Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Νίκος Μαμαγκάκης, ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο για τη μουσική, αλλά και για τον ελληνικό πολιτισμό

Στις 24 Ιουλίου, σε ηλικία 84 ετών πέθανε ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης, μια δυσαναπλήρωτη απώλεια, όχι μόνο για τη μουσική, αλλά και για τον ελληνικό πολιτισμό. Διότι ανήκε σε μία γενιά δημιουργών (μουσικών, ποιητών, συνθετών, εικαστικών κ.λπ.) η οποία, αφενός αφομοίωσε με μοναδικό τρόπο τις διαφορετικές πολιτισμικές επιρροές που άνθισαν στο φιλόξενο «περιβόλι» του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, αφετέρου αυτό συνέβη όντας «σφυρηλατημένη» στο «καμίνι» της αιματοβαμμένης πορείας του ελληνικού λαού – από το Επος του ’40, την κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, την εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τους μετέπειτα αγώνες – γεγονός που «σφραγίζει» αντικειμενικά το ιδεολογικό και συναισθηματικό «φόντο» αυτού του δημιουργικού «ηφαιστείου».

Ο Ν. Μαμαγκάκης είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της αντίληψης για τη μουσική και το γεγονός ότι ακριβώς ως μουσικός αυτοπροσδιοριζόταν – όντας ήδη σπουδαίος και διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης – και ότι δεν έκανε διαχωρισμούς σε «είδη» είναι ίσως το «κλειδί» για όποιον θέλει να ερμηνεύσει το πώς μπορούσε αυτό το ανήσυχο πνεύμα να «κολυμπά» με άνεση από τη μουσική παράδοση της πατρίδας του της Κρήτης, έως την πρωτοποριακή ηλεκτρονική μουσική και από το ρεμπέτικο τραγούδι και τη μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση έως το συμφωνικό έργο. Αυτή η απαλλαγμένη από ακαδημαϊσμό προσέγγιση της μουσικής δημιουργίας τον «έπλασε» ως συνθέτη που μαθήτευσε στη Γερμανία με δάσκαλο τον Καρλ Ορφ, μελοποίησε και «έντυσε» μουσικά κείμενα και ποιήματα δημιουργών όπως οι Ρίτσος, Σεφέρης, Πρεβελάκης, Μπρεχτ, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Καβάφης, Χορτάτσης, Εγγονόπουλος, Αριστοφάνης, Παπαδιαμάντης, Ομηρος, Ελύτης και τον έκανε φίλο με τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης, σε μια πόλη δηλαδή που αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα «σταυροδρόμια» της λαϊκής και λόγιας παράδοσης και κουλτούρας επί αιώνες.

Παρακολούθησε μαθήματα στο Ελληνικό Ωδείο στην Αθήνα. Συνέχισε σπουδάζοντας σύνθεση με τον Καρλ Ορφ και τον Χ. Γκένταμερ στο Μόναχο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ασχολείται με την ηλεκτρονική μουσική, ενώ, από τα πρώτα του έργα στα τέλη εκείνης της δεκαετίας είναι η «Μουσική για τέσσερις πρωταγωνιστές» για 4 φωνές και 10 όργανα πάνω σ’ ένα κείμενο του Καζαντζάκη. Ακολουθούν οι «Κατασκευές» για φλάουτο και κρουστά (1960), «Συνδυασμοί» (1961) για έναν εκτελεστή κρουστών και ορχήστρα, «Γλωσσικά σύμβολα» (1961) για σοπράνο, μπάσο και μεγάλη ορχήστρα, «Κασσάνδρα» για σοπράνο και 6 όργανα (1963).

Οι αρχικές του αναζητήσεις αφορούσαν στην ανανέωση του ηχοχρώματος και τις δομικές και ρυθμικές σχέσεις που βασίζονται σε αριθμητικές αναλογίες, τόσο με βάση τα δυτικά πρότυπα όσο και με αναφορές στη δημοτική μας μουσική και κυρίως της ιδιαίτερης πατρίδας του. Συνέπεια αυτής της αναζήτησης ήταν η χρήση στα έργα του διαφόρων δημοτικών οργάνων (κρητική λύρα, σαντούρι, κ.ά.) ή αντίθετα η χρήση και μόνο της ηχητικότητάς τους χωρίς αυτά καθ’ εαυτά τα όργανα.

Εγραψε, επίσης, τον «Κύκλο αριθμών»: Ο αριθμός 1 είναι ο «Μονόλογος» για σόλο βιολοντσέλο (1962) και ακολουθούν: 2 – «Ανταγωνισμοί», ένας διάλογος για βιολοντσέλο και έναν εκτελεστή κρουστών που κινείται, παίζοντας διάφορα κρουστά πάνω στη σκηνή, σε σχήμα τόξου (1963), 3 – «Τριττύς» για κιθάρα, 2 κοντραμπάσα, σαντούρι και κρουστά (1966), 4 – «Τετρακτύς» για κουαρτέτο εγχόρδων (1963-66).

Το 1972 (παραγγελία των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου) γράφει τον «Κυκεώνα». Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έγραψε τον κύκλο τραγουδιών «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου», όπου περιλαμβάνονται τα: «Χρόνια σε περίμενα», «Ο τρύγος», «Χωρισμός», «Νυχτοπεντοζάλης», «Χειμωνιάτικη βραδιά», «Αϊντε και ντε», «Μαύρη και Γαλάζια Νύχτα».
Αλλα έργα του είναι: «Πλούτος» του Αριστοφάνη (1965), «Θέαμα – Ακρόαμα» για φωνή, ηθοποιούς, όργανα (1967), «Μπολιβάρ» σε ποίηση Εγγονόπουλου (1967), «Σενάριο για δυο αυτοσχέδιους τεχνοκρίτες», για φωνή, όργανα και μαγνητοταινίες (1968), «Αντινομίες» για σοπράνο, φλάουτο, 9 όργανα και μικρή χορωδία (1968), «Βάκχες», ηλεκτρονικό μπαλέτο (1969), «Παράσταση» (1969) για φλάουτα και πολυτάλαντη σοπράνο και ηθοποιό, «Ασκηση», για βιολοντσέλο σόλο (1969 – 70), «Ελεγεία» (1969), «Περίληψη» (1970), «Ερωφίλη» του Χορτάτση (1970), «Αναρχία», για κρουστά και ορχήστρα (1970), παραγγελία του Φεστιβάλ Do-Naueschingen, «Πένθημα», στη μνήμη του Γιάννη Χρήστου για σόλο κιθάρα (1970 – 1971) «Αγωνιστές της λευτεριάς 1821» κύκλος τραγουδιών σε ποίηση Σεφέρη, Πρεβελάκη, Ιατρόπουλου (1971), «Ολοφυρμός» ηλεκτρονική μουσική (1973), «Σκλάβοι πολιορκημένοι» κύκλος τραγουδιών σε ποίηση Κώστα Βάρναλη (1973), «Ο κύκλος με την κιμωλία», Μπρεχτ (1974), «Μαγωδία» (1η γραφή: 1975, 2η γραφή: 1976), παραγγελία του Canada Cancel, «Ο Νέος Ερωτόκριτος» (Π. Πρεβελάκης 1972 & 1975/76), «Μουσική για πιάνο και όργανα» (προέκταση του «Κυκεώνα». 1976) «Λαϊκή λειτουργία», λαϊκή όπερα (1976), «Μουσική για πιάνο και μικρή ορχήστρα» (1977), «Εγκώμιο στο Νίκο Σκαλκώτα», για σόλο κλαρινέτο (1978), «Κέντρο διερχομένων», κύκλος τραγουδιών σε ποίηση Γιώργου Ιωάννου (1982), «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη (1982-1984), «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» (1985), πλήρης όπερα, «Πνοές» (1990), «Οπερα των σκιών» (1997), «Μικρό έπος για τον Ανδρέα Ρόδινο» (1999), «Τα ιερά τραγούδια του έρωτα» (2000), «Δρόμοι της νύχτας» (2002), «Ερωφίλη» (2003), «Τα τραγούδια της παλιάς πόλης» (2003) κ.α

Εγραψε, επίσης, μουσική για δεκάδες ελληνικές ταινίες («Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης», «Η Νεράιδα και το παλικάρι» κ.λπ.), ενώ στην Γερμανία έγραψε μουσική για την ταινία «Φέλιξ Κρόυλ του Τόμας Μαν, και για την διεθνώς επιτυχημένη σειρά του Εντγκαρ Ράις ΗΕΙΜΑΤ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ (56 ώρες φιλμ), με πάνω από 20 ώρες μουσικής (!) η οποία έκανε την πρεμιέρα της στην όπερα του Μονάχου το 1992.

Το 1962 πήρε το Β’ βραβείο του μουσικού διαγωνισμού «Μάνος Χατζιδάκις» και το 1964 το βραβείο μουσικής του Φεστιβάλ Κινηματογραφικού Θεσσαλονίκης για τη μουσική του στην ταινία «Μονεμβασιά» του Γιώργου Σαρρή, ενώ το 1968, απέσπασε το βραβείο των κριτικών του Φεστιβάλ για τη μουσική του στην ταινία «Παρένθεση» του Τ. Κανελλόπουλου.