Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Με όλες μας τις δυνάμεις στην απεργιακή μάχη!

Μπροστά στην οργάνωση της απεργίας που ήδη έχουν προκηρύξει μια σειρά συνδικαλιστικές οργανώσεις, για να μην κατατεθεί το νομοσχέδιο – έκτρωμα, η συζήτηση μέσα στους χώρους δουλειάς μέρα με τη μέρα ζωντανεύει, με τους εργαζόμενους να αγωνιούν για το πού πάει το πράγμα, ποια είναι η στόχευση της εργοδοσίας και των κυβερνήσεων, ποια πρέπει να είναι η απάντηση. Αυτή η συζήτηση πρέπει να φτάσει ακόμα πιο πλατιά, να ξεδιπλωθεί παντού, παράλληλα με την αγωνιστική δράση, ώστε να απαντηθεί κάθε επιχείρημα που «ρίχνουν» η κυβέρνηση, η εργοδοσία και οι συνδικαλιστές τους.
«Εμάς πόσο μας πιάνει;»: Πρόκειται για ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα που ακούγεται από εργαζόμενους. Και η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που έρχεται ένα αντεργατικό ή ένα αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο, διάφορες δυνάμεις επιχειρούν να καλλιεργήσουν την ψευδαίσθηση στους εργαζόμενους ότι «αφορά κάποιους άλλους», ότι κατά κάποιον τρόπο οι εργαζόμενοι σε έναν κλάδο ή χώρο δουλειάς «εξαιρούνται». Οι παγίδες στήνονται είτε με επίκληση του «καλού εργοδότη», που τάχα «δεν θα εφαρμόσει τέτοια μέτρα», είτε στο όνομα της «διαπραγμάτευσης» με την κυβέρνηση ώστε να διορθωθούν στην πορεία τα υποτιθέμενα «γκρίζα» σημεία του νομοσχεδίου.
Κανένας εργαζόμενος δεν έχει σήμερα την πολυτέλεια να πιστεύει ότι θα τη γλιτώσει από τη γενικευμένη επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη για την ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου. Η ίδια η πείρα δείχνει ότι κανείς δεν εξαιρείται από τη βαρβαρότητα που φέρνει η στρατηγική του κεφαλαίου:
  • Η «μερική απασχόληση» ξεκίνησε πριν από μερικές δεκαετίες, για «κάποια τμήματα των εργαζομένων», και πολλοί έλεγαν τότε ότι σε πιο παραδοσιακούς κλάδους δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Σήμερα αποτελεί την πλειοψηφία των νέων συμβάσεων, κάτι που έγινε «κανονικότητα» επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
  • Οταν οι μισθοί μειώνονται σε έναν κλάδο, πολύ σύντομα παρασύρουν και τους υπόλοιπους.
  • Οι εργαζόμενοι που δουλεύουν σε εργολαβίες και δεν πληρώνονται με βάση τις συμβάσεις που κυριαρχούν σε μια επιχείρηση, από εξαίρεση έγιναν κανόνας!

Σκλάβοι στον 21ο αιώνα δε θα γίνουμεΤο νέο νομοσχέδιο δίνει μάλιστα τη δυνατότητα ακόμα και για «σπαστές υπερωρίες» στους 4ωρίτες εργαζόμενους, με «πρόσθετη αμοιβή» 12%. Αυτό άραγε αφορά μόνο τους «μερικά απασχολούμενους»; Γιατί ένας εργοδότης π.χ. σε μεγάλα σούπερ μάρκετ να προσλάβει εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης (με 8ωρο) όταν θα μπορεί να έχει 4ωρίτες, να τους βάζει για δουλειά όλη μέρα, ανάλογα με την «ένταση της δουλειάς», και να τους αμείβει πολύ φθηνότερα;

Μήπως η 10ωρη δουλειά χωρίς πρόσθετη αμοιβή, για την οποία θα αρκεί πια μια «σύσταση» του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, αφορά μια μερίδα της εργατικής τάξης και όχι κάθε εργαζόμενο; Είναι δυνατόν η επιμήκυνση του απλήρωτου χρόνου εργασίας να αφήσει έστω και έναν εργαζόμενο ανεπηρέαστο; Η «ευέλικτη δουλειά» πλέον εξαπλώνεται σε κάθε κλάδο, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις ξεφορτώνονται μόνιμο προσωπικό και γενικεύονται οι εργολαβίες, με τα λεγόμενα «δουλεμπορικά γραφεία» να κάνουν χρυσές δουλειές, αξιοποιώντας όλες τις διευκολύνσεις που τους παρείχαν οι κυβερνήσεις ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ.

