρ­ξι­στι­κά κεί­με­να, που με προ­σέλ­κυαν ολο­έ­να και περισσότερο.
Διέ­θε­τα πια βαθιά ριζω­μέ­να αισθή­μα­τα δικαιο­σύ­νης και συγκε­κρι­μέ­νες ηθι­κές αξίες.
Απε­χθα­νό­μουν τις ανι­σό­τη­τες, την κακομεταχείριση.
Ένιω­θα να με κατα­κτούν εκεί­να τα κείμενα.
Ήταν σαν πολι­τι­κή απο­κά­λυ­ψη των συμπε­ρα­σμά­των στα οποία είχα κατα­λή­ξει από μόνος μου.
Μερι­κές φορές είπα ότι αν τον Οδυσ­σέα τον αιχ­μα­λώ­τι­σε το τρα­γού­δι των σει­ρή­νων, εμέ­να μ’ αιχ­μα­λώ­τι­σαν οι αναμ­φι­σβή­τη­τες αλή­θειες της μαρ­ξι­στι­κής καταγ­γε­λί­ας.
Είχα ανα­πτύ­ξει ουτο­πι­κές ιδέ­ες, τώρα ένιω­θα ότι πατού­σα σε πιο στέ­ρεο έδα­φος.
Ο μαρ­ξι­σμός, μοy έμα­θε τι ήταν η κοι­νω­νία.
Ήμουν σαν ελά­φι στο δάσος ή κάποιος στο δάσος που δεν ξέρει τίπο­τα, ούτε πού πέφτει ο βορ­ράς και ο νότος. Αν δεν κατα­φέ­ρεις να κατα­νο­ή­σεις πραγ­μα­τι­κά την ιστο­ρία της πάλης των τάξε­ων ή του­λά­χι­στον τη σαφή ιδέα ότι η κοι­νω­νία είναι διαι­ρε­μέ­νη ανά­με­σα σε πλού­σιους και φτω­χούς, είσαι χαμέ­νος στο δάσος, χωρίς να ξέρεις τίποτα.


Ο λαός δημιούρ­γη­σε πάντο­τε τους ηγέ­τες του
σε κάθε στά­διο των επα­να­στα­τι­κών αγώ­νων μας.
Οι ηγέ­τες δεν δια­μορ­φώ­νουν τους λαούς,
οι λαοί δια­μορ­φώ­νουν τους ηγέ­τες τους…

Φιδέλ Αλε­χά­ντρο Κάστρο Ρους


[πηγές] -[δεί­τε και …]   -|> [1] <|- ➕ -|> [2] <|- ➕ -|> [3] <|- ➕ -|> [4] <|-
Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο