• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΝΤΕΤΙ (1920-2009). ΤΟ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ ΚΑΙ Η «ΑΛΛΗ ΒΟΜΒΑ»

Της Αγγελικής Αλεξοπούλου //

Επιμέλεια της Άννεκε Ιωαννάτου //

«Το δικό μου Ναγκασάκι»

«Ενα απόγευμα ήλθε να με ψάξει ο Ρομπέρτο
με το αστραφτερό του αμάξι.
Ηταν τόσο υπερήφανος για το απόκτημά του και ήθελε να μου
το δείξει και
προσφέρθηκε να με πάει όπου εγώ ήθελα.

***

Δεν ήμουν εγώ για βόλτες. Του μίλησα για το Ναγκασάκι.
Αχ, η άλλη βόμβα, σχολίασε ο Ρομπέρτο.
Γι’ αυτόν, όπως για όλο τον κόσμο, η βόμβα που έπεσε στο
Ναγκασάκι, ήταν απλά η
«άλλη βόμβα».

***

Στην ουσία διασχίσαμε την πόλη.
Εγώ ήμουν κατηφής, γιατί δεν ήξερα ακριβώς πού πηγαίναμε.
Ξαφνικά ο Ρομπέρτο σταμάτησε.
Βρισκόμαστε μπροστά από ένα τεράστιο, τερατώδες
σκουπιδαριό.
Η δυσοσμία ήταν ανυπόφορη.
Τύποι κουρελήδες, βρώμικοι, γυναίκες ξεχτένιστες, μικροί και
και κουρελιασμένοι
έφηβοι σκάλιζαν ανάμεσα στις βρωμιές, ανάμεσα στη σκουριά
και στις στάχτες,
ψάχνοντας κάτι, δεν ήξερα τι.

***

Οταν αντιλήφθηκαν την παρουσία μας, ύψωσαν για μια στιγμή
τα κεφάλαια τους και
μας κοίταξαν χωρίς προφύλαξη, χωρίς μίσος.
Στη συνέχεια επέστρεψαν στα σκουπίδια τους, στη βρώμα
τους, στην προσπάθειά τους.
«Εδώ έχεις το Ναγκασάκι σου» είπε ο Ρομπέρτο.
«Μπορείς να το ζωγραφίσεις».

Τον Ιούνη του 2009 πέθανε στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης ο συγγραφέας και αγωνιστής Μάριο Μπενεντέτι. Έλεγε: «Όταν φαίνεται πως η ζωή μιμείται την τέχνη, είναι γιατί η τέχνη έχει καταφέρει ν’ αναγγείλει τη ζωή». Με βάση αυτές τις σκέψεις μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η τέχνη του αναγγέλλει τη ζωή. Ο συγγραφέας γεννήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1920 στο Πάσο ντε Τόρος της Ουρουγουάης. Το 1938 μετά τις βασικές σπουδές του, μεταβαίνει στο Μπουένος Άϊρες, όπου κερδίζει τα προς το ζην ασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Εκεί δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά από τρία χρόνια επιστρέφει στο Μοντεβιδέο. Η χώρα ζει μέσα σε νάρκη. Ο Μπενεντέτι δεν έχει βρει ακόμα τον εαυτό του. Δεν έχει ακόμα ξυπνήσει από τον ύπνο που κοιμόταν το έθνος. Το 1954 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της επιθεώρησης Πορεία. Η επιθεώρηση αυτή σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. Η δικτατορία του 1973 την έκλεισε, αφού εξαφάνισε ή εξόρισε όλα τα στελέχη της.

