Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Μπούτας σημαίνει αγώνας!

Ο Π(αύλος) Ρ(ιζαργιώτης), ανταποκριτής μέχρι πρόσφατα του «Ριζοσπάστη» στη Λάρισα, ήταν παλιός γνώριμος με το Βαγγέλη Μπούτα. Έκαναν μαζί πολλά νυχτέρια στα μπλόκα των αγροτών. Συνόδευσε το Β. Μπούτα σε μια συγκινητική επίσκεψή του στο μπλόκο της Νίκαιας το Φλεβάρη του 2019. Και την επομένη του θανάτου του Β. Μπούτα ο Π.Ρ. σκιαγράφησε στο «Ρ» τη μορφή του σεμνού αγωνιστή.

 ***

Εβρεχε στον θεσσαλικό κάμπο σαν μαθεύτηκε το κακό νέο: Ο Μπούτας «έφυγε». Το περιμένανε. Η «κακιά αρρώστια» που τον βρήκε, και μαζί εκείνο το καταραμένο ατύχημα με το τρακτέρ, είχαν προδιαγράψει την εξέλιξη. Οταν το πρωτόμαθε για την αρρώστια, μου είχε πει: «Θα το παλέψω. Μπορεί στο τέλος να με νικήσει, αλλά δεν πρόκειται να του παραδοθώ αμαχητί». Το πάλεψε σκληρά και έπεσε μαχόμενος.

Αλλά και στην πολύχρονη διαδρομή του μέσα στο αγροτικό και γενικότερα το λαϊκό κίνημα, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του Μπούτα ότι θα μπορούσε να παραδοθεί αμαχητί. Αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι συνάδελφοι και συμμαχητές του. Κι όταν στα μπλόκα έρχονταν στιγμές που τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ, τον κοιτούσαν στα μάτια, έπαιρναν κουράγιο από το βλέμμα του και ρίχνονταν ακόμα πιο αποφασιστικά στη μάχη.

Και όταν στις συναντήσεις στα υπουργεία οι εκπρόσωποι των εκάστοτε κυβερνήσεων επιχειρούσαν να τα «μπουρδουκλώσουν», για να ξεγελάσουν και να εξαπατήσουν τον αγροτικό κόσμο, ήξεραν πως όσο ήταν εκεί ο Μπούτας αυτό δεν θα περνούσε.

Μπούτας σημαίνει αγώνας.

Αγώνας πάντα και παντού, για το δίκιο του αδικημένου, για τα δικαιώματα του κατατρεγμένου, για τα όνειρα του φτωχού. Για το λαό.

Αγώνας για το σήμερα και το αύριο. Από το να πάρει ο αγρότης μια δραχμή παραπάνω για το στάρι που πούλησε στον έμπορο, μέχρι το να συνειδητοποιήσει ο ξωμάχος της υπαίθρου πως η θέση του είναι δίπλα στον εργάτη, σε κοινό αγωνιστικό μετερίζι για την κοινωνική αλλαγή, τη σοσιαλιστική – κομμουνιστική κοινωνία.

Αγώνας συνεχής, επίμονος, υπομονετικός.

Ο ίδιος έδινε πρώτος το προσωπικό παράδειγμα. Στη διάρκεια των προετοιμασιών μιας κινητοποίησης, βρισκόταν κάθε μέρα σε κάποιο χωριό, μιλώντας στα καφενεία με τους απλούς ανθρώπους, στη δική τους, τη χωριάτικη γλώσσα, απλά και κατανοητά, χωρίς φιοριτούρες και περικοκλάδες, δίχως προκλητικές ισχυρογνωμοσύνες και αχρείαστους εγωισμούς. Σαν ξεκινούσε η κινητοποίηση, ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή, ηγείτο, χωρίς όμως να θέλει να ξεχωρίζει. Πάντα ένα με τους συναγωνιστές του.

Κι όταν, πολλές φορές, η μικρή συμμετοχή στην αρχή μιας κινητοποίησης, η προσωπική κούραση κάποιων, ή η απογοήτευση επηρέαζαν ακόμα και πεπειραμένους αγωνιστές, ήταν η δική του παρέμβαση που άλλαζε το κλίμα.

