• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» – Οι πρωταγωνιστές «αλλαξοπιστούν» μετά την πρώτη έκδοση (Μέρος 2ο)

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Μ. Καραγάτσης, όντας ένας αστός λογοτέχνης, τον οποίο, όμως, ποτέ δεν κέρδισε ολοκληρωτικά η τάξη του. Ως νέος, επηρεασμένος από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, δείχνει συμπάθεια στις μαρξιστικές ιδέες και στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Μια συμπάθεια, που μοιάζει με αυτή του καθηγητή της Σχολής κ. Αλευρά. Αυτόν που ο ίδιος ο Καραγάτσης γράφει ότι είναι «ανώδυνα θεωρητικός συμπαθών προς το ρωσικό ‘’πείραμα’’, από το οποίο αυτός δεν είχε τίποτα να διακινδυνέψη προσωπικά».

Στην Κατοχή προσεγγίζει για λίγο το ΕΑΜικό κίνημα. Γράφει μάλιστα και στο κατοχικό περιοδικό «Πρωτοπόροι» με το ψευδώνυμο ως Χρήστος Νεζερίτης. Μετά την απελευθέρωση τοποθετείται στο αντιΕΑΜικό – αντικομουνιστικό στρατόπεδο Χωρίς η δράση – στάση του να ταυτίζεται με κείνη του Μυριβήλη. Στον εμφύλιο ο ήταν πολεμικός ανταποκριτής της κυβερνητικής εφημερίδας «Βραδυνή».

Στη δεκαετία του 1950 πολιτεύεται σε δύο εκλογικές διαδικασίες (1956 και 1958) με το Κόμμα των Προοδευτικών (Σπ. Μαρκεζίνης). Ο αδελφός του είναι συνεχώς βουλευτής, υπουργός και σχεδόν «μόνιμος» πρόεδρος της Βουλής (πρ΄πρώτα με το Συναγερμό του Παπάγου και σε συνέχεια με την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή). Σίγουρα αν ήθελε θα μπορούσε να έχει άλλη πολιτική σταδιοδρομία.

Οι δυο εκδοχές

Η σημαντικότερη αλλαγή στο «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» είναι στη σκηνή επίσκεψης της κόρης του. Δεκατέσσερα χρόνια μετά από την Επανάσταση ο Λιάπκιν δέχεται την επίσκεψή της. Μέχρι τότε δεν ξέρει αν η κόρη του ζει ή πέθανε.

Στις εκδόσεις μετά το 1955 ο βιαστής της Λούμπα είναι ο επικεφαλής των στρατιωτών και φορά κόκκινο περιβραχιόνιο. Παρουσιάζει την κόρη ως κυνική και υποκρίτρια για να πετύχει το σκοπό της, που είναι να δραπετεύσει από τη Σοβιετική Ένωση. Έτσι, μετά από πολλούς εραστές βρίσκει τον κατάλληλο αξιωματούχο, που υποκρίνεται και αυτός τον κομμουνιστή για να πετύχει τον ίδιο σκοπό. Τελικά, τα καταφέρνουν. Ο άντρας τοποθετείται στην Εμπορική Αντιπροσωπεία της ΕΣΣΔ στην Αθήνα και το ζευγάρι μπορεί, πλέον, να χαρεί την ελευθερία του, αφού έχει φροντίσει να εξασφαλίσει την οικονομική αποκατάστασή του. Στην εκδοχή αυτή τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος παρουσιάζονται ως μέθυσοι και απορρυθμισμένες προσωπικότητες.

Στην πρώτη έκδοση οι ίδιες σκηνές εξελίσσονται διαφορετικά: Η χαρά του Λιάπκιν είναι μεγάλη, στη συνάντηση με την κόρη του. Όταν, όμως, ακούει πως είναι κομμουνίστρια και, μάλιστα, με τη θέλησή της τα συναισθήματά του αλλάζουν. «Ο Λιάπκιν σιωπούσε. Μια δυνατή ρυτίδα έκοβε το μέτωπό του, ενώ τα μάτια του κυτούσαν μ’ επιμονή το χώμα».

Το σχετικό απόσπασμα από την πρώτη έκδοση έχει ως εξής (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, σελ. 160-162):

Ο πύργος λεηλατήθηκε από τους χωριάτες. Η Λούμπα δοκίμασε άθελά της τον έρωτα δυο τριών από αφτούς τους προλετάριους. Σαν έφυγε η ορδή, ξαναβρέθηκε μόνη της στο γυμνό σπίτι. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα στις μεγάλες κάμαρες. Είχαν σπάσει τα τζάμια των παραθυριών κι ο ψυχρός αέρας του Οχτώβρη έμπαινε ανενόχλητος από παντού. Προσπάθησε να σκεφτεί με ψυχραιμία την κατάσταση. Το κονάκι δεν μπορούσε να θεωρηθεί πια σπίτι. Ούτε ένα κομμάτι ψωμί δεν υπήρχε πια στο κελάρι. Διόλου απίθανο οι βιαστές της να της άφησαν στην κοιλιά ένα παιδί. Το ποτάμι κυλούσε δίπλα. Μια μικρή προσπάθεια κι όλα τέλειωναν. Μα η Λούμπα αγαπούσε τη ζωή. Τυλίχτηκε στο πανωφόρι της και πήρε δρόμο το δρόμο του χωριού.

Στο καφενείο συνεδρίαζε το σοβιέτ. Οι σύνεδροι, μεθυσμένοι, ούρλιαζαν τις ανύπαρχτες πεποιθήσεις τους. Σε μια γωνιά ο πρώτος βιαστής της – ένας εικοσιποεντάχρονος μουζίκος – αδιαφορώντας για τα ζητήματα του προλεταριάτου, εχάιδεβε μια χωριάτισα, που καθόταν στα γόνατά του.

Η Λούμπα τον πλησίασε και τον άρπαξε απότομα από τον ώμο.

Άκου! Του είπε. Μου πήρες το ψωμί μου, μ’ άφησες να πεθάνω της πείνας, και έχω το σπόρο σου μέσ’ την κοιλιά μου! Έχεις την υποχρέωση να με προστατέψεις! Είμαι γυναίκα σου!

Ο χωριάτης την κυτούσε με ορθάνοιχτα μάτια, μην καταλαβαίνοντας. Και σαν κατάλαβε, την πήρε από το χέρι και την πήγε στην καλύβα του.

Έζησαν δυο χρόνια μαζί. Στο αναμεταξύ η Λούμπα γένησε το παιδί της, το Πάβελ, που υποθέτει πως ήταν γιος του πρώτου εραστή της. Κατόπι τον άφισε, και πήγε στο Καζάν, όπου εργάστηκε σε κάποιο δημόσιο γραφείο. Διάλεγε πάντα εραστές κομμουνιστές και έτσι ήταν ήσυχη. Προ τριών χρόνων γνώρισε το σημερινό άντρα της. Λεγόταν Δημήτρης Φόμιτς Μαρκώφ και ήταν ανώτερος υπάλληλος της Εμπορικής Υπηρεσίας. Λίγον καιρό μετά τη γνωριμία τους, επαντρέφτηκαν. Ήταν ο πρώτος εραστής, που γινόταν άντρας της. Την περασμένη άνοιξη ο Μαρκώφ διωρίστηκε στην Εμπορική Αντιπροσωπεία των Αθηνών, όπου τυχαία η Λούμπα έμαθε την ύπαρξη του πατέρα της, από κάποιο γεωπόνο. 
(…)

Ώστε είσαι γυναίκα κομμουνιστή; είπε ο Λιάπκιν.

Η Λούμπα χαμογέλασε.

Κάτι παραπάνω. Είμαι μέλος του κομμουνιστικού κόμματος,

Μα τώρα, που κατόρθωσες να βγεις από τη Ρωσία, δε θα ξαναγυρίσεις βέβαια!

-Γιατί; Δεν με καταλαβαίνετε! Δεν είναι η ανάγκη που μέκανε να γραφτώ στο κόμμα. Είμαι πραγματικά κομμουνίστρια.

Ο Λιάπκιν ξαφνιάστηκε.

Είσαι μαζί μ’ αφτούς τους δολοφόνους;

Όχι μεγάλα λόγια πατέρα, απάντησε η Λούμπα. Πιος λίγο, πιος πολύ, όλοι είμαστε δολοφόνοι. Όσο για τις ανακρίβειες που γράφουν οι αστικές εφημερίδες για τη Ρωσία, δεν αξίζει να γίνεται λόγος. Μα ας αφίσουμε αυτό το ζήτημα…

Ομαδικός αναπροσανατολισμός

Και οι απόψεις – τοποθετήσεις των Ρώσων εμιγκρέδων απέναντι στην Επανάσταση είναι διαφορετικές.

Στις μετά το 1955 εκδόσεις η παρέα των Ρώσων εμιγκρέδων, που μένει στη Λάρισα, είναι νοσταλγοί του τσαρικού καθεστώτος. Ο στρατηγός Αρκάνωφ βαθιά αντικομμουνιστής. Θα πήγαινε στη Ρωσία μόνο αν επρόκειτο να τον εκτελέσουν. «Μη μου πήτε όμως πως, αν προσχωρήσω στο καθεστώς σας, θα μου χαρίσετε τη ζωή και θα με γεμίσετε με τιμές. Στο στρατό σας, αυτό το όργανο παγκόσμιας επιβολής ενός αντιανθρωπιστικού φανατισμού, δε θα υπηρετούσα ποτέ».

Ο λοχαγός Καρζίνιν, επίσης, νοσταλγός του τσάρου και υπερ της αποκατάστασής του. Το ίδιο και ο Ιζλετσένιεφ. Ο Λιάπκιν, φανατικός αντικομμουνιστής, καταδικάζει τη φεουδαρχία και το τσαρικό καθεστώς και θέλει ως προοπτική για τη Ρωσία μετά την πτώση των μπολσεβίκων μια δημοκρατία σαν αυτή της Ελλάδας. Ο Ιγκόλκωφ προσβλέπει σε μια βασιλευόμενη δημοκρατία τύπου Αγγλίας. Ο μουσικός Γκβόστίκιν πιο βολεμένος και αδιάφορος:

– Εγώ είμαι καλλιτέχνης. Φεύγοντας απ’ τη Ρωσία δεν άφησα κανένα υλικό αγαθό. Βγάζω το ψωμί μου στην Ελλάδα δουλεύοντας. Γιατί δεν θα το βγάλω και στη Ρωσία;

– Θα το βγάλης και με το παραπάνω, του αποκρινόταν ο Λιάπκιν. Οι μπολσεβίκοι καλοπληρώνουν τους καλλιτέχνες. Μα, εξόν απ’ το ψωμί και χαβιάρι, τι άλλο γυρεύεις να βρης στη σημερινή Ρωσία;

– Την παιδική μου καρδιά, που την άφησα εκεί κάτω….
(«Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν», Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 24η έκδοση 2012, σελ 196)

 

Η κουβέντα που γίνεται στην παρέα των φίλων περιστρέφεται γύρω από την προοπτική ανατροπής της Επανάστασης και τα νέα από την τρέχουσα πραγματικότητα στη Ρωσία:

Ύστερα η κουβέντα γύριζε στη σημερινή κατάσταση της Ρωσίας. Οι πληροφορίες ήσαν πως φτώχεια, πείνα και δυστυχία έδερναν το ρωσικό λαό. Δυστυχία που την έκανε πιο αβάσταχτη το τυραννικό καθεστώς του Στάλιν ( Ό.π.)

Στην πρώτη έκδοση μέσα από μια αντίστοιχη συζήτηση των Ρώσων εμιγκρέδων προβάλλει μια πίστη ότι η επανάσταση μπορεί να πετύχει:

Την επόμενη μέρα από τη συνάντηση με την κόρη του ο Λιάπκιν είναι στο καφενείο με τους φίλους του:

– Λοιπόν, Λιάπκιν; Είπε ο Καρζίνιν. Ήρθε η κόρη σου;

Ο Λιάπκιν έσκυψε το κεφάλι.

– Ας μη μιλάμε γι’ αφτή… πήγε μαζί τους… πήρε άντρα κομμουνιστή… γράφτηκε στο κόμμα τους. Είναι υπάλληλος των σοβιέτ…

Κανείς δεν απάντησε. Μόνο στο πρόσωπο του Γκβοστίκιν ζωγραφίστηκε μια αγωνία.

– Νταβίντ Μπορίσιτς, είπε κομπιασμένα, γι’ αφτό περιφρονείς την κόρη σου; Γιατί πήγε μαζί τους;

– Γιατί ρωτάς; Είπε ο Λιάπκιν

Ο Γκβοστίκιν ξανακόμπιασε.

– Γιατί φέβγω! Είπε σιγανά. Γιατί πάω κι εγώ μ’ αφτούς…

Άνοιξε το πορτοφόλι του κι έβγαλε μερικά χαρτιά.

– Να το διαβατήριό μου… κι ο διορισμός μου στην ορχήστρα του Κιέβου…

Ο Λιάπκιν τον κυτούσε βαθιά στα μάτια. Σα να ήθελε να μπει στην ψυχή του.

– Φέβγω, εξακολούθησε ο Γκβοστίκιν. Τα Δεφτέρα θα πάρω το «Φραντς Μεριγκ» στον Πειραιά, για την Οδησό… Έχεις κάθε δικαίωμα να με περιφρονείς, Νταβίντ Μπορίσιτς…

Μα ο Λιάπκιν κούνησε το κεφάλι του.

– Δεν σε περιφρονώ, μικρέ μου Μπορίς. Σε θαυμάζω και σε ζηλέβω. Είσαι νέος… είσαι ήρωας!…

Οι άλλοι δεν καταλάβαιναν, και τον κυτούσαν περίεργα.

– Ο Μπορίς κάνει μια τρέλα, είπε ο Ιγκόλκωφ. Αφίνει μια σίγουρη ζωή, για να πέσει στην περιπέτεια. Αν δεν πεθάνει της πείνας, ας μην ξεχνάει ότι στη μεταπολίτεψη που θα ακολουθήσει την αποτυχία του Πενταετούς Σχεδίου, δεν θα βρει έλεος. Είναι προδότης μιας ιδέας!

Ο Γκβοστίκιν τον κύταξε καλά και είπε σιγά, γαλήνια.

– Νομίζεις ότι η ιδέα σου είναι Ιδέα και ότι το Πενταετές σχέδιο μπορεί ν’ αποτύχει;

Και τότε ο Λιάπκιν ένοιωσε το ψέμα της πίστης του.

«Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» σελ. 166-167, 1η έκδοση – εκδόσεις Δημητράκου 1933

Μια παρέκβαση

Στο τελευταίο του έργο, που έμεινε ανολοκλήρωτο εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του (14 Σεπτεμβρίου 1960) παρουσιάζει θετικά τους κομμουνιστές, ως τους μόνους που δε χάνουν και δεν προδίδουν την ανθρωπιά τους.

Ενδιαφέρον για τις πολιτικές απόψεις του Καραγάτση στην τελευταία δεκαετία της ζωής του έχει και το «Σέργιος και Βάκχος» (το τελευταίο έργο που εξέδωσε ο ίδιος) ένα κεφάλαιο του οποίου πριν κυκλοφορήσει δημοσιεύτηκε το 1957 στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (τεύχος Μαρτίου):

Βάκχος: Σοβαρολογείς Σέργιε; Οι παραλήδες πήραν τα μέτρα τους, να τηλώνουν γερά την παραδαρμένη τους κι ο λαουτζίκος ψοφάει της πείνας

Σέργιος: Αδιάφορο! Σ’ εκείνον που εμείς τον ψοφάμε της πείνας, δίνουμε το δικαίωμα να επιδιώξη καλλιτέρεψη της ζωής του.

Βάκχος (ειρωνικά): Ναι, πώς! Ας τολμήσει ο φτωχός να σηκώση κεφάλι!

Σέργιος (κλονισμένος): Τέλος πάντων, του δίνουμε το δικαίωμα… να επιθυμάη, να ελπίζη στην καλλιτέρεψη της κατάστασής του. Ο χριστιανισμός τι κάνει;

Το κοινωνικό πρόβλημα λυμένο κατά τα συμφέροντα και τον τρόπο των ισχυρών!