Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά

Η έκδοση αυτή δημιουργήθηκε με αφορμή την έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ με εικαστικές μαρτυρίες για τις φυλακές και τις εξορίες.
Οι εικαστικές δημιουργίες στις φυλακές και στις εξορίες φιλοτεχνήθηκαν σε συνθήκες ωμής κρατικής βίας, σωματικών και ψυχικών βασανιστηρίων.
Αυτές οι εικαστικές δημιουργίες αποτελούν ιστορικά τεκμήρια, φανερώνοντας πως η τέχνη δεν προορίζεται να διακοσμεί σαλόνια, αλλά ξεκινά και καταλήγει στον ίδιο τον άνθρωπο, παίρνει θέση και γίνεται όπλο στα χέρια των δημιουργών και του λαού.
Επίσης, το έργο και το αγωνιστικό παράδειγμα των εικαστικών δημιουργών αναδεικνύει και το σκοπό των διώξεων, που δεν ήταν άλλος από τη διασφάλιση του καθεστώτος της εκμετάλλευσης.

info Ατέχνως

Τα επί μέρους κεφάλαια του λευκώματος (αν μπορούμε να τα ονομάσουμε έτσι, είναι τα εξής:)

  1. Εισαγωγή

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων | εμείς καθόμασταν τα βράδια
και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου
.

 Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.
|>     Τάσος Λειβαδίτης

Οι εικαστικές δημιουργίες στις φυλακές και στις εξορίες φιλοτεχνήθηκαν σε συν­θήκες ωμής κρατικής βίας, σωματικών και ψυ­χικών βασανιστηρίων.
Αποτυπώνουν αυτήν τη βία, αλλά και την αντίσταση ενάντιά της, αποτυ­πώνουν την προοπτική του αγώνα για έναν κα­λύτερο κόσμο.
Αποτελούν ιστορικά τεκμήρια, με σημαντική εικαστική αξία, φανερώνοντας πως η τέχνη δεν προορίζεται για να διακοσμεί σαλόνια, αλλά ξεκινά και καταλήγει στον ίδιο τον άνθρωπο, παίρνει θέση και γίνεται όπλο, μέσω της διεισδυτικότητάς της, στα χέρια των δημιουργών και του λαού.

Οι φυλακισμένοι κι εξόριστοι εικαστικοί καλ­λιτέχνες, αλλά κι εκατοντάδες άλλοι αυτοδίδακτοι αγωνιστές πήραν τη θέση τους στο πλευρό των αγώνων του λαού μας μέσω της στάσης ζω­ής τους, αλλά και της τέχνης τους.
Πλάι στους φυλακισμένους κι εξόριστους στάθηκαν κι εκα­τοντάδες άλλοι εικαστικοί, που μέσα από το έρ­γο τους αποτύπωσαν επίσης το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο, κατήγγειλαν μέσω της τέχνης τους τα βασανιστήρια, τις δύσκολες συνθήκες στους τόπους κράτησης κι εξορίας, εξέφρασαν την αλληλεγγύη στους διωκόμενους και στις οικογένειές τους, αποτύπωσαν το μπόι του λαού εκείνου που «δε δουλώνει – δεν απογράφει», αλλά αντιστέκεται, παλεύει.

Οι αγωνιστές έλεγαν πως, «αν δεν καταλά­βαινες γιατί σ’ έφεραν εδώ, δεν μπορούσες ν’ αντέξεις». Η πίστη στο δίκιο του αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση μεταπλάστη­κε σ’ έργο αντίστασης, διαμαρτυρίας, καταγγε­λίας, ελπίδας και προοπτικής ότι θα βγουν νι­κητές από την κόλαση.

Ακόμα και τα πιο απλά δημιουργήματα απο­τυπώνουν πολλά περισσότερα από εκείνα που δείχνουν.

Το έργο και το αγωνιστικό παράδειγμα των εικαστικών δημιουργών αναδεικνύει και το σκο­πό των διώξεων, που δεν ήταν άλλος από τη δι­ασφάλιση του καθεστώτος της εκμετάλλευσης.
Όπως γράφει κι ο Μπρεχτ: «Βασανιστήρια γί­νονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας

Σκίτσο Σικελιώτη

Σκίτσο του Γιώργου Σικελιώτη.


