• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μαρία Πολυδούρη, αγάπησε τη ζωή με πάθος και αντιστάθηκε στα κοινωνικά πρέπει της εποχής της

Η Μαρία Πολυδούρη έζησε τα νεανικά της χρόνια στο Γύθειο, στα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, ακολουθώντας τις μεταθέσεις του γυμνασιάρχη πατέρα της. Εκανε την πρώτη της εμφάνιση ως ποιήτρια, το 1916, στο περιοδικό «Οικογενειακός αστήρ».

Η Μαρία Πολυδούρη , από τις χαρακτηριστικότερες παρουσίες της μεσοπολεμικής μας ποίησης, η γυναίκα που αγάπησε τη ζωή με πάθος και αντιστάθηκε στα κοινωνικά πρέπει της εποχής της.

Ο Απρίλης είναι ο μήνας της. Ο μήνας που γεννήθηκε, ο μήνας που πέθανε. «θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη» θα νιώσει στο ποίημά της «Σαν πεθάνω». Τον Απρίλη συναντάμε και στο ημερολόγιό της: «… Ο Απρίλης πεθαίνει μα μέσα μου δεν εννοεί να πεθάνει τίποτε!…»… «Ο μήνας που μου έδωκε τη ζωή κι ο μήνας που όταν μπη μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει»…

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1η Απρίλη 1902, κόρη φιλόλογου Γυμνασιάρχη ακολουθεί τις μεταθέσεις του πατέρα της. Το 1918 τελείωσε το Γυμνάσιο και διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας.
Ενδιαφέρεται για την Οκτωβριανή Επανάσταση, για το γυναικείο ζήτημα και τη χειραφέτηση της γυναίκας. Δυο χρόνια αργότερα χάνει μέσα σε λίγες ημέρες τον πατέρα και τη μητέρα της. Οι απώλεια των δικών της την ωθούν να ζητήσει μετάθεση για να αλλάξει περιβάλλον. Το 1922 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, παίρνοντας, παράλληλα, μετάθεση στη Νομαρχία Αττικής, όπου και γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, Η πολυκύμαντη σχέση τους θα διαρκέσει ένα χρόνο, ενώ πριν το χωρισμό τους η Μαρία του έκανε πρόταση γάμου, την οποία ο Καρυωτάκης απέρριψε. Ο έρωτας αυτός φαίνεται πως σφράγισε τόσο τη ζωή όσο και την ποίησή της.

Το 1922 θα δημοσιεύσει ποιήματά της στα περιοδικά «Εσπερος» της Σύρου, «Ελληνική Επιθεώρησις», «Πανδώρα», «Παιδική Χαρά» και «Εύα». Τον ίδιο καιρό παρακολουθεί μαθήματα σε δραματική σχολή και λαμβάνει μέρος σερ παραστάσεις. Αρραβωνιάζεται με τον Αριστοτέλη Γεωργίου, ενώ το 1925 εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο. Το 1926 ξαφνιάζοντας τους πάντες φεύγει για το Παρίσι, όπου θα προσβληθεί από φυματίωση. Το 1928 επιστρέφει στην Ελλάδα και νοσηλεύεται στο «Σωτηρία». Από εκεί εκδίδει τη συλλογή της «Τρίλιες που σβήνουν». Μαθαίνει για την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη. Αυτή ήταν η καθοριστική βολή για την κλονισμένη της υγεία. Αψηφώντας τις συστάσεις των γιατρών επιδείνωσε από τότε την κατάσταση της υγείας της, με κρυφές εξόδους από το σανατόριο κι ασυλλόγιστες νυχτερινές εξορμήσεις, ώσπου η αρρώστια την καθήλωσε στο κρεβάτι. Το 1929 εκδίδει τη δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο Χάος». Το Φλεβάρη του 1930 η Μαρία Πολυδούρη μεταφέρεται στην κλινική Καραμάνη στα Πατήσια με πρωτοβουλία του Αγγελου Σικελιανού και μερικών άλλων φίλων που δεν άντεχαν να τη βλέπουν να αργοπεθαίνει πάμπτωχη. «Εφυγε» τα ξημερώματα της 29ης Απρίλη του 1930, περιστοιχισμένη από λογοτέχνες και φίλους.

Η Πολυδούρη έγραφε ποιήματα από 14 χρονών. Κι έως το τέλος δεν έπαψε να ασχολείται με την ποίηση. Έχει γράψει επίσης, εκτός από το ατομικό ημερολόγιο, κι ένα ανέκδοτο διήγημα (με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της) και έκανε και μερικές ποιητικές μεταφράσεις από τα γαλλικά.

Η παρουσία της στη νεοελληνική λογοτεχνία έχει αξιολογηθεί ως επί το πλείστον, με εξωλογοτεχνικά κριτήρια. Ωστόσο, πέρα από τη μυθοποίηση και διαστρέβλωσή του, το έργο της Πολυδούρη , τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του, αποτελεί την άμεση έκφραση των συναισθηματικών της καταστάσεων.

«Πληθωρική από την αρχή σε συναισθηματισμούς, σε τρυφερότητα και γυναικεία ευαισθησία, φτάνει να αγγίζει στο τέλος κάποιες δραματικές νότες και να μετριάσει στις καλύτερες στιγμές της τις πολλές ρομαντικές κοινοτοπίες, τον μελοδραματισμό και την κλαυθμηρή διάθεση, που τη χαρακτηρίζουν κατά ένα μεγάλο μέρος, για να περιοριστεί οξύτερα στο ατομικό της δράμα. Με χαλαρή συνήθως και κάποτε αδέξια τεχνική, αλλά με αυτοσχεδιαστική ευχέρεια, νοσηρά ρομαντική και ψυχολογικά επηρεασμένη από τα οικογενειακά της ατυχήματα, το επαρχιακό περιβάλλον της πατρίδας της, τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε μικρή και τα αισθηματικά αναγνώσματα των λαϊκών μεσοπολεμικών περιοδικών, εξελίσσει βαθμιαία την ποίησή της σε μια γεμάτη ερωτική περιπάθεια και τύψη ελεγεία θανάτου, εξουδετερώνοντας τα μειονεκτήματά της με το πάθος και τον παλμό της φωνής της. Γιατί πέρα σπ’ τις κοινότοπες συνιασθηματικές διαχύσεις, η Πολυδούρη έχει κατά βάθος κάτι το δαιμονικά ανυποχώρητο. Παρόμοια με τον Καρυωτάκη , θηρεύει κι εκείνη με τον τρόπο της το απόλυτο, που γίνεται μάλιστα στην περίπτωσή της πιο τελεσίδικα ανέφικτο, καθώς ο ασίγαστος ερωτισμός της τη σπρώχνει τελικά να το εντοπίσει στη μορφή του αυτόχειρα ποιητή, όταν ο θάνατος τον έχει κάνει απλησίαστο, ώσπου δεν της μένει πια παρά «στου έρωτα την άγρια καταιγίδα να ιδεί να μετρηθούν γι’ αυτήν θάνατος και ζωή» (Η Ελληνική Ποίηση – Εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ).

Το 1961 παρουσιάστηκε μια έκδοση των «Απάντων» της (αν και δε συμπεριλαμβάνονται όλα), με επιμέλεια της Λιλής Ζωγράφου, που περιλάμβανε, εκτός από τις δύο συλλογές, αδημοσίευτα ποιήματά της και σελίδες από το ημερολόγιό της.

Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».