• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Μικρές ιστορίες μεγάλα όνειρα», η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων

Γράφει ο Παντελής Τσαλουχίδης //
Φιλόλογος- κριτικός λογοτεχνίας, μέλος του Δ.Σ του Συνδέσμου Φιλολόγων Ημαθίας

Σταθερά ανά διετία φαίνεται ότι έχει ορίσει ο Αλέκος Χατζηκώστας την παρουσίαση των λογοτεχνικών του δημιουργιών και επίσης σταθερά στο χώρο της πεζογραφίας. Τρεις, μαζί με την συγκεκριμένη, συλλογές διηγημάτων και ενδιάμεσα ένα μυθιστόρημα. Πρώτη συλλογή διηγημάτων ήταν η Δυτικά του Αλιάκμονα (2012), ακολούθησε η Σχεδία Μνήμης (2014) και δυο χρόνια αργότερα το μυθιστόρημα (διεσταλμένη νουβέλα την ονομάζω) Το παρελθόν κρατά πολύ (2016). Η τρίτη αυτή συλλογή, Μικρές ιστορίες μεγάλα όνειρα (2018), περιλαμβάνει σχεδόν διπλάσιο αριθμό διηγημάτων σε σχέση με τις άλλες δύο: δεκαπέντε τα διηγήματα της συλλογής αυτής, οκτώ και εννιά στις προηγούμενες αντίστοιχα. Και ήδη ο αριθμός των διηγημάτων θέτει δυο τουλάχιστον αλληλένδετα ζητήματα.

Πρώτα απ’ όλα το ζήτημα του τίτλου. Στο πρώτο βιβλίο ό τίτλος Δυτικά του Αλιάκμονα όριζε τον χώρο όπου αναπτύσσονται οι αφηγημένες ιστορίες του. Στο δεύτερο κυριαρχούσε η μνήμη είτε ως ιστορική μνήμη είτε – περισσότερο – ως ατομική, εξ ου και ο τίτλος Σχεδία Μνήμης. Ο μάλλον ουδέτερος και κάπως αμήχανος τίτλος Μικρές ιστορίες μεγάλα όνειρα αφήνει μετέωρη κάθε πιθανή σήμανση του περιεχομένου του· προφανώς οι θεματικοί άξονες είναι περισσότεροι από το χώρο ή τη μνήμη, το εξιστορημένο βίωμα ή την κοινωνική και πολιτική κριτική (για να θυμηθούμε κάποιους από τους κυρίαρχους ως τώρα στο λογοτεχνικό έργο του Χατζηκώστα). Έπειτα, αν έχει διευρυνθεί το θεματικό υλικό, προκύπτει ως δεύτερο ζήτημα εκείνο της διαχείρισής του. Αυτό εξυπηρετούν οι τέσσερις ενότητες που συνθέτουν τη συλλογή και τις οποίες φροντίζει να μας συστήσει ο συγγραφέας με ανάλογα ως προς το περιεχόμενό τους μότο: ερωτικοί στίχοι του Ρίτσου για τα τέσσερα πρώτα διηγήματα, ένα σχόλιο πάνω στην αστυνομική λογοτεχνία του Ντάσιελ Χάμετ για τα επόμενα τρία, στίχοι από την πρώτη ποιητική εποχή, εκείνη της επανάστασης, του Τάσου Λειβαδίτη για άλλα τέσσερα διηγήματα και ένα ποίημα για τον πατέρα του Γιάννη Βαρβέρη («Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς») για τα τέσσερα τελευταία. Ή όπως έχει ο γράφων τιτλοφορήσει τις ενότητες αυτές αντίστοιχα: Δύσκολοι έρωτες, Οι αθώοι, Τίποτα δεν πάει χαμένο, Ο πατέρας στο κάδρο.

Σε σχέση με τα προηγούμενα λογοτεχνικά εγχειρήματα του Χατζηκώστα δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες μεταβολές στον τρόπο γραφής του. Η γλώσσα παραμένει στρωτή, καθημερινή, με ικανοποιητικό γλωσσικό πλούτο, χωρίς εκζήτηση ή δήθεν λαϊκότητα. Όπως και στην προηγούμενη συλλογή ο συγγραφέας μοιάζει να έχει αφήσει κάπως περισσότερο χώρο στο συναίσθημα, σε σχέση με την πρώτη· και η κάποια ακαμψία του λόγου του που είχε παρατηρηθεί στην πρώτη επίσης συλλογή έχει υποχωρήσει. Το αυτοβιογραφικό επίσης στοιχείο έχει περιοριστεί κυρίως στα διηγήματα της τρίτης και περισσότερο της τέταρτης ενότητας, πράγμα λογικό καθώς η τελευταία επικεντρώνεται στον πατέρα του συγγραφέα ως κύριο ή βασικό έστω ήρωα. Παραμένει (μετριασμένη ωστόσο και χωρίς να κουράζει) η πολιτική/κομματική ένταξη αρκετών ηρώων, χρήσιμη πάντως για τα πολιτικοκοινωνικά σχόλια του συγγραφέα.

Δε μεταβάλλεται επίσης η σταθερή τριτοπρόσωπη αφήγηση που έχει επιλέξει ο συγγραφέας για το σύνολο της ως τώρα λογοτεχνικής του παραγωγής. Στο παρελθόν το (αποστασιοποιημένο) τρίτο πρόσωπο χρησιμοποιήθηκε ακριβώς για να αποφύγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση που παραπέμπει σε αυτοβιογραφία. Τώρα που η αυτοβιογραφική θεματική έχει περιοριστεί στις δυο τελευταίες ενότητες και οριοθετηθεί αλλά και η ταύτιση συγγραφέα – ήρωα δε θεωρείται περίπου αυτονόητη, κρίνω ότι ο συγγραφέας μπορεί πιο άνετα να πειραματιστεί με το πρώτο και δεύτερο πρόσωπο στις αφηγήσεις του εγκαταλείποντας τη μονοτονία του τρίτου προσώπου. Να σημειωθεί πάντως ότι, όσον αφορά την εστίαση, η επιρροή της αστυνομικής λογοτεχνίας στη γραφή του Χατζηκώστα έχει περάσει, ακόμα και σε ορισμένα διηγήματα που δεν θα τα χαρακτήριζε κανείς αστυνομικά όπως το «Ζευγάρι στη βροχή», με εσωτερική εστίαση αντί της σχεδόν μόνιμης μηδενικής του παντογνώστη αφηγητή. Τέλος, σε όλο πιο πλούσια εξελίσσεται η μάλλον φτωχή πλοκή των πρωτόλειων διηγημάτων. Ανάδρομες αφηγήσεις, ευρήματα και αιφνιδιασμοί, συστηματικότερη σκιαγράφηση των ηρώων είναι οπωσδήποτε αξιοσημείωτες βελτιώσεις που ως ένα βαθμό έλκουν την καταγωγή τους από το σαφώς απαιτητικότερο είδος του μυθιστορήματος, τα όρια του οποίου προσέγγισε ο συγγραφέας δυο χρόνια πριν στο Το παρελθόν κρατά πολύ.

Στα διηγήματα της συλλογής Δύσκολους Έρωτες του Ίταλο Καλβίνο οι ερωτικές σχέσεις των ηρώων μόνο ανέφελες και ανέξοδες δε μπορούν να χαρακτηριστούν καθώς υπονομεύονται από χίλιες μύριες πιθανές και απίθανες αντιξοότητες. Αντίστοιχα, στην πρώτη ενότητα του Μικρές ιστορίες μεγάλα όνειρα, παράδοξες δείχνουν και οι ερωτικές σχέσεις των ηρώων, τουλάχιστον ως το τέλος του διηγήματος που δίνει την λύση (αν υπάρχει λύση) ή ξεκλειδώνει το μυστήριο. Στο «Ζευγάρι στη βροχή» η παλιά ερωτική ιστορία αναβιώνει ως πικρή, οδυνηρή μνήμη με αφορμή το θέαμα ενός ζευγαριού στη βροχή αλλιώς και το ίδιο το θέαμα απέχει από την πραγματικότητα – και εδώ θυμάται κανείς την πλάνη της Τέχνης κατά τον Πλάτωνα αλλά και πόσο ανάγκη έχουμε όλοι την πλάνη αυτή.

Και στο «Μείνε κοντά μου αγαπημένη» υπάρχει ένας μεγάλος έρωτας, δύσκολος και παράδοξος που κρατά σαράντα πέντε χρόνια, περνά από δυσκολίες, απαγορεύσεις, χωρισμούς αλλά… φτάνει στο τέλος να γίνει αποδεκτός ως και από τη σύζυγο του ήρωα. Κοινός στα δυο διηγήματα ο αιφνιδιασμός του τέλους, πιο ανάλαφρη και χιουμοριστική εδώ η διάθεση. Ακολουθεί μια πιο συμβατική ερωτική ιστορία «Ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων» όπου οι διαφορές ηλικίας, τρόπου ζωής και νοοτροπίας ανάμεσα στο ερωτικό ζεύγος απομακρύνουν προσωρινά τους δύο εραστές αλλά δε μπορούν τελικά να αλλοιώσουν τα αισθήματά τους. Δύσκολος έρωτας και εδώ αλλά όχι ναυαγισμένος. Η ενότητα κλείνει με το διήγημα «Τα SMS…» όπου η δεύτερη ευκαιρία για μια ερωτική σχέση, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη της φοιτητικής ζωής, φτάνει πολύ κοντά στην ολοκλήρωση αλλά τελικά χάνεται με επώδυνο τρόπο στο τέλος και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των ηρώων. Στο λογοτεχνικό κόσμο του Χατζηκώστα, όπως και στη ζωή άλλωστε, δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες ή αν υπάρχουν, μένουν μισές και ανολοκλήρωτες.

Στους «Αθώους» του Χέρμαν Μπροχ οι ήρωες ζουν αδιάφοροι και αμέτοχοι στα γιγαντιαία και κοσμοϊστορικά γεγονότα που εξελίσσονται δίπλα τους και, ενώ ο ναζισμός φουντώνει μέσα στη χώρα τους, γίνονται συνένοχοι με την απάθειά τους μπροστά στην επέλαση των ρινόκερων (για να θυμηθούμε τον Ιονέσκο). Στο δεύτερο μέρος της συλλογής οι ήρωες του Χατζηκώστα, αντίθετα με το ρεύμα, επιλέγουν μέσα στο ίδιο κλίμα αποχαύνωσης του κόσμου από την πλαστή ευμάρεια (που μόλις έχει αρχίσει να διαλύει η κρίση) και την συνεπακόλουθη ιδιώτευση, να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να ψάξουν για πράγματα που πολλοί γνωρίζουν αλλά δεν είναι πρόθυμοι να μιλήσουν γι’ αυτά. Πολλοί γνώριζαν το παρελθόν του νεκρού ιδιοκτήτη του ερειπίου στο «Βεράνι», ανθρώπου με σκοτεινό ρόλο στην κατοχή και στη χούντα αργότερα αλλά δύσκολα έβγαιναν τα λόγια. Ο δημοσιογράφος ήρωας ξεκινά από προσωπικό ενδιαφέρον να διερευνήσει το μυστήριο ενός σκελετού που βρέθηκε στο ερειπωμένο σπίτι και φτάνει, περνώντας μέσα από τα αρχεία δικαστηρίων και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε μία νευρολογική κλινική στην συμπρωτεύουσα. Δεύτερη έκδοση αυτή του διηγήματος – καλύτερα: νουβέλας- ξαναδουλεμένη με μεγαλύτερη προσοχή στη δομή και στις λεπτομέρειές του αλλά χωρίς αλλαγές στο μύθο σε σχέση με την πρώτη που παρουσιάστηκε στη συλλογή Δυτικά του Αλιάκμονα.

Πολλοί επίσης μπορεί να υποθέσει κανείς ότι είναι οι εμπλεκόμενοι στην δικαστική υπόθεση του «Ο μπογιατζής ήξερε πολλά!». Ο ήρωας, εισαγγελέας νεοδιορισμένος σε επαρχιακή πόλη αποφασίζει να ερευνήσει περισσότερο μια – φαινομενικά – υπόθεση ρουτίνας μετά από μια αναπάντεχη μαρτυρία. Το πολυδαίδαλο παραδικαστικό κύκλωμα που σταδιακά αποκαλύπτεται του θέτει πιεστικά διλλήματα, ωστόσο αρωγός στη λήψη των τελικών του αποφάσεων θα βρεθεί παλιός του καθηγητής. Αξιόλογη αστυνομική ιστορία και με περιθώρια εκτενέστερης ανάπτυξης σε δεύτερη έκδοση, όπως το «Βεράνι».

Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης και η Τρίτη αστυνομική ιστορία με τίτλο «Οι μέλισσες δεν είναι … κατοικίδια». Ο κάπως ύποπτος θάνατος από τσίμπημα σφήκας ή μέλισσας του πολιτικού μηχανικού Γιώργου Πεσίδη, φυσιολάτρη και ακτιβιστή ενάντια στην κατασκευή αιολικού πάρκου στη μικρή επαρχιακή του πόλη, οδηγεί την αστυνομικό αδελφή του σε μια έρευνα με αναπάντεχα ευρήματα. Και πάλι πολλοί γνωρίζουν ή υποψιάζονται τι έγινε αλλά ο φόβος. το συμφέρον ή η αδιαφορία κατασκευάζουν μια ιδιότυπη ομερτά, τόσο συνηθισμένη άλλωστε σε επαρχιακές πόλεις.

Η τρίτη ενότητα επιστρέφει σε μια προσφιλή για τον συγγραφέα θεματική κατηγορία, αυτή των κοινωνικών αγώνων και της πολιτικής ένταξης. Μνήμες της επταετίας και της μεταπολίτευσης με τη σφραγίδα μιας βιωματικής και ως ένα βαθμό αυτοβιογραφικής γραφής· μνήμες που μοιάζουν παράξενες στη σημερινή εποχή και κάπως γραφικές για τους νέους ανθρώπους. Αλλά, όπως μας θυμίζει και το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου που ερμήνευσε η Χάρις Αλεξίου το μακρινό 1979, «Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή». Έτσι στο πρώτο διήγημα της ενότητας ο ήρωας στο άκουσμα του πραξικοπήματος στην Τουρκία θυμάται το πραξικόπημα του Εβρέν το 1980, το πέρασμα του Γραμματέα της Κ.Ν.Τουρκίας από τη χώρα μας αλλά και το ρόλο του ίδιου ως οιονεί μεταφραστή στην ομιλία του τελευταίου. Αλλά βέβαια σε μια εποχή που όπως παρατηρεί και ο ήρωας έχει κυριαρχήσει «η προπαγάνδα για τη «γενιά της μεταπολίτευσης που είναι υπεύθυνη για όλα τα χάλια της χώρας μας» ποιος θα ακούσει αυτές τις ιστορίες και τι θα καταλάβει;

Αντίστοιχα και στο διήγημα «Τα τρυκ» το βάπτισμα του πυρός στην πολιτική δράση του ήρωα, μαθητή τότε, γίνεται με το πέταγμα αυτοσχέδιων προκηρύξεων ενάντια στη βασιλεία και με φόντο το δημοψήφισμα για την κατάργησή της. Εποχή απαγορεύσεων και αυστηρών κανόνων από την οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία πάνω σε μια γενιά νέων ανθρώπων που και το να γυρίσει κανείς μετά τις 10 το βράδυ ήταν μια πράξη επαναστατική (με κόστος πάντα…).

Τι πιθανότητες επιτυχίας έχει ένας αριστερός ομιλητής σε προεκλογική εκστρατεία μέσα σε χωριά που οι αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις κρατάνε ισχυρή και αμετάβλητη τη θέση τους από τα χρόνια της κατοχής; Και μάλιστα όταν την ίδια μέρα έχει επιλέξει να μιλήσει και ο κομματάρχης της περιοχής στο χωριό; Και όμως, αν ο ήρωας γνωρίζει έστω και λίγο πρόσωπα και πράγματα, πολλά μπορούν να γίνουν. Με τον ευρηματικό τίτλο «Και το μαλλί… “λάχανο”» ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι πολλές φορές η αμεσότητα και ο ξεκάθαρος πολιτικός λόγος μπορούν να υπερκεράσουν αγκυλώσεις και προκαταλήψεις δεκαετιών. Και ότι η εμφάνιση δεν είναι δείγμα πολιτικής ταυτότητας…

Η ενότητα κλείνει με το διήγημα «Το Η/Ζ», το ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος, δηλαδή γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, είδος πολυτελείας για μακρινά φυλάκια ως τα μέσα της δεκαετίας του 80. Η ζωή στο φυλάκιο του στρατού με τις στερήσεις και τις δυσκολίες της αλλά και η προσπάθεια για καλυτέρευση της ζωής που μόνο με αγώνα και επιμονή επιτυγχάνεται. Όπως και στο διήγημα «Μια Μεγάλη Πέμπτη στο χακί» από την πρώτη συλλογή του συγγραφέα, ο ήρωας επιμένει σε ένα εύλογο αίτημα και τελικά δικαιώνεται, κάτι διόλου αυτονόητο ειδικά στη στρατιωτική ζωή.