2. Πρώτες διώξεις
και εικαστικές καταγγελίες
3. Κατοχή και Δεκέμβρης
του 1944
4. Στα σύρματα των ερήμων της
Αφρικής και της Μέσης Ανατολής
5. 1945-1946
Λευκή Τρομοκρατία
6. 1946-1949
Μονάχα η απόφαση
δε λιγόστεψε …
7. Με το βλέμμα των δημιουργών…
8. 1950-1966: Και φέτος η Πρωτοχρονιά
στη φυλακή με βρίσκει
9. Η καρδιά μου
στην Ελλάδα τουφεκίζεται
10. Δικτατορία 1967-1974


Μην καρτεράτε
να λυγίσουμε …

Αποτελεί προσφορά πρώτου μεγέθους η ανυποχώρητη στάση όλων όσοι άντεξαν αλύγιστοι σε πείσμα της πολύμορφης κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής.
Το παράδειγμά τους μεταφέρει πείρα αντοχής σε όλες τις συνθήκες.
Το έργο των εκατοντάδων γνωστών και άλλων δημιουργών αποτελεί πηγή γνώσης, πολλές φορές μοναδική, αποτελεί και σήμερα κραυγή ενάντια σε όσους επιχειρούν να εξισώσουν τους θύτες με τα θύματα, ξαναγράφοντας την Ιστορία, διαστρεβλώνοντας την επιστημονική αλήθεια.
Αποτελεί πάνω απ’ όλα πηγή έμπνευσης για σύγχρονους δημιουργούς, συμβάλλει στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για ζητήματα αισθητικής, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων και την αδιάρρηκτη διαλεκτική σχέση της μορφής με το περιεχόμενο.
Αποτελεί για τους δημιουργούς του σήμερα κίνητρό για να θέσουν το ταλέντο τους στον αγώνα για σύγχρονα δικαιώματα και κατακτήσεις.

Μην καρτεράτε
Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ,
πάρα πολύ αγαπήσει
.
|>       Φώτης Αγγουλές

Ξεχωριστή η ιστορία της Αλίκης Τσουκαλά.

Η Αλίκη δικάστηκε μαζί με άλλα στελέχη του ΚΚΕ στη Χαλκίδα, όπως τον Τάκη Φίτσιο (από τα ιδρυτικά μέλη του Κόμματος) και τον Γιάννη Χριστοφορίδη (καπετάνιο του καϊκιού που βοήθησε στην απόδραση των αξιωματικών από τη Νάξο).
Η δίκη στο έκτακτο στρατοδικείο έγινε τον Μάρτη 1948.
Στις προτροπές του στρατοδίκη να ακούσει τα παρακάλια του πατέρα της και να αποκηρύξει το ΚΚΕ, για να σώσει τη ζωή της, απάντησε
«Αν κάποιον αποκηρύσσω αυτός είναι ο πατέρας μου».

Τσουκαλά Τάσσος 4πτυχο

Οι ξύλινες πλάκες της «Αλίκης Τ.» (Α. Τάσσος)

Θέμα του έργου είναι η ιστορία της Αλίκης, της 20χρονης αντάρτισσας, που το 1949 στην αυγή της ζωής της εκτελέστηκε ως συμμέτοχη σε «κομμουνιστική σκευωρία» μαζί με στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Το έργο εκφράζει τις διαδρομές της σκέψης της, όπως μας τις άφησε στα τελευταία συνταρακτικά γράμματά της από τη φυλακή.

«Δεν φανταζόμουν ποτέ πως
τόσο πολύτιμη κι ωραία είναι η ζωή.
Αν μπορούσε κανείς να μου το πει πρωτύτερα,
και να τον πιστέψω,
θα πρόσεχα πολύ στο πέρασμά της.
Θα ήταν κάθε μου βήμα και ύμνος προς αυτήν
».