Το κριτικό πνεύμα της Πορείας απέναντι στην πραγματικότητα επηρεάζει το συγγραφέα και το 1956 δημοσιεύει ένα από τα βασικά έργα του, Ποιήματα του γραφείου. Με την εμφάνιση αυτής της συλλογής ο καλλιτέχνης θέτει για πάντα τις βάσεις της λογοτεχνίας του. Λογοτεχνία ανθρωπιστική, επικοινωνιακή και επικοινωνούσα. Ταξιδεύει στην Ευρώπη. Αρχίζει να βλέπει τα πράγματα της χώρας του από νέα οπτική γωνία. Το 1959 δημοσιεύεται η πρώτη του νουβέλα Μοντεβιδεάνου. Όπως και στα Ποιήματα του γραφείου, το θέμα του είναι ο μέσος Ουρουγουανός άνθρωπος με τα βίτσια του, τις αρετές του, τις διαψεύσεις και προπαντώς τη μονοτονία της ζωής του. Το 1959 είναι καταλυτικός χρόνος για το συγγραφέα. Είναι ο χρόνος της Κουβανέζικης Επανάστασης, που τον ταρακούνησε συθέμελα. Ο ίδιος γράφει: «Το 1959 ήταν καθοριστικό οχι μόνο για μένα, αλλά για όλους τους Λατινοαμερικανούς. Αυτό που συνέβη άλλαξε τη συνείδησή μου. Έκανα την αυτοκριτική μου για τις δραστηριότητες που είχα ως τότε. Η Επανάσταση με βοήθησε να επικοινωνήσω με τη χώρα μου και ν’ αλλάξω τη στάση μου απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα».

Επίσης, το 1959 ταξίδεψε στις ΗΠΑ. Γράφει για το ταξίδι του: «Το ταξίδι μου στις ΗΠΑ και αυτά που είδα εκεί με έκαναν αντιιμπεριαλιστή”. Ταυτίστηκε με τους νέγρους και τους Λατινοαμερικανούς μετανάστες που είχαν συρρεύσει στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Μετά την Επανάσταση στην Κούβα ταξιδεύει συχνά στην Αβάνα και γίνεται μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της επιθεώρησης Casa de las Américas. Η συμβολή του Μπενεντέτι στην προώθηση της αμερικανικής κουλτούρας είναι πολύ σημαντική. Το 1960 δημοσιεύει δύο βασικά του έργα. Την Ανακοχή και το Η χώρα με την αχυρένια ουρά. Στο εργο Ευχαριστίες στη Φωτιά, ο ήρωας ταυτίζεται με τον συγγραφέα και προαναγγέλλει την επαναστατική του δράση. Η δολοφονία του Τσε Γκεβάρα το 1967 τον συγκλονίζει. Αφιερώνει στον ήρωα-επαναστάτη τα ωραιότερα ποιήματά του.

Η δεκαετία του 1970 χαρακτηρίζεται από την όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων στην Ουρουγουάη. Εμφανίζονται οι αντάρτες Τουπαμάρος. Ο στρατός καταστέλλει βίαια τις κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συντρίψει το αντάρτικο κίνημα. Ο συγγραφέας μέσα στα πλαίσια του Ευρέος Μετώπου ιδρύει μαζί με άλλους αγωνιστές το Κίνημα των Ανεξάρτητων της 26ης του Μάρτη. Το επαναστατικό πνεύμα του συγγραφέα αντανακλάται στο έργο του Τα γενέθλια του Χουάν Ανχελ. Ο ήρωας γίνεται μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης, προκειμένου ν’ αλλάξει τη σαπισμένη πραγματικότητα. Το πνεύμα του έργου είναι αισιόδοξο. Η λύση βρίσκεται στην ένοπλη επαναστατική δράση. Όταν το 1973 εγκαθιδρύεται στρατιωτικοπολιτική δικτατορία στην Ουρουγουάη, ο Μάριο Μπνενετέτι εγκαταλείπει τη χώρα και εγκαθίσταται στην Κούβα. Εκεί δημοσιεύει τα Ποιήματα της Εξορίας, καθώς και τη συλλογή διηγημάτων Με και χωρίς Νοσταλγία. Πολύ σημαντική είναι η συμβολή του και στη φιλολογική κριτική. Στη Βενεζουέλα εκδίδει το έργο Το Τέχνασμα του ύψιστου Πατριάρχη όπου αναλύει τις κλασικές νουβέλες της δικτατορίας. Οι νουβέλες αυτές αναφέρονται στη ζωή και τη δράση Λατινοαμερικανών δικτατόρων: Το τέχνασμα της Μεθόδου του Αλέχο Καρπεντιέρ, Εγώ ο Ύψιστος του Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Στην Αβάνα, τέλος, εκδίδει τη συλλογή Ποίηση γκρεμισμένη, στην οποία αναφέρεται σ’ όλους τους Λατινοαμερικανούς ποιητές που έδωσαν τη ζωή τους για την Επανάσταση. Καταπιάνεται με το θέμα της νεολαίας Νέοι αυτής της Αμερικής και μέχρι το τέλος της ζωής του δημιουργεί ακατάπαυστα, καλύπτοντας όλους τους τομείς (μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, κριτική).