Η μορφή του πατέρα δεσπόζει στο τέταρτο μέρος της συλλογής, φόρος τιμής του συγγραφέα στη μνήμη του. Τον τόνο εδώ δίνει ως μότο το ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη με τον εύγλωττο τίτλο «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς». Επέλεξα κατ’ αναλογία ως τίτλο της ενότητας την αντίστοιχη της ποιητικής συλλογής του Θανάση Μαρκόπουλου Χαμηλά ποτάμια που τιτλοφορείται εξίσου χαρακτηριστικά «Ο πατέρας ανεβαίνει στο κάδρο». Ο πατέρας λοιπόν πρωταγωνιστεί σε τέσσερις ιστορίες με την πρώτη «Μπανάνες Chiquita» να περιγράφει το δύσκολο μεροκάματο του πατέρα από το πρωί ως το βράδυ με το φορτηγό που όμως έχει και τα τυχερά του για την οικογένεια και τη γειτονιά ολόκληρη όταν μοιράζει ένα φορτίο με ελαφρά χτυπημένες μπανάνες που προορίζονταν για πέταμα. Μια εποχή που ένα κιλό μπανάνες κόστιζε περισσότερο από ένα κιλό κρέας…

“Το κόκκινο φορτηγό” καταγράφει με χιούμορ την αγορά του φορτηγού από τον πατέρα μεσούσης της χούντας αλλά και την καχυποψία των αρχών για το …κόκκινο χρώμα του φορτηγού. Το καθεστώς έψαχνε παντού εχθρούς και η γελοιότητα τέτοιων υποψιών για φράσεις, χρώματα, τίτλους βιβλίων μοιάζει σήμερα αστεία όμως τότε δεν ήταν καθόλου. Ο πατέρας αναγκάζεται να βάλει δυο ελληνικές σημαιούλες δεξιά και αριστερά του αυτοκινήτου και όπως σχολιάζει ο συγγραφέα: το κόκκινο πλέον φορτηγό κυκλοφορούσε σαν στολισμένη φρεγάτα τα χρόνια εκείνα για να αποδεικνύει ότι η …βλακεία είναι ανίκητη!

Η ημέρα των γενεθλίων του πατέρα ήταν ξεχωριστή για το σπίτι. Ενώ η ονομαστική γιορτή περιλάμβανε τις εθιμοτυπικές επισκέψεις συγγενών και φίλων (που με τα χρόνια αραίωσαν), τα γενέθλια γιορτάζονταν με έξοδο της οικογένειας σε ταβέρνα (σπάνιο γεγονός για τα οικονομικά των περισσοτέρων οικογενειών την εποχή). Την ημέρα αυτή θυμάται και καταγράφει ο συγγραφέας στο διήγημα «Τα γενέθλια» και τη συνδέει με ένα κωμικό περιστατικό με τον γνωστό χιουμοριστικό του τρόπο.

Στο τελευταίο διήγημα “Πάντα να προσέχεις το δυναμό” βασικός ήρωας είναι ο συγγραφέας που τον Νοέμβρη του ’77 έχει μπει για καλά στην πολιτική δράση, μαθητής ακόμη. Και πάλι ο ήρωας προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε σχολείο, κομματική δουλειά και σπίτι με… αυστηρό ωράριο νυχτερινής επιστροφής. Όταν ένα χαλασμένο δυναμό αυτοκινήτου αναγκάζει τον ήρωα να επιστρέψει σπίτι μετά τα μεσάνυχτα (περίπου με έγκλημα ισοδυναμούσε κάτι τέτοιο), για πρώτη φορά ο πατέρας βάζει νερό στο κρασί του και περιορίζεται σε μια συμβουλή: «Να προσέχεις γιέ μου στη ζωή σου το δυναμό. Γιατί χωρίς αυτό και το πιο μεγάλο όχημα με τον πιο ικανό οδηγό μπορεί να σταματήσει»!

Με μεγαλύτερη από το παρελθόν θεματική ποικιλία και γραφή που συνεχώς βελτιώνεται, ο Αλέκος Χατζηκώστας προσφέρει μια τίμια και αξιόλογη συλλογή διηγημάτων που δεν πρόκειται να κουράσουν τον αναγνώστη αλλά τονίζουν, άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε πιο σοβαρά, έμμεσα ή άμεσα, ότι η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, για να θυμηθούμε τον Κ Μαρξ.