Το έργο εκτέθηκε το 1964 στην ιστορική γκαλερί «Ζυγός» μαζί με το τρίπτυχο «Λεπτομέρεια εμφυλίου πολέμου (Επιτάφιος) 1961» (που κι αυτό παρουσιάστηκε στην έκθεση και αποτελούν τα πρώτα έργα καταξίωσης στην ελληνική τέχνη του αγώνα του ΔΣΕ).

Αλίκη Τσουκαλά

Η Αλίκη γεννήθηκε στο Καρπενήσι στις 26 Μαΐου 1928.
Ο πατέρας της Γιώργος, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής, στενός φίλος του Κώστα Βάρναλη (ΣΣ |> κατά σύμπτωση πέθανε την ίδια μέρα με εκείνον) εντάσσεται στο ΕΑΜ.
Η Αλίκη κορίτσι -πιθανά λόγω DNA, χαρισματικό και σαν τα κρύα νερά, με έφεση σε λογοτεχνία και μουσική δεν προκάνει να σπουδάσει: ΕΠΟΝίτισα από τα πρώτα χρόνια κάνει όνειρα για την επόμενη μέρα με το λαό αφέντη στον τόπο του.

Η Βάρκιζα τη βρίσκει μέλος του ΚΚΕ– γλυτώνει τα βόλια των εγγλέζων το Δεκέμβρη του 44 και ζει όλη την τρομοκρατία του αστικού κράτους, ελεύθερη αλλά στην παρανομία.
Έρχεται το 1949, με τα μεγάλα χτυπήματα στην ΚΟΑ του ΚΚΕ: πιάνουν την ίδια λίγο μετά και τον πατέρα της με τον οποίο πλέον οι δρόμοι τους χωρίζουν για πάντα:
Το όνομα της Αλίκης γράφεται με χρυσά-κόκκινα γράμματα στον κατάλογο των αλύγιστων της ταξικής πάλης και του πατέρα σ’ αυτούς που δεν άντεξαν, στους δηλωσίες
Ακολουθεί στρατοδικείο στην Χαλκίδα (15η Μάρτη 1949 –βλ παραπάνω) με τον πατέρα της σχεδόν τρελό να περιφέρεται με εικόνες και ευαγγέλια και την ίδια περήφανη με το κεφάλι ψηλά, ψύχραιμη και αγέρωχη να περιφρονεί τους δημίους έτοιμη για το εκτελεστικό απόσπασμα.

Λίγες μέρες μετά η Αλίκημόλις 21 ετών, πέρασε στην αθανασία μαζί με τον Τάκη Φίτσιο και άλλους 6 αγωνιστές –το ημερολόγιο έγραφε 16 Απριλίου 1949

Ατέχνως infoΣημειωματάριο Αλίκης Τσουκαλά

(«κεφ» 6. 1946-1949 – Μονάχα η απόφαση δε λιγόστεψε … [σελ46-47]

Δε φανταζόμουνα ποτέ πως τόσο πολύ­τιμη κι ωραία είναι η ζωή. Αν μπορούσε κανείς να μου το πει πρωτύτερα, και να τον πιστέψω, θα πρόσεχα πολύ στο πέ­ρασμά της. Θα ήταν κάθε μου βήμα και ύμνος προς αυτήν.
(Να, τώρα γιατί μου ήρθε στο νου μια σκηνή απ’ τον Σοπέν κι ακόμα η μελωδία του αθάνατου Μπετόβεν στη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως»; Αχ, πόσο θα ‘θελα ακόμα μια φορά να τ’ ακούσω απ’ τις γλυκόλαλες χορδές του πιάνου μου, χαμένο κι αυτό πια τώρα)
Θα πρόσεχα το κάθε φύλλο που σειό­ταν απ’ τ’ αγέρι και που τόση ζωή κλειούσε μέσα του. Κάθε μου βήμα θα ήταν κι ένα προσκύνημα -τέτοια προσκυνήματα έκανα πάντα, όμως μόνο με αισθήματα- κι ούτε ένα μυρμήγκι δε θα πέθαινε κάτω απ’ το πέλμα μου. Θα έμενα ξάγρυπνη τις νύχτες για να είχα τώρα ζήσει διπλή τη μικρή μου ζωή (αλήθεια, δεν έκλεισα ακόμη τα εικοσιένα μου χρόνια…).

