Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Μίνως Αργυράκης, πηγαίο χιούμορ και κοινωνική σάτιρα

Στις 26 Μαΐ­ου 1998 πέθα­νε ο ζωγρά­φος, σκι­τσο­γρά­φος και σκη­νο­γρά­φος Μίνως Αργυ­ρά­κης .Ο καλ­λι­τέ­χνης που έδω­σε στην“Οδό Ονεί­ρων” του Μάνου Χατζι­δά­κι. Μέσα από τις γραμ­μές και τα χρώ­μα­τά τους, ανα­δύ­ε­ται πηγαίο χιού­μορ, συχνά συν­δυα­σμέ­νο με το σαρ­κα­σμό, εκδη­λω­μέ­νο με διά­φο­ρους τρόπους.

Ο Μίνως Αργυ­ρά­κης γεν­νή­θη­κε στη Σμύρ­νη το 1920, από πατέ­ρα εύπο­ρο τρα­πε­ζί­τη, που σφα­γιά­στη­κε από τους Τούρ­κους. Σε ηλι­κία ενός έτους ήρθε πρό­σφυ­γας στην Ελλά­δα με τη μητέ­ρα του Γαλά­τεια, τη για­γιά και τον αδελ­φό του.  Μεγά­λω­σε στην Και­σα­ρια­νή και το Βύρω­να και σημα­δεύ­τη­κε από τους αγώ­νες, αλλά και τον πολι­τι­σμό των Μικρασιατών.

Η Πηνε­λό­πη Δέλ­τα θα φρο­ντί­σει να φοι­τή­σει στο Κολέ­γιο του Ψυχι­κού. Αργό­τε­ρα απορ­ρί­πτε­ται δύο φορές από τη Σχο­λή Καλών Τεχνών, αλλά γίνε­ται δεκτός στην Ανώ­τα­τη Εμπο­ρι­κή Σχο­λή… Φίλος του Γιάν­νη Τσαρούχη,θα μαθη­τεύ­σει κοντά του, ενώ δηλώ­νει ότι δάσκα­λοί του ήταν οι: Κόντο­γλου, Θεό­φι­λος και Παρθένης.Συμμετέχει στην παρέα των: Μαυ­ροει­δή, Μόρα­λη, Χατζη­κυ­ριά­κου — Γκί­κα, Χατζι­δά­κι, Γκάτσου,σκιτσάρει, ζωγρα­φί­ζει, γρά­φει, δημο­σιο­γρα­φεί, σκηνογραφεί.

Το 1940 “σκο­τώ­νει” Ιτα­λούς με το πενά­κι του, στον Εμφύ­λιο συνε­χί­ζει ως ΕΠΟ­Νί­της στην Ευρυ­τα­νία, με την ελπί­δα να αλλά­ξει τον κόσμο. Επι­στρα­τεύ­ει πάντα τα εικα­στι­κά του σύνερ­γα ενά­ντια στην ασχή­μια, στην κατα­πί­ε­ση και την υποκρισία.

Ξεκί­νη­σε την καλ­λι­τε­χνι­κή του πορεία ως αυτο­δί­δα­κτος ζωγρά­φος και συνέ­χι­σε από το 1953, ως σκι­τσο­γρά­φος και σκη­νο­γρά­φος. Την ίδια χρο­νιά δου­λεύ­ει σε περιο­δι­κά της Ελλά­δας και του εξωτερικού.

Το 1957 εκδί­δει το πρώ­το άλμπουμ με τον τίτλο “Οδός Ονείρων”.Μια αιχ­μη­ρή, καυ­στι­κή, κοι­νω­νι­κή σάτι­ρα της Ελλά­δας του ’50, που περιέ­χει πολ­λά μυθο­λο­γι­κά στοι­χεία αλλά απο­πνέ­ει και έναν έντο­νο λυρισμό.Η “Οδός Ονεί­ρων” θα γοη­τεύ­σει τον φίλο του Μ. Χατζι­δά­κι, που θα τη μετα­πλά­σει σε μου­σι­κή επι­θε­ώ­ρη­ση και θα παρου­σια­στεί στο θέα­τρο “Μετρο­πό­λι­ταν” το 1962. Η θεα­τρι­κή μορ­φή της “Οδού Ονεί­ρων” ήταν μια συνερ­γα­σία Μ. Αργυ­ρά­κη (σκη­νι­κά, κοστού­μια, στί­χοι ενός τρα­γου­διού), Μ. Χατζι­δά­κι, Αλέ­ξη Σολω­μού και Δημή­τρη Χορν.

Το 1964 μαζί με τους Γιάν­νη Τσα­ρού­χη και Ευγέ­νιο Σπα­θά­ρη δημιούρ­γη­σαν στην Πλά­κα το πρω­το­πο­ρια­κό θέα­τρο “Κιβω­τός της Αμυ”.Παράλληλα, εικο­νο­γρά­φη­σε βιβλία (Ν. Καζαν­τζά­κη “Αγιος Φρα­γκί­σκος της Ασί­ζης”, Γ. Θεο­το­κά “Βρα­διά­ζει”) και τύπω­σε τα λευ­κώ­μα­τα “Οδός ονεί­ρων” (1957), “Η πολι­τεία έπλεε εις τη μελανόλευκον”(1962), “Ο γύρος του κόσμου” (1965).

Σαν σκη­νο­γρά­φος πρω­το­πα­ρου­σιά­στη­κε το 1958 στο Εθνι­κό Θέα­τρο, με το έργο “Ο Ανδρο­κλής και το λιο­ντά­ρι του”. Ακο­λού­θη­σαν το 1962 στο “Μετρο­πό­λι­ταν” η “Οδός ονεί­ρων” και το 1963 στο “Πορεία” τα “Ονει­ρά μας”.

Ταυ­τό­χρο­να κάνει εκθέ­σεις στην Ελλά­δα και το εξω­τε­ρι­κό και συμ­με­τέ­χει σε σημα­ντι­κές διορ­γα­νώ­σε  ενώ παράλ­λη­λα δου­λεύ­ει σε εφη­με­ρί­δες και περιοδικά.

Οπως σημειώ­νει το 1963 στην “Επι­θε­ώ­ρη­ση Τέχνης ο Γ. Πετρής,με αφορ­μή την έκθε­ση του καλ­λι­τέ­χνη στην γκα­λε­ρί “Ζυγός”, “…ο Μ. Αργυ­ρά­κης μας απο­κα­λύ­πτει μια σει­ρά από περί­ερ­γα τέρα­τα (…). Είναι τέρα­τα κοι­νά, σχε­δόν καθη­με­ρι­νά, που τα βλέ­που­με στο δρό­μο μας, που μπο­ρού­με να τα συνα­ντή­σου­με σε κάθε βήμα, φτά­νει να προ­ε­κτεί­νου­με έστω κι ελά­χι­στα τις παρα­στά­σεις που μας δίνουν αντι­κει­με­νι­κά οι αισθή­σεις μας. Στό­χος του είναι οι ξένοι, τα ξένα πράγ­μα­τα που έρχο­νται στην Ελλά­δα. Από τους ποι­κι­λό­μορ­φους του­ρί­στες ως την απει­λή του πολέ­μου και την ξένη βοή­θεια. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τα τέρα­τα τού­τα είναι η προ­σω­πι­κή του εντύ­πω­ση από τους ξένους και τα ξενό­φερ­τα στον τόπο μας. Και βρή­κε ένα δικό του τρό­πο να μας εκφρά­σει αυτές του τις εντυπώσεις”.

Λίγο πριν τη δικτα­το­ρία, ο Μ. Αργυ­ρά­κης δημιουρ­γεί με την σύντρο­φό του, τον Γ. Τσα­ρού­χη και τον Ευγέ­νιο Σπαθάρη,την “Κιβω­τό της Αμυ”,ένα πρω­το­πο­ρια­κό χώρο καλ­λι­τε­χνι­κού πει­ρα­μα­τι­σμού, στην Πλά­κα, όπου γίνο­νται και τα πρώ­τα χάπε­νινγκ (λόγος, μου­σι­κή, χορός). Η χού­ντα θα κλεί­σει το χώρο, για­τί δεν είχε άδεια “μετά μου­σι­κών οργά­νων…”. Ολα αυτά θα τον οδη­γή­σουν στην Ισπα­νία, στο Λον­δί­νο, στην Κοπεγ­χά­γη, όπου κατά τη διάρ­κεια της επτα­ε­τί­ας θα ζήσει φιλο­ξε­νού­με­νος του γλύ­πτη Τάκη.Στην Κοπεγ­χά­γη θα εκδώ­σει και τη δεύ­τε­ρη σατι­ρι­κή συλ­λο­γή σκί­τσων του — με κεί­με­νό του αυτή τη φορά — “Η πολι­τεία έπλεε εις την Μελανόλευκον”,όπου για ακό­μη μια φορά “εξο­λο­θρεύ­ει τον εχθρό” με την αιχ­μή της τέχνης του.

Μετά την πτώ­ση της χού­ντας, επι­στρέ­φει στην Ελλά­δα και συνε­χί­ζει τις πολύ­πλευ­ρες δρα­στη­ριό­τη­τές του. Το 1981 ξανα­συ­νερ­γά­ζε­ται με τον Μ. Χατζι­δά­κι και δημιουρ­γούν την “Πορ­νο­γρα­φία” (σκη­νι­κά — κοστού­μια), που είναι και η τελευ­ταία ολο­κλη­ρω­μέ­νη δου­λιά του.

Η Ελέ­νη Βακα­λό ανα­φέ­ρει χαρα­κτη­ρι­στι­κά για τη δου­λιά του Μ. Αργυ­ρά­κη : “Μέσα στα πλαί­σια της ελλη­νι­κό­τη­τας, την πρώ­τη χρή­ση ειρω­νεί­ας, από τη δεκα­ε­τία του ’40, την έχου­με στα σκί­τσα του Μ. Αργυ­ρά­κη . Ο Μ. Αργυ­ρά­κης λει­τουρ­γεί βέβαια ως γελοιο­γρά­φος. Το ρεπερ­τό­ριό του, όμως, αγγί­ζει όλα τα σύμ­βο­λα της ελλη­νι­κό­τη­τας. Τα απο­μυ­θο­ποιεί γελοιο­γρα­φι­κά από το κύρος τους, αλλά συγ­χρό­νως τα μετα­φέ­ρει στο χώρο ονεί­ρων, στην “Οδό Ονεί­ρων” του Νεο­έλ­λη­να (…). Με την παρεμ­βο­λή του Μ. Αργυ­ρά­κη τοπο­θε­τεί­ται το σημείο που έγι­νε η στρο­φή, για να περά­σου­με σ’ ένα τόσο σύντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα στην Ελλά­δα, από το βίω­μα στη μνήμη”.

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο