Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Μαύρε αδελφέ μου …

Το ποίημα «Μαύρε Αδελφέ μου» που έγραψε ο Ναζίμ Χικμέτ για τον βαρύτονο Πόλ Ρόμπσον, μελοποίησε και τραγούδησε ο Αδαμάντιος Αναστασιάδης, με την Αδαμαντία Πιλισσά, στη μνήμη του δολοφονημένου από αστυνομικούς Τζόρτζ Φλόιντ.

Ο Πολ Ρόμπσον (Paul Leroy Robeson) γεννήθηκε στις 9 Απρίλη του 1898 στο Νιου Τζέρσι.
Γιος ενός πρώην μαύρου δούλου, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, διαπρέποντας ταυτόχρονα και ως παίκτης στο αμερικανικό ποδόσφαιρο.
Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε ενεργά στο κίνημα για την απελευθέρωση των μαύρων.
Στη δεκαετία του ’30 επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση και έγινε φιλικά δεκτός από το λαό της.
Οπως δήλωσε ο ίδιος τότε, για πρώτη φορά ένιωσε εντελώς ελεύθερος από το ρατσισμό.

Υπήρξε μια πολυτάλαντη προσωπικότητα, με παγκόσμια ακτινοβολία.
Γνώριζε 10 γλώσσες (ακόμα και την κινεζική και τη σουαχίλι) και, με τον καιρό, αναδείχτηκε ένας διάσημος ηθοποιός του θεάτρου – ιδιαίτερα στο ρόλο του σαιξπηρικού Οθέλλου – και του κινηματογράφου (10 ταινίες), καθώς και λαϊκός και κλασικός τραγουδιστής.
Στις υπαίθριες συναυλίες του, που δίνονταν στα πλαίσια του προοδευτικού κινήματος, οι ακροατές του έφταναν τους 40.000 και πλέον.
Σαν καλλιτέχνης καθιερώθηκε πρώτα στο εξωτερικό (Λονδίνο) και κατόπιν στην πατρίδα του.
Το ίδιο έγινε αργότερα και με την περιλάλητη μαύρη χορεύτρια και ηθοποιό Τζοσεφίν Μπέικερ, όταν μετανάστευσε στο Παρίσι.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο στην εκστρατεία κατά του λιντσαρίσματος των ομοφύλων του.
Και όταν ο Πρόεδρος Τρούμαν αρνήθηκε να δράσει ανάλογα, ο Ρόμπσον μαζί με τον επίσης μαύρο Ουίλιαμ Πάτερσον, ανώτατο στέλεχος του ΚΚ ΗΠΑ, υπέβαλαν στον ΟΗΕ υπόμνημα με τον τίτλο “Καταγγέλλουμε τη γενοκτονία”.
Αντίστοιχη ήταν η αντίθεσή του τόσο στον ψυχρό πόλεμο, όσο και στην πολιτική που οδηγούσε σε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και η ολοένα ενεργότερη συμμετοχή του στις δραστηριότητες υπέρ της ειρήνης και της φιλίας με την ΕΣΣΔ.

Στο Συνέδριο Πολιτικών Δικαιωμάτων, που έγινε τον Ιούλιο 1949 στη Νέα Υόρκη, ο Ρόμπσον επαναβεβαίωσε τη δήλωση που είχε κάνει νωρίτερα στο Παρίσι, ότι ο νέγρικος λαός δεν πρόκειται να πάρει μέροςσε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο“.
Επειτα από την ομιλία του αυτή, οι 246 μαύροι αντιπρόσωποι ενέκριναν ομόφωνα ψήφισμα, στο οποίο τόνιζαν ότι “ο Πολ Ρόμπσον πραγματικά μιλάει για μας στην πάλη του για τα δικαιώματα των νέγρων και στον αγώνα του για την ειρήνη”.
Από τότε εντάθηκε ο κατατρεγμός εναντίον του.
Στην υπαίθρια συναυλία που έδωσε στις 27 Αυγούστου 1949 στην πόλη Πίκσκιλ της πολιτείας της Νέας Υόρκης, αφηνιασμένοι τραμπούκοι επιτέθηκαν κατά των ακροατών και λιθοβόλησαν τον ίδιο, ο οποίος όμως παρέμεινε ατρόμητος.