Να, απόψε είναι το τελευταίο βράδυ για πέντε ανθρώπους, που επί είκοσι δύο μέρες ανάσαιναν πλάι μου -κι αύριο δε θα υπάρχουν, η ζωή όμως θα κυλάει αδι­άφορη για άλλους. Ίσως να ‘ναι κι η δι­κή μου στερνή νύχτα… Τούτες τις τελευταίες μέρες πρόσεξα όλους τους ήχους. Ένιωσα ως μέσα στην καρδιά μου τα μηνύματα της άνοιξης που έρ­χεται και που θα είναι η τελευταία της λιγόχρονης ζωής μου.
Ακούω από πάνω μου τα βήματα των μελλοθάνατων… το βήχα τους… κι αυτή τους την παράξε­νη για μένα ευθυμία. Γιατί πεθαίνουν;
Ζήσαν τόσο πολύ, για να είναι ευχαριστη­μένοι με το θάνατό τους; Τότε τι νόημα έχει η ζωή; Αλήθεια, κι εμένα γιατί να με σκοτώσουν; Πως δε μ’ αφήνουν να εκ­πληρώσω το μεγάλο μου προορισμό σα γυναίκα στη ζωή; Γιατί δε μ’ αφήνουν να γνωρίσω το μεγάλο συναίσθημα της μητρότητας και τη μεγάλη στιγμή της φύσεως; Ήθελα να, κι εγώ να στήσω νοικοκυ­ριό, να γεννήσω παιδιά, να τα φροντίζω -να μου αρρωστήσουν και να ξαγρυπνώ πάνω από την κούνια τους.
Ακόμα ήξε­ρα και πώς να τα ντύνω -κι ακούστε: Εί­χα ακούσει την αδύνατη φωνούλα τους, να προσπαθούν να ταιριάξουν τις πρώ­τες λεξούλες που θα τα συνέδεαν με τη ζωή.
Θα τα μάθαινα πολύ μικρά ν’ αγα­πούν τη μουσική και να ‘ναι πάντα διψασμένα για μάθηση. Θα τους έβαζα διπλά μαξιλάρια στο σκαμνάκι του πιάνου για να φτάνουν τα μικρά τους ροδοδάχτυ­λα τα πλήκτρα. Ω!… τι αστεία που θα εί­ναι τα μουτράκια τους όταν θ’ ακούσουν τον πρώτο ήχο… ίσως τρομάξουν κιό­λας. .. Τι γέλια που θα κάνουμε με τον μπαμπά τους… Θέλω να πω πώς θα κά­ναμε αν ζούσα κι αν ήταν όλα έτσι όπως τα φαντάστηκα… Απόψε ίσως να ‘ταν η τελευταία δύση που θαύμασα.

Μελλοθάνατη

Απόψε, αγαπημένοι μου, πρέπει να κοιμηθούν τα όνειρά μου. (Ακούω το σκοπό να λέει πως είναι δέ­κα παρά τέταρτο -και μένουν τόσες λί­γες ώρες ως το πρωί… Πόσο βιάζεται ο Χρόνος…)

Δίπλωσε, χρόνε, δίπλωσε
τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές μην τρέχετε,
σταθήτε μια στιγμή…

Τι αισθανόταν ο Λαορτίνος την ώρα που συνέθετε τούτους τους στίχους…

(…) Πολυαγαπημένοι μου, εσάς που τό­σο πολύ πόνεσα τις τελευταίες δύσκο­λες μέρες, ζητώ από σας, ως τελευταία μου χάρη, όχι ν’ αγνοήσετε το θάνατό μου, γιατί αυτό δεν είναι ανθρώπινο, αλ­λά να βοηθήσετε ο ένας τον άλλον, όσο μπορείτε, να μου δώσετε ψεγάδια, για να ‘ναι ευκολότερο να με ξεχάσετε…
Μην προσπαθήσετε να φανταστείτε την εικό­να του τόσο αλλόκοτου θανάτου μου -γιατί ούτε κι εγώ προσπάθησα να κά­νω… Εκείνη τη στιγμή ίσως φοβηθώ λι­γάκι, γιατί δεν έχω ξαναπεθάνει και δεν ξέρω πώς θα είναι… -είναι φυσικό.
Λυπούμαι μόνο που θα είναι ελληνικές οι σφαίρες που θα σταματήσουν τη ζωή μου -και γι’ αυτό θα πρέπει κι εσείς να λυπηθείτε και να κλάψετε…

Υπάρχουν πολλές πιθανότητες να με πάρουν κι εμένα το πρωί, κι όμως δε νιώ­θω καμιά νευρικότητα μέσα μου. Έτσι λοιπόν ήρεμα θα ‘ρθει ο θάνατος; Θέλω τόσο πολύ να ζήσω… Γιατί λοιπόν δεν εξανίσταται το είναι μου ολόκληρο στην προσμονή του χαμού μου;…
Είμαι τόσο μικρή ακόμη. Τι κακό μπο­ρούσα να κάνω στην πατρίδα για να με αποκαλούν προδότη; Γιατί δε μ’ αφή­νουν να τελειώσω τις σπουδές μου, να μπορέσω τότε να βοηθήσω κι εγώ με τις μικρές μου γνώσεις την Ελλάδα σ’ αυ­τό το αιώνιο πνευματικό ανέβασμά της;

9.4.49 (Σάββατο)
Πέρασε κι αυτή η αυγή. Ζουν κι οι πέ­ντε ακόμα… Αύριο είναι Κυριακή -δεν εκτελούν.
Τη Δευτέρα την αυγή θα περι­μένω πάλι…
10.4.49 (Κυριακή 12 1/2 νύχτα)

Λίγες ώρες μένουν ως που να φέξει. Δε μας απομόνωσαν εμάς, ίσως να μην εί­μαστε αύριο με τους άλλους. Θέλω την τελευταία στιγμή ν’αφήσω τα γράμματα για το σπίτι…
|                   
Αλίκη

ℹ️ ℹ️

Εκδότης |> ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
ISBN |> 978-960-451-333-8
Σχήμα 22×22 <|> Σελίδες 72
Μάρτιος 2020

Η ποιήτρια, Ρίτα Μπούμη – Παππά έγραψε ποίημα με τον τίτλο «Αλίκη».

Πώς να πεισθούν όσοι πολύ μ’ αγάπησαν
πως νίκησα πεθαίνοντας όλους μου τους εχθρούς
πως εκυρίεψα τα φρούριά τους
πως δεν φοβήθηκα τους κεραυνούς των ντουφεκιών
πως χάρισα το πιο γλυκό χαμόγελο
στα φανταράκια που με σημαδεύαν
λίγο πιο έξω από τη Χαλκίδα;

ΣΣ |>
Ο Γιώργος Τσουκαλάς ελεύθερος, αλλά ζωντανός-νεκρός (τον αποκήρυξε όλη του η οικογένεια) έζησε μόνος σε ένα υπόγειο στο κέντρο της Αθήνας, σέρνοντας για 25 ολόκληρα χρόνια ένα άψυχο κορμί
Πέθανε τυφλός σε γηροκομείο το 1974.

Έγραψε για την χαμένη κόρη του το «Ρουμελιώτικο μοιρολόι»
Αγόρια στήστε το χορό, κορίτσια τραγουδείστε
και σεις παιδιά μου αδέρφια της, κρατείστε τον καημό σας.
Τώρα είναι Απρίλης κι άνοιξη, τώρα είν’ καημός για νιάτα
τώρα το μνήμα της ανθεί γιομάτο παπαρούνες.
Μάνα της πιάσου στο χορό, και συ αδερφέ της πρώτος
και σεις πικραδελφούλες της, φέρτε ένα γύρο ακόμα
κι εγώ ένα ρουμελιώτικο σκοπό θα τραγουδήσω
τραγούδι απ’ την πατρίδα μου κι απ’ την καρδιά μου μέσα.