Τον θυμάμαι πολλές φορές, σε συσκέψεις που οργάνωσε η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, να λέει: «Μη σκιάζεστε μωρέ, πάντα όταν ξεκινάμε είμαστε λίγοι και μετά γινόμαστε πιο πολλοί, δυναμώνουμε». Και όταν η αστυνομική βία και οι δικαστικές διώξεις αγρίευαν, εκείνος έλεγε, με εκείνο το αυθεντικό, βαθιά λαϊκό και σοφό χιούμορ του: «Κανένας δεν θα μας τρομοκρατήσει. Τέσσερις με τον παπά να μη μας πάρουν, τους χωροφύλακες δεν τους φοβόμαστε».

Στον Μπούτα καθρεφτίζονταν η πλατιά αναγνώριση, η εκτίμηση και η εμπιστοσύνη όλων των αγροτών στο πρόσωπο του κομμουνιστή που γίνεται ηγέτης στο χώρο του. Ανεξαρτήτως, μάλιστα, πολιτικών πεποιθήσεων και κομματικών προτιμήσεων του καθενός. Ολοι αναγνώριζαν τις ιδιαίτερες ηγετικές του ικανότητες, τις οποίες άλλωστε είχε επιδείξει και αποδείξει πάμπολλες φορές στη διάρκεια των αγώνων.

Οταν, εκείνες τις μακρές νύχτες στις σκηνές των μπλόκων, αντάλλασσαν μαζί του σκέψεις, ανησυχίες και ελπίδες, ένιωθαν ότι έχουν να κάνουν με έναν 100% έμπιστο άνθρωπο. Που δεν θα τους έλεγε ποτέ ψέματα, που δεν θα έκανε τίποτα για προσωπικό του όφελος, που δεν επρόκειτο ποτέ να τους ξεγελάσει, να τους προδώσει.

Δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου η συγκινητική υποδοχή που του επιφύλαξαν οι αγρότες, όταν βαριά άρρωστος και στηριζόμενος από το γιο του, τον Θωμά, τους επισκέφτηκε στις σκηνές του Μπλόκου της Νίκαιας.

Γνώριζαν όλοι πολύ καλά ότι ο Μπούτας ήταν στέλεχος του ΚΚΕ, ένας ακλόνητος, αταλάντευτος κομμουνιστής. Δεν θα έκανε ποτέ και χάριν ουδενός εκπτώσεις στην κομμουνιστική ιδεολογία του. Δεν θα παζάρευε ποτέ τα κομμουνιστικά ιδανικά του. Δεν θα έκανε ρούπι πίσω από την πολιτική του ΚΚΕ για το αγροτικό κίνημα, το παρόν και το μέλλον της αγροτιάς. Αυτό ήταν καθαρό και αδιαπραγμάτευτο εξαρχής.

Από τότε, τη δεκαετία του ’90, που συμμετείχε στη θρυλική Πανθεσσαλική Συντονιστική Επιτροπή (ΠΑΣΕ), μαζί με άλλα τέσσερα στελέχη του ΚΚΕ, τους αείμνηστους Γιάννη Πατάκη και Μήτσο Πολύζο, όπως και τους Σπύρο Τσιοτινό και Γιώργο Νταφούλη.

Ηταν αυτή ακριβώς η κομμουνιστική συνέπεια που τον έκανε ακόμα πιο αγαπητό, όχι μόνο σε όσους αναγνωρίζουν και εκτιμούν την πολιτική του ΚΚΕ και τη μεγάλη συμβολή του στους αγώνες, αλλά ακόμα και σε πολλούς διακηρυγμένους πολιτικούς αντιπάλους του. Αυτή η ιδιότητά του εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από το λαό της περιοχής του και όταν αναδείχθηκε πρόεδρος Κοινότητας στη γενέτειρά του, τη Μητρόπολη, και υποψήφιος νομάρχης Καρδίτσας και περιφερειάρχης Θεσσαλίας, και όταν εξελέγη βουλευτής του Κόμματος στην Καρδίτσα.

Βαγγέλη, ξέρω πως και την πόρτα του Αδη θα την περάσεις γελαστός, με εκείνο το παλιοτσίγαρο που ποτέ δεν έσβηνε στα χείλη. Τα δέοντα σε όσους πέρασαν από τούτο τον κόσμο αφήνοντας ένα «καλό αποτύπωμα»…

Π. Ρ.