Το 1950, περίοδο αποκορυφώματος της μακαρθικής υστερίας, οι αμερικανικές αρχές του αφαίρεσαν το διαβατήριο. Ογδόντα προγραμματισμένες συναυλίες του ακυρώθηκαν. Αίθουσες δεν του παραχωρούνταν πλέον, με αποτέλεσμα το εισόδημά του να πέσει από 104.000 το 1947 σε 2.000 δολάρια το 1950. Και το όνομά του γράφτηκε στο “μαύρο πίνακα”.
Το 1956 κλήθηκε από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών της Βουλής (HUAC).
Και όταν ρωτήθηκε αν είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, απάντησε αγέρωχα στα μέλη της:
“Τι εννοείτε λέγοντας Κομμουνιστικό Κόμμα; Από ό,τι ξέρω εγώ, είναι ένα νόμιμο κόμμα, όπως το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το Δημοκρατικό Κόμμα.
Εννοείτε ένα κόμμα ανθρώπων, που έχουν θυσιαστεί για το δικό μου λαό και για όλους τους Αμερικανούς και τους εργάτες, ώστε να ζουν με αξιοπρέπεια; Εννοείτε αυτό το κόμμα;
“.
Και τους κατακεραύνωσε με την μπάσα φωνή του: Εσείς είστε οι αντιαμερικανοί… Και πρέπει να διαλυθείτε για πάντα!“.
Και όχι μόνο αυτό. Οταν ένα μέλος της HUAC τον ρώτησε γιατί, αφού ένιωσε τόσο ελεύθερος στη Ρωσία, δεν έμεινε εκεί, του είπε ορθά – κοφτά: “Γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας σκλάβος και ο λαός μου πέθανε για να χτίσει αυτή τη χώρα, και εγώ θα μείνω εδώ για να έχω ένα μέρος, ακριβώς όπως και εσύ”.

Το μένος των διωκτών του υπέροχου αυτού καλλιτέχνη, διανοητή και υπέρμαχου της δικαιοσύνης ήταν τόσο αχαλίνωτο, που, όπως δήλωσε στην εφημερίδα “Βίλατζ Βόις” (10/3/98) ο γιος του, Πολ Ρόμπσον Τζ., κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στον εαυτό του και τον πατέρα του: “Ο δικός μου φάκελος στο Εφ Μπι Αϊ (μυστική ασφάλεια) είναι μόνο 500 σελίδες!”. Που σημαίνει, βέβαια, ότι του πατέρα του σίγουρα ήταν κάμποσες χιλιάδες σελίδες…

Θα ήταν σοβαρή παράλειψη, αν δεν αναφέραμε και κάτι άλλο, που επίσης δείχνει όλο το μεγαλείο του.
Στα σκληρά χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και κατόπιν, ο Πολ Ρόμπσον είχε επανειλημμένα υψώσει τη φωνή του, ζητώντας την απελευθέρωση των φυλακισμένων και εξόριστων αγωνιστών.
Κι ακόμα, είχε πάρει μέρος και μίλησε σε μεγάλη συγκέντρωσή μας στη Νέα Υόρκη, υπέρ της σωτηρίας του  Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του.
Σε όλη τη ζωή του (πέθανε 77 χρονών το 1976) τιμήθηκε επάξια.
Το 1952 του απονεμήθηκε το βραβείο Στάλιν για την ειρήνη, αλλά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απαγόρευσε τη μετάβασή του στη Μόσχα.
Έτσι, η τελετή της επίδοσής του έγινε το 1953 στη Νέα Υόρκη. Επίσης, η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε το όνομά του σε ένα βουνό της χώρας της.
Ο μεγάλος Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα του αφιέρωσε για τα 75χρονά του το 1973, την “Ωδή στον Πολ Ρόμπσον“.

Με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννησή του, είχε οργανωθεί, σε εθνική κλίμακα, καμπάνια για την έκδοση γραμματόσημου, με την εικόνα του, και είχαν συγκεντρωθεί 90.000 υπογραφές πολιτών, ενώ χιλιάδες άλλοι έστειλαν επιστολές με το ίδιο αίτημα. Ωστόσο, η αρμόδια Ταχυδρομική Υπηρεσία το αγνόησε. Αντίθετα, θυμίζοντας μια όχι και τόσο μακρινή σκοτεινή περίοδο, ενέκρινε την έκδοση γραμματόσημου στη σειρά “Μεγάλοι Αμερικανοί” για τον πρώην εκδότη του περιοδικού “Τάιμ”, Χένρι Λους, φρενιασμένο αντικομμουνιστή…

Η αναφορά του Χιμέκτ στον Φερχάτ

Φοβοῦνται Ῥόμπσον
φοβοῦνται τὴν αὐγή, ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
καὶ ν’ ἀγγίσουν φοβοῦνται ν’ ἀγαπήσουν
φοβοῦνται ν’ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ

αναφέρεται στο λαϊκό παραμύθι «Φερχάτ και Σιρίν» (Ferhat ile Şirin), το οποίο εξιστορείται αιώνες στη Μέση Ανατολή, στο Αζερμπαϊτζάν, στο Ιράν, στην Τουρκία και στα Βαλκάνια, έχοντας υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.

Αν και φαινομενικά αποτελεί μια ιστορία αγάπης, η αγάπη του Φερχάτ, αντανακλά τους κόπους που κατέβαλε ο λαός σαν σύνολο προκειμένου να εξασφαλίσει το νερό και άλλα αγαθά.