Ο Μάριο Μπενεντέτι έζησε μια ζωή γεμάτη. Η πληθωρική προσωπικότητά του είναι ο ιδανικός συνδυασμός του ανθρώπου της θεωρίας και της πράξης. Σήμερα, θεωρείται ότι είναι από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους Νοτιοαμερικανούς δημιουργούς. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Ακολουθεί ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ, ένα βαθιά ανθρώπινο διηγηματικό στιγμιότυπο.

Μετάφραση από τα ισπανικά: Αγγελική Αλεξοπούλου

***

Η πρώτη απεργία της ζωής μου μου άφησε ουλές.

Γενικά δεν με ενδιέφεραν πολύ οι κινητοποιήσεις στην εκπαίδευση. Όμως οι φοιτητικές ομοσπονδίες είχαν αποφασίσει δυο μέρες απεργία και εγώ ούτε ρώτησα τους λόγους. Απλά σκέφτηκα πως αφού δεν θα πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ το χρόνο, για να επιστρέψω στον Περίκο ένα βουνό από βιβλία που μου είχε δανείσει τους τελευταίους μήνες.

Ο Περίκο έμενε λίγα τετράγωνα κοντά στην περιοχή Μιράντα, έτσι τοποθέτησα ποικίλους Φρόϋντ, Γιουγκ και Άντλερ στην τσάντα που κρατούσα καθημερινά στη Σχολή, έβαλα και άλλα σε μια σακκούλα, πήρα ένα λεωφορείο, μετά άλλο και κατέβηκα στο ύψος της Νομικής.

Αργά κατευθύνθηκα προς τον δρόμο Σιέρμα. Από μακριά διέκρινα τη φιγούρα του Τομασίτο Ρόμπλες, γνωστού ως ο πρωταθλητής. Μου έκανε ένα νόημα και άρχισε να πλησιάζει. Ο Τομασίτο εκτός από πρωταθλητής ήταν κομμουνιστής και καλός οργανωτής στάσεων, απεργιών, διαμαρτυριών κ.λ.π.

Τον περίμενα φορτωμένος με τα βιβλία, όμως όταν στάθηκε τελικά απέναντί μου κραύγασε: «Χασάπη! Απεργοσπάστη!» και αμέσως μου έδωσε μια τρομερή γροθιά στο δεξί μήλο του προσώπου μου, που έγινε στη συνέχεια σαν ένα φανάρι. Εγώ προσπαθούσα ν’ αφήσω στο έδαφος το φορτίο των βιβλίων, ν’ αμυνθώ και τελικά κατάφερα να του κραυγάσω «Πρωταθλητή, τι σου συμβαίνει; Είσαι τρελός

«Εγώ δεν είμαι απεργοσπάστης».

«Αχ όχι; και πού πηγαίνεις με όλα αυτά; Δεν πας στο μάθημα;»

«’Οχι πρωταθλητή, πάω να επιστρέψω μερικά βιβλία στον Περίκο, που μου τα δάνεισε και μένει εδώ κοντά». Και του έδειξα το πακέτο, για να δει πως δεν ήταν βιβλία σχολικά.

Ο Τομασίτο κοκκίνησε. «Συγχώρα με Φλάκο» είπε σχεδόν κλαίγοντας. Και επανελάμβανε. «Συγχώρα με Φλάκο. Πώς μπόρεσα να σου κάνω αυτό που τόσο σ’ αγαπώ και που τόση βοήθεια μου δίνεις στην τάξη; Συγχώρα με Φλάκο. Αλήθεια συγχώρα με». Τον συγχώρεσα σίγουρα, παρόλο που το δεξί μήλο του προσώπου μου συνέχισε να πρήζεται όπως ο Φάρος του λόφου.