Για όλους λοιπόν χτυπάει η καμπάνα… Το ίδιο το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, όπως και η ευρωενωσιακή Οδηγία την οποία έρχεται να εφαρμόσει, κάνουν καθαρό ότι πρόκειται για στρατηγική του κεφαλαίου. Αλλωστε οι στόχοι για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων έχουν έναν δρόμο να ακολουθήσουν: Το ξεζούμισμα των εργαζομένων, την ένταση της εκμετάλλευσης, μεγαλώνοντας και την απλήρωτη εργασία.

«Εμένα ο εργοδότης μου είναι καλός, δεν θα τα εφαρμόσει, δεν έχω να φοβάμαι». Ομως το θέμα δεν είναι ηθικό… Είναι οικονομικό, είναι πρώτα απ’ όλα θέμα ανταγωνισμού. Το όριο της «καλοσύνης» του κάθε εργοδότη είναι το ποσοστό κέρδους του. Οσο αυτό συγκυριακά δεν απειλείται από τον ανταγωνισμό των ομοίων του, μπορεί και να «φιλοτεχνεί» ένα φιλεργατικό προσωπείο. Τα πράγματα όμως δεν μένουν έτσι, πάντα αλλάζουν όταν ο ανταγωνισμός οξύνεται. Οσες θυσίες και αν κάνουν οι εργαζόμενοι, όπως έχει αποδειχθεί πουθενά δεν σώθηκαν από κρίσεις, λουκέτα, απολύσεις, περικοπές, μειώσεις μισθών, το «όλοι είμαστε μια οικογένεια» μέσα σε ώρες μετατρέπεται σε εφιάλτη για τους εργαζόμενους. Από την άλλη, και η εικόνα του «καλού εργοδότη» πάντα χτίζεται στη βάση της σημερινής ζούγκλας. Ετσι, για παράδειγμα, καλός εργοδότης μπορεί να θεωρείται κάποιος που δεν ανοίγει την Κυριακή όταν όλοι του κλάδου ανοίγουν, κάποιος που δεν χρωστάει δεδουλευμένα, κάποιος που πληρώνει υπερωρίες όταν οι άλλοι δεν πληρώνουν. Παρόλο που ο ίδιος μπορεί να εφαρμόζει τις εργασιακές σχέσεις – λάστιχο, να κρατά τους μισθούς καθηλωμένους εδώ και δεκαετίες, να απογειώνει την εντατικοποίηση κ.λπ.

Σε κάθε περίπτωση, «καλός εργοδότης» είναι αυτός που θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αυξήσει την κερδοφορία της επιχείρησης, αυτός που θα εφαρμόσει κάθε μέτρο και διάταξη ώστε να φτάσει την εκμετάλλευση στα απώτατα όρια, καθώς αυτό είναι που του δίνει «προβάδισμα» σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Κι αυτό για τον εργαζόμενο σημαίνει απόλυτη συνέπεια στην «τήρηση των νόμων» που τον κάνουν ακόμα πιο φθηνό και «ευέλικτο», πιο «ανταγωνιστικό».

«Τι θα αλλάξει αν ψηφιστεί το νομοσχέδιο; Ετσι κι αλλιώς τα ωράρια είναι σμπαράλια. Φτάνει Παρασκευή και δεν ξέρουμε αν και τι ώρα θα δουλεύουμε την Κυριακή…». Οσο κι αν η εργασιακή ζούγκλα είναι ήδη εδώ για μια σειρά κλάδους, το μόνο σίγουρο είναι ότι το νομοσχέδιο φέρνει μια σειρά «τομές», καταρχήν στο ωράριο, αφού πλέον καταργείται ακόμα και ο «ελάχιστος όρος» για τη «διευθέτηση», μετατρέποντάς την σε «ατομική συμφωνία» για κάθε εργαζόμενο με τον εργοδότη του. Ομως, δεν είναι τυχαίο το ότι μέχρι σήμερα αυτή η εργασιακή ζούγκλα δεν είναι το ίδιο «άγρια» σε όλους τους κλάδους. Εκεί όπου τα συνδικάτα είναι πιο ισχυρά, εκεί όπου οι εργαζόμενοι είναι πιο οργανωμένοι, η εργοδοσία συναντά περισσότερα εμπόδια για να εφαρμόσει το ήδη υπάρχον αντεργατικό πλαίσιο.

