Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Με τη γαλάζια γραμμή των βουνών στα βορινά / και στην ανατολή μια νερένια λευκή καμπύλη, εδώ θα χωριστούμε…

«Αναρωτιέται» το 1935 o Bertolt Brecht στο «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει»: Ποιος ίδρυσε την εφτάπυλη Θήβα; Τα βιβλία γράφουν μόνο των ανάκτων τα ονόματα. Βασιλιάδες δηλαδή ζαλώθηκαν μοναχά τ’ αγκωνάρια;

Και τη Βαβυλώνα όπου τοσάκις εξεθεμελιώθη, ποιος την ξανάχτισε άλλες τόσες φορές; Σε τι σπίτια της χρυσοποίκιλτης Λίμας ζούσαν οι χτίστες; Το βράδυ πού ξετέλεψαν το Σινικό Τείχος οι οικοδόμοι αλήθεια που να επήγαν;

Ο νεαρός Αλέξανδρος κυρίευσε τις Ινδίες. Μόνος του ήταν; Ο Καίσαρ κατενίκησε τους Γαλάτες. Ούτ’ έναν μάγειρα δεν είχε όντως μαζί του;

Ιστορίες καπάκι απάνω σ’ άλλες ιστορίες, που γεννούνε απορίες ‒ μα τόσες απορίες

Με τη γαλάζια γραμμή των βουνών στα βορινά / και στην ανατολή μια νερένια λευκή καμπύλη, εδώ θα χωριστούμε.

Στο μακρύ ταξίδι μου μ’ ένα πλεούμενο σύννεφο / εγώ θα σας στέλνω την έγνοια μου, κι εσείς το δειλινό -να με θυμάστε…  Κουνάμε τα χέρια μας γι’ αποχαιρετισμό 

[ «υπογραφή» Νίκη ]

Πάνε πια τέσσερα χρόνια από τότε που (αυτή) η Νίκη δεν είναι πια μαζί μας: επιλέγοντας το ρόλο του ανώνυμου αεί στρατευμένου «άγνωστου στρατιώτη» αν και, αντικειμενικά – όπως αποδείχνουν η στάση ζωής και η κοινωνική προσφορά της, θα μπορούσε να είναι ακριβώς το αντίθετο, μια άκρως «επώνυμη».

Έχασε τη μάχη με τον θάνατο, αφού προηγουμένως αναμετρήθηκε με τη ζωή. Αν αυτουργός του ανθρώπινου δράματος είναι η ανάγκη και η ελευθερία, (αυτή) η Νίκη υπηρέτησε και τα δύο με δωρική συνέπεια, επιλέγοντας τη λάμψη της ορμής που στάθηκε «από πάντα» για εκείνη πιο συναρπαστική από την ευφορία της απόλαυσης.

Γνήσιο τέκνο της ανάγκης -από πολύ νέα, από τότε που -επί χούντας, ήταν μαθήτρια στο γυμνάσιο κι «ώριμο τέκνο της οργής», παιδί της Νομικής και του Πολυτεχνείου πια, πάλεψε και κατάφερε να μείνει έτσι, …αυθεντική και ατίθαση σε πείσμα της επώνυμης / κυριλάτης, συμβιβασμένης ρεφορμιστικής και κυβερνώσας (χτες και σήμερα) «γενιάς του Πολυτεχνείου».
Η Νίκη, που ‘λεγε: «αδερφέ, …εμείς λύνουμε ζητήματα γιατί έχουμε το πανίσχυρο εργαλείο που λέγεται διαλεκτικός υλισμόςτη μαρξιστική αντίληψη και οπτική ερμηνείας της ζωής» αυτή η Νίκη -στο διάβα του χρόνου, μας λείπει όλο και πιο πολύ. Στιγμές στιγμές ξεπροβάλει απ’ το πουθενά και πορεύεται  πλάι μας αυστηρά λιτή, περήφανη, αδέκαστη, «ξεροκέφαλη, πεισματάρα» και πάντα ασυμβίβαστη και ανυπότακτη.

Μη, μην το πεις η παλιά μας φίλη μην το πεις για πάντα εφύγε… Βλέπει πυρκαγιές πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς κι είναι μαζί μας. Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται αυτή θα είναι εκεί να μας θυμίζει τις μέρες τις παλιές.

Έφυγε από κοντά μας, η Νίκη του αγώνα, που δεν πρόκανε να δει τον κόσμο ανάποδα: για αυτά πάλεψες με θέρμη και αταλάντευτα αυτά μας αφήνεις παρακαταθήκη «πάρεξ ένα μήλο, Ένα κόκκινο μήλο, Την καρδιά σου». Θα σε θυμόμαστε έτσι, με μια κόκκινη σημαία φυλαγμένη βαθιά μέσα σου

Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.

Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ. πρέπει νά βγῶ ἀπ’ αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία, — ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —  τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της, μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας, μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —

ν’ ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα.

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Πηγή |> (αλιεύοντας)