Με μια γενναιόδωρη κίνηση ο Τομασίτο με προσκάλεσε να πιούμε μπύρες. Πήγαμε σε μια γερμανική μπυραρία πίσω από το παλάτι. Εκεί, σαν ένδειξη εμπιστοσύνης, μου διηγήθηκε την ιστορία του. Ο πατέρας χτυπούσε τη μητέρα καθημερινά. «Και εκείνη, τί κάνει;»

«Κλαίει, μόνο αυτό».

«Και εσύ;»

« Εγώ αρπάζω το γέρο από το ένα χέρι και προσπαθώ να τον απομακρύνω. Όμως με χτυπάει και εμένα και με ρίχνει στο έδαφος».

«Όμως, Τομασίτο, μ’ αυτή τη ράχη που ο θεός σου έχει δώσει τί;»

«Ο γέρος είναι πιο δυνατός από μένα. Και επιπλέον δεν μπορώ ούτε θέλω να τον χτυπήσω, μόνο προσπαθώ να μη χτυπάει τη γριά. Γι’ αυτό μου στοιχίζει τόσο να σπουδάζω. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον δεν μπορώ να συγκεντρωθώ».

Πλήρωσε τις μπύρες και μου πρότεινε (πια είχε πεισθεί ότι εγώ δεν ήμουν ένας απεργοσπάστης) να πλησιάσουμε στο Πανεπιστήμιο. Προηγουμένως περάσαμε από το σπίτι του Περίκο και του άφησα τα βιβλία, τώρα για έναν επιπρόσθετο λόγο: να μην ξυπνήσω περισσότερες αβάσιμες υποψίες. Ο Περίκο κοίταξε το μάγουλό μου με έκπληξη, όμως δεν είπε τίποτα.

Απέναντι από το Πανεπιστήμιο υπήρχαν διακόσιοι σπουδαστές που φώναζαν συνθήματα και έριχναν πέτρες (μια απ’ αυτές έσπασε ένα τζάμι και σκέφτηκα τι ρεύμα αέρα θα έμπαινε απ’ εκεί το χειμώνα). Η κυκλοφορία είχε διακοπεί. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν πάνοπλοι αστυνομικοί με τα άλογά τους με την πρόθεση να μας διαλύσουν. Όλοι έτρεξαν γρήγορα, όμως εγώ έτρεξα σαν χελώνα. Στη φυγή δέχτηκα ένα χτύπημα από ξίφος στην πλάτη και επιπλέον ένα σκίσιμο στο πουκάμισο. Τον Περίκο και τον Τομασίτο τους έχασα από τα μάτια μου και έτσι αποφάσισα να επιστρέψω στο σπίτι, στο γλυκό μου σπίτι και εκεί έφτασα με μια αξιοθρήνητη όψη βετεράνου του μεγάλου πολέμου.

Ευτυχώς που στο σπίτι βρισκόταν η Χουλίσα που τρόμαξε όταν είδε την κατάστασή μου. «Μα εσύ είσαι πολύ χάλια! Άσε να σου βάλω έναν πάγο». Τύλιξε μερικούς βώλους σ’ ένα μαντήλι και μου τους ακούμπησε στο τρεμάμενο μήλο του προσώπου. Έπειτα μου έφερε ένα καθαρό πουκάμισο και μου πέρασε μια αλοιφή για μωλωπισμούς στο σημείο όπου είχα δεχτεί το τόσο λίγο ακαδημαϊκό χτύπημα.

Ο γέρος έφτασε αργά και εγώ ήδη βρισκόμουν στο κρεβάτι. Όμως το επόμενο πρωινό, όταν παίρναμε το πρωινό μας, σήκωσε για μια στιγμή τη ματιά από την εφημερίδα και με ρώτησε:

«Τι συνέβη στο πρόσωπό σου; Σε τσίμπησε καμιά μέλισσα;»

«Ναι, πρέπει να ήταν μια μέλισσα»

«Δεν ξέρω. Από το πρήξιμο φαίνεται πως μάλλον ήταν μια σφήκα. Ή ένα απ’ αυτά τα τεράστια μυρμήγκια».

«Μπορεί να είναι» είπα με την επαγγελματική πεποίθηση ενός εντομολόγου.