Το κυριότερο όμως, όπως έχει αποδειχθεί, είναι ότι η αντιλαϊκή επίθεση είναι διαρκείας, δεν έχει τέλος. Αντίθετα, με τα νέα μέτρα ανοίγει η πόρτα για τα επόμενα ακόμα χειρότερα. Οι εργαζόμενοι πρέπει να γνωρίζουν ότι η σχετική Οδηγία της ΕΕ που προβλέπει τη «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας («οδηγία – Φρανκενστάιν») έχει ακόμα «πολύ ψωμί», που μέχρι στιγμής δεν έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία. Με το νομοσχέδιο ενσωματώνονται πλευρές που μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν εφαρμόσει. Μένουν όμως τα επόμενα, όπως η διάκριση «ενεργού – ανενεργού χρόνου», η «ρήτρα αυτοεξαίρεσης», όλα εκείνα τα μέτρα που συνδυαστικά μετατρέπουν το 8ωρο και τη μέρα ανάπαυσης σε σπάνιες εξαιρέσεις.

Το κυριότερο λοιπόν είναι ότι όσοι πιστεύουν πως η κατάσταση αυτή είναι προσωρινή και θα περάσει τρέφουν ψεύτικες ελπίδες, η τάση είναι να γίνει όλη τους η ζωή λάστιχο, να ζήσουν όλα τους τα χρόνια με «διευθέτηση», με ελαστικές εργασιακές σχέσεις, με χαμηλούς μισθούς, με τον ατομικό τους χρόνο πλήρως υποταγμένο στην εργοδοσία.

«Ο,τι και να κάνουμε, αυτός ο νόμος θα περάσει». Η «μεγάλη εικόνα» όμως δείχνει ότι ο μόνος «αστάθμητος παράγοντας» που μπορεί πράγματι να βάλει εμπόδια στην πολιτική αυτή είναι η εργατική – λαϊκή κινητοποίηση. Το μοναδικό που υπολογίζουν η κυβέρνηση και η εργοδοσία είναι ακριβώς η πάλη των εργαζομένων, η συσπείρωσή τους στα σωματεία, η επιθετική διεκδίκηση με βάση τις σύγχρονες ανάγκες τους. Αν αυτό δεν ευσταθούσε, τότε δεν θα περιλάμβαναν στο νομοσχέδιο που κάνει τη ζωή και τη δουλειά λάστιχο διατάξεις περιορισμού του απεργιακού δικαιώματος και της συνδικαλιστικής δράσης.

Αυτό που πρέπει σήμερα να κυριαρχήσει στους χώρους δουλειάς είναι το με ποιους όρους θα γίνει ακόμα πιο αποτελεσματική αυτή η δράση. Πώς θα αγκαλιάσει κάθε χώρο δουλειάς, πώς θα γίνει ακόμα πιο μαζική και επιθετική απέναντι σε κυβέρνηση και εργοδοσία. Να δουν οι εργαζόμενοι τα όπλα που έχουν να αξιοποιήσουν σε αυτήν τη μάχη, όπως είναι η πρόταση των συνδικάτων για κατάργηση όλου του αντεργατικού πλαισίου των τελευταίων χρόνων, που μπορεί να ανοίξει ακόμα καλύτερα τη συζήτηση στους χώρους δουλειάς.

Μπροστά στην προετοιμασία της απεργιακής μάχης, όπλο είναι η συζήτηση που ανοίγουν οι κομμουνιστές, για τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα η εργατική τάξη να ζει καλύτερα, να δουλεύει λιγότερο, 7ωρο – 5ήμερο – 35ωρο, αντί για το αίσχος που της φέρνουν με το νέο νομοσχέδιο. Δυνατότητες που προκύπτουν από την ίδια την άνοδο της παραγωγικότητας, από τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι και ο οποίος φτάνει και με το παραπάνω για να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες τους. Το εμπόδιο είναι η κλοπή αυτού του πλούτου από την εργοδοσία, η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Σ’ αυτόν τον αντίπαλο, τον πραγματικό, πρέπει να στοχεύει η πάλη της εργατικής τάξης, για να χαράξει τον δικό της δρόμο, κόντρα στο σύστημα της εκμετάλλευσης. Γιατί η ελπίδα βρίσκεται στον δρόμο της ανατροπής.
Περισσότερα: