Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Νίκος Μόττας: Ομιλία-χαιρετισμός στην εκδήλωση για τα 55 χρόνια από την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα

Ομι­λία-χαι­ρε­τι­σμός του Νίκου Μότ­τα στην εκδή­λω­ση που διορ­γα­νώ­θη­κε το Σάβ­βα­το 8 Οκτω­βρί­ου στο Studio New Art Cinema, για τα 55 χρό­νια από την δολο­φο­νία του Ερνέ­στο Τσε Γκε­βά­ρα, παρου­σία της κόρης του Δρ. Αλέι­δας Γκεβάρα.

Αγα­πη­τή Αλέιδα, 
Αξιό­τι­με κύριε Πρέσβη,
Φίλες και φίλοι,

Εκ μέρους του Ελλη­νο­κου­βα­νι­κού Συν­δέ­σμου Φιλί­ας και Αλλη­λεγ­γύ­ης Θεσ­σα­λο­νί­κης απευ­θύ­νω θερ­μό αγω­νι­στι­κό χαι­ρε­τι­σμό στην απο­ψι­νή εκδήλωση.

Ο εθνι­κός ποι­η­τής της Κού­βας, ο Χοσέ Μαρ­τί, έγρα­φε: «Υπάρ­χουν άνθρω­ποι χωρίς καθό­λου αξιο­πρέ­πεια, αλλά και άνθρω­ποι που στις πλά­τες τους κου­βα­λούν την αξιο­πρέ­πεια όλου του κόσμου». Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώ­πους, που τ’ όνο­μα του έγι­νε συνώ­νυ­μο της αξιο­πρέ­πειας ήταν ο Ερνέ­στο Τσε Γκε­βά­ρα, του οποί­ου τη μνή­μη και πολι­τι­κή παρα­κα­τα­θή­κη τιμού­με από­ψε εδώ.

Ήταν πριν 55 χρό­νια, στις 9 Οκτώ­βρη 1967, όταν ο Τσε έπε­φτε νεκρός μέσα σε μια εγκα­τα­λε­λει­μέ­νη σχο­λι­κή αίθου­σα ενός μικρού οικι­σμού στη βολι­βια­νή επαρ­χία. Οι σφαί­ρες του βολι­βια­νού στρα­τού, που εκτε­λού­σε εντο­λές των ιμπε­ρια­λι­στών των ΗΠΑ και της CIA, είχαν επι­φέ­ρει το βιο­λο­γι­κό τέλος του σπου­δαί­ου επα­να­στά­τη. Αυτό που ωστό­σο δεν γνώ­ρι­ζαν οι δολο­φό­νοι του, ήταν πως ο Γκε­βά­ρα είχε ήδη περά­σει στην αθα­να­σία της συλ­λο­γι­κής μνή­μης των λαών, ως αιώ­νιο σύμ­βο­λο των αγώ­νων για ένα καλύ­τε­ρο αύριο, για έναν κόσμο χωρίς εκμε­τάλ­λευ­ση ανθρώ­που από άνθρωπο.

Σήμε­ρα, 55 χρό­νια μετά τη δολο­φο­νία του, δεν βρι­σκό­μα­στε εδώ για να τελέ­σου­με άλλο ένα «πολι­τι­κό μνη­μό­συ­νο». Στον κομ­μου­νι­στή επα­να­στά­τη Ερνέ­στο Τσε Γκε­βά­ρα, επι­τρέψ­τε μου να πω, δεν ται­ριά­ζουν μνη­μό­συ­να. Είμα­στε ωστό­σο εδώ για να θυμη­θού­με, να εμπνευ­στού­με, να αντλή­σου­με δύνα­μη και να βγά­λου­με συμπε­ρά­σμα­τα από το παρά­δειγ­μα και τις αξί­ες για τις οποί­ες ο ίδιος αγω­νί­στη­κε και θυσιά­στη­κε. Τις αξί­ες και τα ιδα­νι­κά του Μαρ­ξι­σμού-Λενι­νι­σμού και του προ­λε­τα­ρια­κού διεθνισμού.

Ο Τσε δεν είναι μια στά­μπα κολ­λη­μέ­νη σε μπλου­ζά­κια, σε κού­πες του καφέ και μπρε­λόκ. Δεν είναι αφί­σα σε δωμά­τιο. Δεν είναι ένα «αβλα­βές εικό­νι­σμα», όπως θέλουν ορι­σμέ­νοι να τον παρου­σιά­σουν, ούτε κάποιος «άγιος των φτω­χών» που δίνει παρη­γο­ριά στους κατα­πιε­σμέ­νους. Είναι ο κομ­μου­νι­στής επα­να­στά­της, της πρά­ξης και της συνεί­δη­σης, που δια­μορ­φώ­θη­κε μέσα από την επα­φή του με την κοσμο­θε­ω­ρία του επι­στη­μο­νι­κού σοσια­λι­σμού και την αγά­πη του για τον άνθρω­πο. Είναι ο μαχη­τής αντάρ­της, μα και ταυ­τό­χρο­να ο δια­νο­ού­με­νος, που στο ένα χέρι κρα­τά το του­φέ­κι και στο άλλο το βιβλίο.

Είναι ο νέος εκεί­νος που άφη­σε τις ανέ­σεις μιας καλής ζωής στην Αργε­ντι­νή προ­κει­μέ­νου να μπει στο καμί­νι της μάχης ενά­ντια στην εκμε­τάλ­λευ­ση και την αδι­κία, ενά­ντια στα «καπι­τα­λι­στι­κά χτα­πό­δια» όπως απο­κα­λού­σε τα μονο­πώ­λια της εποχής.

Είναι ο κομ­μου­νι­στής για­τρός που με το παρά­δειγ­μά του απο­τέ­λε­σε το πρό­τυ­πο του «νέου ανθρώ­που», του ανθρώ­που που γεν­νιέ­ται από τα σπλά­χνα της σοσια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης. Ενός ανθρώ­που, δηλα­δή, που με όλες του τις ανθρω­πι­νες αδυ­να­μί­ες, συν­δυά­ζει στο μέγι­στο δυνα­τό βαθ­μό τα ιδα­νι­κά του διε­θνι­σμού, της αλλη­λεγ­γύ­ης, της ανι­διο­τε­λούς προ­σφο­ράς, της φιλο­μά­θειας, της προ­σή­λω­σης στην επα­να­στα­τι­κή διαδικασία.

Η διε­θνι­στι­κή αλλη­λεγ­γύη που επέ­δει­ξε και επι­δει­κνύ­ει η σοσια­λι­στι­κή Κού­βα εδώ και δεκα­ε­τί­ες και ιδιαί­τε­ρα κατά την παν­δη­μία των δυο τελευ­ταί­ων ετών έχει τις ρίζες στην ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά του Ερνέ­στο Τσε Γκεβάρα.

Πόσο δίκιο είχε ο αεί­μνη­τος σύντρο­φος Χαρί­λα­ος Φλω­ρά­κης που έλε­γε «Οι ζευ­γά­δες φεύ­γουν. Η σπο­ρά μένει. Και φου­ντώ­νει. Και μεγα­λώ­νει. Και καρ­πί­ζει. Και ρίχνει νέους σπό­ρους στη γη…»! Διό­τι 55 χρό­νια μετά την δολο­φο­νία του στη Βολι­βία και παρά το τσου­νά­μι της αντε­πα­νά­στα­σης στις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του ’90, παρά τις άοκνες προ­σπά­θειες των αμε­ρι­κα­νι­κών κυβερ­νή­σε­ων και των συμ­μά­χων τους να υπο­νο­μεύ­σουν την Κου­βα­νι­κή Επα­νά­στα­ση, η «σπο­ρά» του Τσε συνε­χί­ζει και σήμε­ρα να βγά­ζει καρ­πούς, να μεγα­λώ­νει, να εμπνέει.

Όλα αυτά απο­κτούν σήμε­ρα ιδιαί­τε­ρα σημα­σία καθώς ζού­με σε μια επο­χή που οι κρί­σεις του καπι­τα­λι­σμού, οι πόλε­μοι και οι ιμπε­ρια­λι­στι­κές επεμ­βά­σεις, η ολο­μέ­τω­πη επί­θε­ση του κεφα­λαί­ου ενά­ντια στην εργα­τι­κή τάξη και τα λαϊ­κά στρώ­μα­τα κάθε χώρας απο­τε­λούν ξεκά­θα­ρες ενδεί­ξεις των αδιε­ξό­δων ενός συστή­μα­τος που έχει σαπί­σει. Ενός συστή­μα­τος που όχι μόνο αδυ­να­τεί να ικα­νο­ποι­ή­σει τις σύγ­χρο­νες ανά­γκες του ανθρώ­που, αλλά δημιουρ­γεί συνε­χώς προ­βλή­μα­τα απο­τε­λώ­ντας ουσια­στι­κά τρο­χο­πέ­δη για την πρό­ο­δο της ανθρωπότητας.

Όσοι πίστε­ψαν ότι ξεμπέρ­δε­ψαν με τον Μαρξ, τον Λένιν, τον Τσε, τον Φιντέλ, με την κλη­ρο­νο­μιά των επα­να­στά­σε­ων και του σοσια­λι­σμού του 20ου αιώ­να, όσοι θεώ­ρη­σαν ότι η πάλη για τον σοσια­λι­σμό-κομ­μου­νι­σμό είναι τελειω­μέ­νη υπό­θε­ση, έκα­ναν λάθος! «Μπο­ρείς να κόψεις όλα τα λου­λού­δια, αλλά δεν μπο­ρείς να απο­τρέ­ψεις τον ερχο­μό της Άνοι­ξης» έγρα­φε ο σπου­δαί­ος Χιλια­νός ποι­η­τής Πάμπλο Νερούδα.

Ναι λοι­πόν! 55 χρό­νια μετά ο Τσε Γκε­βά­ρα είναι σήμε­ρα πιο ζωντα­νός απο ποτέ άλλο­τε. Όχι ως σύμ­βο­λο μιας αφη­ρη­μέ­νης επα­να­στα­τι­κό­τη­τας. Αλλά ως οδη­γός και σύντρο­φος μας σε κάθε έκφαν­ση της ταξι­κής πάλης, της πάλης ενά­ντια στο καπι­τα­λι­στι­κό εκμε­ταλ­λευ­τι­κό σύστη­μα και τον ιμπε­ρια­λι­σμό, οπου­δή­πο­τε χτυ­πά η καρ­διά του αγώ­να «για ν’ ανθρω­πέ­ψει ο άνθρω­πος», για «να γίνουν τα σκο­τά­δια λάμ­ψη», και για «να φτιά­ξου­με έναν κόσμο στο μπόι των ονεί­ρων και των ανθρώπων»!

Μέχρι τη νίκη για πάντα!
Σας ευχαριστώ!

«Τσε Γκε­βά­ρα, πρε­σβευ­τής της Επα­νά­στα­σης», του Νίκου Μόττα

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο